Το τίμημα της δεύτερης ευκαιρίας
Ο Ανδρέας στεκόταν απέναντι από τη Σοφία, σκυμμένος ελαφρώς μπροστά, και την πίεζε ήρεμα, σχεδόν παρακλητικά, να του πει όλη την αλήθεια. Η φωνή του ήταν προσεκτική, γλυκιά – μα τα μάτια του έλεγαν κάτι άλλο. Η Σοφία ένιωσε ξανά το γνώριμο ρίγος στην πλάτη της: εκείνη η σκιά καχυποψίας στο βλέμμα του, που πάντα της έφερνε αμηχανία.
Απλώς πες μου! Σου υπόσχομαι πως δεν θα νευριάσω, είπε, μα το βλέμμα του διέψευδε τα λόγια. Η Σοφία αναστέναξε βαριά, δάγκωσε τα χείλη της. Μια εσωτερική εξάντληση την κατέκλυζε δεν άντεχε άλλο να ακούει τα ίδια και τα ίδια. Πάλεψε να κρατήσει την ψυχραιμία της, μα το συναίσθημα ξεχείλιζε.
Τί-πο-τα. Δεν έγινε τίποτα! Σταμάτα να κάνεις κάθε μέρα την ίδια ερώτηση, ύψωσε τη φωνή της λίγο παραπάνω απ όσο ήθελε. Πάλι αναρωτήθηκε γιατί να δοκιμάσει ξανά μαζί του. Οι φίλες της την είχαν προειδοποιήσει: Ανδρέας δεν αλλάζει εύκολα, μην περιμένεις θαύματα. Τους είχε αγνοήσει ήλπιζε πως η αγάπη της θα έφτιαχνε τα πάντα.
Ξαφνικά, ο τόνος του Ανδρέα σκλήρυνε.
Θα ρωτήσω την Έλενα, είπε κοφτά. Η κόρη μας δε θα μου πει ψέματα.
Το χτύπημα ήρθε βαρύ. Η Σοφία κοκκίνισε, η φωνή της έσπασε από την οργή:
Εμπρός! Μόνο θυμήσου ότι είναι μόλις πέντε χρονών και όλη τη χρονιά αυτή καθόταν και με φίλες μου και με τη γιαγιά! στάθηκε όρθια, σφίγγοντας τις γροθιές της. Το να ανακατεύει το παιδί τους στους καβγάδες τους, τη γέμιζε αγανάκτηση. Έπρεπε να δουλέψω για να τη μεγαλώσω, να το θυμάσαι! Γιατί σε νοιάζει τόσο πολύ με ποιον μιλάω; Ανδρέα, μου έχεις σπάσει τα νεύρα! Έφυγα μια φορά Τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν μπορώ να το ξανακάνω;
Ο Ανδρέας έμεινε έκπληκτος, σαν να μην περίμενε αυτή την αντίδραση. Μόλις και πρόλαβε να ψελλίσει ειρωνικά:
Έχεις λεφτά για το εισιτήριο;
Αμέσως όμως είδε το πρόσωπο της Σοφίας να ασπρίζει και άλλαξε στάση:
Συγγνώμη, δε το εννοούσα έτσι. Απλώς Με εξιτάρει αυτή σου η επιμονή. Είπα πως δεν θα ζηλεύω πια. Σκέψου το σε παρακαλώ.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Σοφία άρπαξε ένα μαξιλάρι του καναπέ και το πέταξε προς τον σύζυγό της που ήδη έβγαινε από το δωμάτιο. Δεν του έκανε ζημιά μόνο τον πείραξε στην περηφάνια του. Πριν προλάβει να απαντήσει με κάποια σκληρή ατάκα, στην πόρτα εμφανίστηκε η Έλενα.
Το κοριτσάκι, με το ροζ φορεματάκι της, πετάχτηκε στον πατέρα της, γεμάτη χαρά:
Μπαμπά, γύρισες! Μου έλειψες!
Ο Ανδρέας έστρεψε το βλέμμα του προς τη Σοφία λες και ήθελε να πει κοίτα, η κόρη μας μ αγαπάει περισσότερο, μετά χαμογέλασε πλατιά στην Έλενα, αλλάζοντας εντελώς έκφραση. Γονάτισε, την αγκάλιασε, τη σήκωσε ψηλά, προκαλώντας το γέλιο της.
Πάμε να παίξουμε, μικρή μου! της είπε γλυκά. Η μαμά να ξεκουραστεί λίγο, κουράστηκε.
Η Σοφία στάθηκε στην κουζίνα, κρατώντας το πανί σφιχτά. Άρχισε να τρέμει Τέλεια, τώρα χρησιμοποιεί και τη μικρή εναντίον μου, σκέφτηκε. Μια αποφασιστικότητα γεννήθηκε μέσα της: φτάνει πια! Ήρθε η ώρα να φύγω.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Σε μια εβδομάδα θα έπαιρνε το πιστοποιητικό των σεμιναρίων της ήταν τα τελευταία μαθήματα, μετά ερχόταν η νέα αρχή. Θα αγόραζε αμέσως εισιτήριο αεροπλάνου. Οπουδήποτε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο αρκεί να φύγει. Ο Ανδρέας είχε άδικο αν νόμιζε ότι δεν θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Στο σήμερα, μια γυναίκα βρίσκει εύκολα δουλειά, ειδικά αν ξέρει καλά τι θέλει υπάρχουν δεκάδες θέσεις διαδικτυακά.
Πλησίασε αργά το παράθυρο. Κοίταξε τη λεωφόρο κόσμος βιαστικός, φώτα από μαγαζιά, κίνηση, ζωή Χαμογέλασε σχεδόν πικρά.
Τουλάχιστον σ’ αυτήν την πόλη τα πτυχία μετράνε, ψιθύρισε. Θα βρω εύκολα δουλειά, σε όποια πόλη κι αν πάω.
Ένιωσε ένα ανέλπιστο κύμα αυτοπεποίθησης. Για πρώτη φορά, έβλεπε την έξοδο ξεκάθαρα. Λίγο έμεινε ακόμα έπρεπε να κάνει κουράγιο
*******************
Γιατί είχε δεχτεί να δώσει δεύτερη ευκαιρία; Η Σοφία ούτε κι η ίδια καταλάβαινε ακριβώς. Ο Ανδρέας την είχε πείσει ότι είχε αλλάξει, το έλεγε με δάκρυα στα μάτια, της ορκιζόταν ότι δεν θα ξαναγίνει όπως πριν Κι εκείνη, που ήθελε τόσο πολύ να πιστέψει σε αυτό, υπέκυψε. Είχε ονειρευτεί βόλτες οικογενειακές στον Εθνικό Κήπο, εορτές, γέλια, κοινά όνειρα.
Όμως οι υποσχέσεις ποτέ δεν έγιναν πράξη. Ο Ανδρέας ήταν υποδειγματικός μόνο τον πρώτο μήνα: μαγείρευε, έπαιζε με την Έλενα, την αγκάλιαζε όταν γύριζε κουρασμένη. Μετά, όλα ξαναγύρισαν όπως πριν: καχυποψίες, σκηνές ζήλιας, αμείλικτες ερωτήσεις: Πού ήσουν;, Γιατί άργησες;, Ποιος τηλεφώνησε;
Δεν υπήρχε καν ζήτημα απιστίας μόνο η παθολογική ζήλεια του Ανδρέα. Την ζήλευε σε υπερβολικό βαθμό. Δεν μπορούσε να πιάσει δουλειά υπήρχαν άντρες; Πρόβλημα. Να πάει στους γονείς της; Εκεί ο ανύπαντρος γείτονας της έδειχνε ενδιαφέρον. Οι φίλες της; Έπαψαν να τηλεφωνούν ο Ανδρέας τις ειρωνευόταν:
Οι φίλες σου μόνο για φλερτ είναι Όλο μάτια κάνουν στους άντρες!
Είναι ελεύθερες, δικαίωμά τους! απαντούσε η Σοφία, ήδη πικραμένη που έπρεπε να απολογείται.
Να τραβήξουν το δρόμο μόνες τους εσύ είσαι παντρεμένη! απαντούσε κάθετα.
Οι φίλες εξαφανίστηκαν η μία μετά την άλλη, οι συγγενείς έμεναν μακριά. Η μοναξιά της έγινε απόλυτη, με μόνη συντροφιά τη μικρή Έλενα.
Κάποιο βράδυ, την ώρα του φαγητού, ο Ανδρέας της πέταξε:
Καιρός να κάνουμε δεύτερο παιδί!
Η Σοφία πάγωσε με το κουτάλι στο χέρι. Είχε περάσει μισή ώρα προσπαθώντας να ταΐσει την Έλενα εκείνη πείσμωνε, αναποδογύρισε το πιάτο γελώντας.
Βλέπω έχεις άπλετο ελεύθερο χρόνο, συνέχισε κοφτά ο Ανδρέας, σταυρώνοντας τα χέρια του. Και με τη συζήτηση με την αδερφή σου για τα σεμινάρια Γιατί; Δουλειά δεν πρόκειται να βρεις.
Η στεναχώρια τής έπνιξε το λαιμό. Ήθελε να μάθει, να εξελιχθεί του το εξήγησε ήρεμα.
Θέλω να εξελιχθώ, τι κακό έχει αυτό; ψιθύρισε.
Όταν γεννηθεί ο γιος, δε θα σου μένει ώρα για ανοησίες, απάντησε τελεσίδικα.
Αδυνατούσε να τον παρακολουθήσει. Με το ζόρι τα έβγαζε πέρα με ένα παιδί και τώρα να της ζητάει και δεύτερο; Ένιωσε πως έπρεπε να προστατέψει και τον εαυτό της και την κόρη της.
Το τελειωτικό χτύπημα ήταν όταν της απαγόρευσε να παρευρεθεί στη γιορτή του αδερφού της πολλοί ξένοι άνδρες, δεν είναι σωστό. Μάταια προσπάθησε να του εξηγήσει.
Δεν άντεξε άλλο.
Όταν ο Ανδρέας έφυγε για τη δουλειά, μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της και της Έλενας. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όμως, έπρεπε να δράσει. Επικοινώνησε με τον αδερφό της ο οποίος ήρθε αμέσως με φορτηγάκι και τη βοήθησε.
Έφυγαν αθόρυβα. Στην κουζίνα, η Σοφία άφησε ένα σημείωμα: Συγγνώμη, αλλά δεν πάει άλλο. Θέλω η Έλενα να μεγαλώσει σε ήρεμο περιβάλλον.
Την ίδια μέρα, κατέθεσε αίτηση διαζυγίου.
Στο δικαστήριο, η δικαστής μια ώριμη γυναίκα, κουρασμένη μα δίκαιη έδωσε την απόφαση αυθημερόν. Ο Ανδρέας φώναζε, απαιτούσε συμβιβασμό, κατηγορούσε τη Σοφία ότι ήταν κακή μάνα και εγωκεντρική. Εκείνη έμεινε αμίλητη αισθάνθηκε επιτέλους ελεύθερη.
Μετά το διαζύγιο, εγκαταστάθηκε στο σπίτι των γονιών της, βρήκε δουλειά και σιγά-σιγά η ζωή της άρχισε να φτιάχνει. Οι δυσκολίες πολλές η μετακόμιση, το άγχος με το παιδί, οι εξηγήσεις στους γονείς αλλά μόλις πέρασε το κατώφλι του πατρικού της, μια βαριά σκιά έφυγε από πάνω της.
Εγγράφηκε σε σεμινάρια γραφιστικής ήθελε καιρό να το κάνει, αλλά ο Ανδρέας το θεωρούσε χαμένο χρόνο. Τώρα μάθαινε να δουλεύει σε υπολογιστή, να φτιάχνει σχέδια, να παίζει με χρώματα και γραμματοσειρές. Οι νέες γνώσεις της έδωσαν φτερά.
Άρχισαν να δημιουργούνται νέες φιλίες: γυναίκες απ τα μαθήματα, η μαμά μιας φιλενάδας της Έλενας που γνώρισαν στην παιδική χαρά Ακόμα και σε μερικά ραντεβού τόλμησε να πάει για καφέ και κουβέντα. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένιωθε πραγματικά ελεύθερη.
Τα βράδια καθόταν στη βεράντα, έπινε μέντα στον αγαπημένο της φλιτζάνι και έβλεπε την Έλενα να παίζει στην αυλή με τα ξαδέρφια της να φτιάχνουν σπιτάκια από σανίδες, να ταΐζουν περιστέρια, να γελούν ανέμελα. Παρακολουθούσε την κόρη της να γελάει, και η καρδιά της γέμιζε ζεστασιά.
Έτσι πρέπει να είναι η ζωή, συλλογιζόταν. Χωρίς καβγάδες, χωρίς φόβο, μόνο χαρά, εμπιστοσύνη, μικρές στιγμές που αξίζει να ζεις.”
Η Σοφία ξαναβρήκε την ελπίδα της. Είχε σχέδια: να τελειώσει τα σεμινάρια, να δοκιμάσει να αναλάβει δουλειές εξ αποστάσεως, να νοικιάσει ίσως ένα διαμέρισμα κοντά στους δικούς της. Όμως, ένα χρόνο αργότερα, ο Ανδρέας επανεμφανίστηκε.
Η Σοφία περπατούσε στη λαϊκή αγορά, επέλεγε μήλα για γλυκό. Κόσμος τριγύρω, φωνές, μυρωδιές λαχανικών και φρούτων. Ξαφνικά, ένιωσε σαν να την κοιτάει κάποιος επίμονα. Γυρνά και τον βλέπει. Ο Ανδρέας στεκόταν λίγο παραδίπλα, αλλαγμένος. Λιγότερο γεμάτος, πιο κουρασμένος, αλλά το ίδιο διαπεραστικός στο βλέμμα.
Σοφία Σε έψαχνα, είπε ήπια.
Η Σοφία ασυναίσθητα έκανε βήμα πίσω, κρατώντας τη σακούλα με τα ψώνια μπροστά της, σαν ασπίδα.
Γιατί; ακούστηκε αδύναμη.
Έχω αλλάξει, απάντησε εκείνος, προσεκτικά, μην τρομάξει. Κατάλαβα τι έχασα. Χωρίς εσάς, τίποτα δεν έχει νόημα.
Η Σοφία ένιωσε τα παλιά όνειρα να ανακατεύονται με τους φόβους οι ευτυχισμένες στιγμές δίπλα στη φωτιά, οι περίπατοι στη βροχή, οι αγκαλιές Αλλά όλα αυτά ήταν πια πολύ μακριά.
Δώσε μου μια ευκαιρία, ψιθύρισε ο Ανδρέας. Μία. Θα σου δείξω πως μπορώ να είμαι αλλιώς. Σ το ορκίζομαι.
Οι ημέρες περνούσαν, και ο Ανδρέας κατάφερε να της μεταβιβάσει ελπίδα. Και η Έλενα τον νοσταλγούσε πολύ: ρωτούσε πότε θα δει τον μπαμπά, αν θα τον δει ποτέ ξανά, αν μπορεί να του τηλεφωνήσουν. Ζωγράφιζε τον εαυτό της με τους δύο γονείς, χέρι-χέρι. Η Σοφία δεν άντεχε να τη βλέπει έτσι λυπημένη.
Τελικά, του έδωσε μια δοκιμαστική δεύτερη ευκαιρία με όρους: Όχι γάμο ξανά, όχι δεσμεύσεις για χρόνια. Κι εγώ θα κάνω ό,τι θέλω: θα έχω φίλους, θα δουλεύω, θα μιλάω με τους δικούς μου. Ο Ανδρέας συμφώνησε με μία πρόθυμη υπόσχεση.
Κι έτσι, μετακόμισαν όλοι μαζί σε μια άλλη πόλη στη Λάρισα. Τα πρώτα ήταν ιδανικά: νέα αρχή, νέες γειτονιές, νέα όνειρα. Αλλά σύντομα, η Σοφία συνειδητοποίησε πως αυτή η απομόνωση του νέου περιβάλλοντος ήταν ένα ακόμη τέχνασμα του Ανδρέα. Δεν ήξερε κανέναν, πίεζε τις επικοινωνίες με συγγενείς, παρίστανε τον ανήσυχο σύζυγο κάθε φορά που μιλούσε στο τηλέφωνο: Τι είπε η μάνα σου; Γιατί συζητάς τόσο πολύ;
Η παλιά, παθολογική ζήλια επέστρεψε.
Πες μου, υπήρξε άλλος όσο ήμασταν χώρια; Δεν θα θυμώσω, αλήθεια.
Η Σοφία το αρνιόταν διαρκώς μάταια. Εκείνος επέμενε. Έφτασε να ελέγχει τα μηνύματα, να τη ρωτάει γιατί τόσο πολύ με τον κούριερ; Γιατί γελάς στη γειτόνισσα;
Ένα βράδυ, ενώ η Έλενα κοιμόταν, η κατάσταση κορυφώθηκε.
Πάλι μιλάς με κάποιον! άρπαξε το κινητό της. Ποιος είναι; Ο εραστής σου;
Δώσ το πίσω! είπε η Σοφία, θυμωμένη και ταραγμένη. Είναι η Κατερίνα! Κανονίζουμε να παμε στην παιδική χαρά με τα παιδιά.
Σίγουρα Γιατί τόσα χαμόγελα στα μηνύματα;
Τι σου συμβαίνει πια; μίλησε ψιθυριστά αλλά έντονα. Πίστεψα ότι άλλαξες, τίποτα όμως δε διορθώθηκε. Πάλι τα ίδια.
Ο Ανδρέας έδειξε μια στάλα μεταμέλειας, μα γρήγορα παγωμάρα. Μίλησε πάλι σκληρά:
Δείξε μου τώρα όλη την αλληλογραφία. Αν δεν έχεις κάτι να κρύψεις, μην φοβάσαι.
Όχι, είπε εκείνη δυνατά, χαμένη πια η υπομονή της. Ως εδώ. Δεν θα ανεχτώ άλλον έλεγχο! Είχαμε συμφωνήσει αλλιώς!
Κι ας προσπαθείς, δεν θα τα βγάλεις πέρα. Χωρίς δουλειά, χωρίς χρήματα, τι θα κάνεις;
Κάνεις λάθος, απάντησε με σταθερότητα που είχε καιρό να νιώσει. Ολοκλήρωσα τα σεμινάρια γραφιστικής, το portfolio μου είναι έτοιμο. Η Κατερίνα μου βρίσκει ήδη δουλειές. Δεν φοβάμαι. Πλέον ξέρω πως μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου.
Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε η Έλενα απ το δωμάτιο:
Μαμά; Γιατί φωνάζεις;
Η Σοφία έτρεξε δίπλα της, έσκυψε πάνω από το κρεβάτι και την αγκάλιασε.
Όλα καλά, αγάπη μου, ψιθύρισε. Η μαμά αποφάσισε να κάνουμε ένα καινούριο ταξίδι. Θα πάμε κάπου που θα έχει ήλιο, παιδικές χαρές, χαρά.
Η Έλενα χαμογέλασε και χώθηκε στην αγκαλιά της μαμάς της.
Ο Ανδρέας στεκόταν αμήχανος στην πόρτα:
Θα φύγεις στ αλήθεια;
Ναι, απάντησε. Αυτή τη φορά, για πάντα. Θέλουμε ηρεμία και ασφάλεια κάτι που μαζί σου δεν γίνεται.
************************************
Ο Ανδρέας προσπάθησε με κάθε τρόπο να τη μεταπείσει: παρακάλια, απειλές, δάκρυα όλα μάταια. Για τη Σοφία, το θέμα είχε λήξει. Δεν άφηνε κανένα περιθώριο.
Για την Έλενα, οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες. Ρωτούσε για τον πατέρα της, αναζητούσε παρηγοριά. Η Σοφία όμως ήταν δίπλα της, στοργική. Βρέθηκαν σύντομα σε ένα φωτεινό διαμέρισμα κοντά στο πάρκο η παιδική της χαρά γέμισε ξανά χρώματα και παιχνίδια.
Η Σοφία τη γράφει σε εργαστήρι ζωγραφικής. Η Έλενα αμέσως έκανε φίλες: γέλια, παιχνίδι, νέα χαμόγελα. Σιγά σιγά, η μνήμη των καβγάδων ξεθώριασε.
Ο Ανδρέας στην αρχή τηλεφωνούσε κάθε μέρα. Μετά, πιο σπάνια, και τελικά απλώς έστελνε βιαστικά μηνύματα και λίγα ευρώ για τα έξοδα του παιδιού.
Η Σοφία ένιωσε για πρώτη φορά πραγματικά ελεύθερη. Κάθε βράδυ περπατούσαν στη νέα τους πόλη, έπαιζαν στο πάρκο, έκαναν βόλτα στις όχθες του ποταμού, μάζευαν πολύχρωμα φύλλα. Η Έλενα γελούσε ξένοιαστη, κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο.
Κάθε φορά που έβλεπε αυτό το παιδικό χαμόγελο, η Σοφία ήξερε πως είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Δεν ήταν εύκολα, μα η γαλήνη, η ελευθερία και το φως στην ψυχή της κόρης και τη δική της άξιζαν τα πάντα. Είχαν χτίσει το δικό τους σπιτικό γεμάτο αγάπη, ευκαιρίες και ελπίδα. Και σε αυτό το σπίτι, δεν υπήρχε πια χώρος για έλεγχο, φόβο ή σκιές του παρελθόντος.
Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρε η Σοφία από όλα αυτά; Ότι η πραγματική αγάπη ξεκινάει από τον σεβασμό και χωρίς αυτόν, καμία δεύτερη ευκαιρία δεν μπορεί να καρποφορήσει. Διάλεξε τη δύναμη να φύγει για να ξαναβρεί τη ζωή της και, κυρίως, να μάθει στην Έλενα πως η ευτυχία κερδίζεται όταν τολμάς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου.





