Στην πεθερά μου χάρισα τέτοιο δώρο που σίγουρα θα ταραχτεί μόλις το δει! Και κάθε φορά που τα μάτια της θα πέφτουν πάνω του, θα αναστατώνεται. Μα δεν θα το πετάξει, δεν θα το κρύψειθα το κρατάει, θα το βάζει σε περίοπτη θέση! Έτσι πρέπει. Ό,τι έκανες πάρε να χεις, κυρα-Ευαγγελία μου! Δεκαπέντε χρόνια παντρεμένη με τον Νώντα είμαι, κι ένα καλό λόγο δεν άκουσα ποτέ από τα χείλη της. Άλλες τυπικά έστω κάτι πετάνε, εκείνη τίποτα… Μόνο με εκείνα τα μεγάλα, σκοτεινά της μάτια με καρφώνει και σωπαίνει. Όσο μπορώ αποφεύγω τα πεθερικά, πάω μια φορά το χρόνο και αν, για πέντε λεπτά, είπε η Φωτεινή στην παιδική της φίλη, την Κλειώ.
Η Κλειώ άκουγε και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι, νιώθοντας μια κρυφή συμπάθειαούτε η δική της πεθερά, η Μαρία, της καθόταν καλά.
Είχαν κάνει κάτι σαν κοριτσίστικο απόγευμα. Είχαν τάξει στον εαυτό τους πως κάθε δεύτερο Σάββατο θα έβρισκαν η μια την άλλη, να ανταλλάξουν νέα και να τα πουν σαν παλιές συμμαθήτριες.
Η Φωτεινή ήταν κομμώτρια και πάντα φρόντιζε το στιλ όλων. Είχε έρθει σήμερα για λίγο μόνο, καθώς την περίμεναν πελάτισσες. Η Κλειώ, μαγείρισσα, κάθε φορά κουβαλούσε «λόφους καλούδια», έτσι τα έλεγε ο γιος της Φωτεινής, ο Λουκάς.
Ήταν και η τρίτη φίλη, η Άννα, που είχε μόλις μετατεθεί σε νέο νοσοκομείο ως νοσηλεύτρια. Οι άλλες ήθελαν να μάθουν λεπτομέρειες αλλά η κουβέντα κύλησε στις πεθερές.
Δεν τη χωνεύω! Δικός μου άνθρωπος δεν είναι! Αν δεν υπήρχε, ε…ξεκίνησε πάλι η Φωτεινή.
Και τότε, η ήσυχη ως τώρα Άννα, μπήκε στη συζήτηση.
Και λοιπόν, Φώφη; Θα ένιωθες καλύτερα; Ειλικρινά δηλαδή; ρώτησε κάπως σαρκαστικά.
Ίσως… υποχώρησε η Φωτεινή, θυμούμενη το πρωινό. Το πακεταρισμένο δώρο με το όμορφο χαρτί, το ύφος της όταν το παρέδωσε στην Ευαγγελία Με κακία χαμογελούσε. Της είχε πει να το ανοίξει μετά που θα φύγει… ήξερε ότι θα της χάλαγε τη γιορτή.
Κορίτσια, με ρωτούσατε πού δουλεύω, ξεκίνησε η Άννα.
Σε ιδιωτική κλινική; ρώτησε η Φωτεινή.
Τώρα θα τα μαζεύεις τα λεφτά με τη σέσουλα! γέλασε η Κλειώ.
Σε μονάδα ανακουφιστικής φροντίδας, είπε απλά η Άννα.
Πάγωσαν.
Μα γιατί; Και τα λεφτά; Και δεν φοβάσαι; ρώτησε η Φωτεινή.
Όλο τα λεφτά σκέφτεστε… Συγγνώμη, Φωτεινή, αλλά να σου πω κάτι; Είσαι χαζή! είπε πικρά η Άννα.
Ποια; Η πεθερά μου; απάντησε δήθεν χαριτωμένα η Φωτεινή.
Εσύ, Φωτεινή μου. Αυτά που σκέφτεσαι είναι μηχανορραφίες. Δεν ξέρω καλά την Ευαγγελία, τη μαμά του Νώντα σου. Εσύ λες δεν σου έχει πει ποτέ καλή κουβέντα; Μα όταν χρειάστηκαν χρήματα για να μεγαλώσετε το σπίτι, ποια πούλησε το διαμέρισμα στο Κολωνάκι και πήγε σε καμαράκι στα Πατήσια; Η πεθερά σου. Δεν είπε κιχ.
Όταν ο Λουκάς σου αρρώστησε άσχημα, ποια σε έτρεξε σε γιατρούς και καθηγητές; Η φίλη της Ευαγγελίας έσωσε το παιδί σου. Και όταν κάποια φορά ξέφυγες στα παλιά σου και κοιμήθηκες στον καναπέ συμμαθητή; Ποια κάλυψε τα ίχνη σου για να μη γκρεμίσεις το γάμο σου; Πάλι εκείνη. Μα δεν εκτίμησες τίποτα, μόνο κουβέντες και απωθημένα… Κι εγώ έχω φάει με χαρά εκείνα τα τουρσιά της και τα γλυκά της, που εσένα σε προμηθεύει. Εσύ ούτε φυτό δεν γνωρίζεις από ντοματιά!
Άνθρωποι σαν εκείνη δείχνουν όλη την αγάπη τους με τις πράξεις, όχι με λέξειςίσως και να ντρέπονται. Δεν είναι όλοι λουλουδιασμένοι στα μεγαλεία των μεγάλων κουβεντών!
Μπράβο, φίλη! Νόμιζα πως θα με στηρίξεις… και τώρα με προσβάλλεις, πετάχτηκε θυμωμένη η Φωτεινή.
Μέσα της, ένα μικρό σκουληκάκι την γαργαλούσε. Πρόσφατα πανηγύριζε μαζί της, κάνοντας σχέδιο εκδίκησης για τη μέρα της γιορτής της Ευαγγελίας. Τώρα άρχιζε να ανακατεύεται, να της χαλάει τη χαρά από το «κατόρθωμά» της.
Η Κλειώ, παρατηρώντας τες, είχε ήδη φάει πέντε τυροπιτάκια στη σιωπήπάντα, όταν ανησυχούσε, έτρωγε πολύ.
Ύστερα, η Άννα ανέφερε ήρεμα:
Ξεχνάτε ότι εγώ δεν έχω μητέρα, έτσι; Δεκαπέντε χρόνια ζω έτσι. Και εσείς μιζεριάζετεκι έχετε και μάνα και πεθερά! Τα βράδια βάζω το παλιό της τηλέφωνο δίπλα μου, το καλώ, και όταν βλέπω στην οθόνη „Μαμά”, μιλάω με το τίποτα. Της εξομολογούμαι τα πάντα, μιλάω στη σιωπή και νιώθω μια τεράστια απώλεια…
Κι εσύ, Φωτεινή, δεν εκτιμάς τίποτα. Αναρωτιέμαι: πότε έκανες τελευταία φορά καθαρά ανθρώπινη χειρονομία στην Ευαγγελία; Εμάς, φίλες σου, μας κουρεύεις και μας περιποιείσαι. Εκείνη; Της έβαψες τα μαλλιά μια φοράθυμάσαι πότε;
Το σκουλήκι μέσα στη Φωτεινή μαζεύτηκε, και η φωνή της, πιο ξένη κι από τη δική της, απάντησε ψιθυριστά:
Ποτέ.
Η Κλειώ έσπευσε: «Εγώ τη Μαρία μου πάντα την περιποιούμαι, της φτιάχνω πιτάκια, κέικ, πασχαλινά κουλούρια! Και χαίρεται τόσο…».
Το σκουλήκι της Φωτεινής έφυγε, κι εκείνη για πρώτη φορά ένιωσε ανάλαφρη. Μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει, μα κάτι την κρατούσε.
Η Άννα, με ειλικρίνεια, συνέχισε: «Μόνο όποιος έχασε μάνα καταλαβαίνει τι πάει να πει απουσία. Σταματήστε να ψάχνετε λόγους να πικραίνετε ο ένας τον άλλον».
Έπεσε σιωπή. Η Κλειώ σηκώθηκε, έστειλε μήνυμα στον άντρα της: «Σήμερα στο σπίτι όλοι μαζίκαι οι γονείς σου!». Έφυγε σβέλτα.
Η Φωτεινή σηκώθηκε, μάζευε τα πράγματα της, τα έχυσε όλα κάτω, η Άννα τη βοήθησε. Βγήκαν σιωπηλές στον δρόμο.
Όλο το απόγευμα είχε δουλειές και ραντεβού, μα όσο κι αν ήθελε να πείσει τον εαυτό της πως δεν έτρεχε τίποτα, κάτι την έτρωγε. Εκεί, στην άκρη της Αθήνας, μια γυναίκα μεγάλη, που εκείνη νόμιζε πως τη μισεί, κοιτάζει το δώρο τηςαυτό με το οποίο της ήθελε να κάνει κακό. Αν της έκανε το ίδιο και εκείνη, θα πληγωνόταν;
Ακυρώνοντας τα ραντεβού της και ζητώντας συγγνώμη μέσω μηνυμάτων, η Φωτεινή παίρνει το δρόμο για το σπίτι της Ευαγγελίας.
Το τηλέφωνο του Νώντα απενεργοποιημένο. Οι παλάμες της ιδρωμένεςτί θα της πει ο Νώντας; Αυτή είναι η μαμά του…
Ο ήλιος πέφτει. Τα παράθυρα στο μικρό σπιτάκι τρεμοπαίζουν στο φως. Τα λουλουδάτα κουρτινάκια που παλιά της τη σπάγαν, τώρα μοιάζουν ζεστά. «Πρέπει να ζητήσω συγγνώμη. Να βρω ένα άλλο δώρο. Δεν πρόλαβα… Θα της υποσχεθώ κάτι καλύτερο. Τα κατέστρεψα όλα», σκέφτεται προχωρώντας στο σπίτι.
Η πόρτα ξεκλείδωτη. Στο τραπέζι μια μεγάλη ζωγραφισμένη πιατέλα με κεφτεδάκια, δροσερή ταραμοσαλάτατο αγαπημένο τους. Παστίτσιο, σαλάτες. Ο Νώντας μιλάει με το Λουκά που καταβροχθίζει τα γιαπράκια της γιαγιάς. Κι η ίδια η Ευαγγελία, με το μπλε φόρεμα, τη λευκή δαντελένια γιακά, την πλεξίδα της, στέκεται κοντά στους φίλους τηςδυο κυρίες της γειτονιάς και έναν ζωηρό παππού.
Δείτε τί μου χάρισε η νύφη μου! Καλλονή, όμορφη, πριγκίπισσα! Όταν τη βλέπω, η καρδιά μου χτυπά τόσο χαρούμενα… Μια ζωγράφος την απεικόνισε. Ξέρετε, έκλαψα από ευχαρίστηση. Τίποτα καλύτερο για μένα!
Η Φωτεινή έγινε κατακόκκινη. Σαν τότε που μικρή τα έκανε θάλασσα και φοβόταν τη γιαγιά της.
Το δώρο για τη γιορτή ήταν… το πορτραίτο της Φωτεινής. Πίστευε πως η Ευαγγελία θα το βαρεθεί, πως θα τη βασανίζει ίδια η θέα. Κι όμως, αυτή πλημμύρισε απ τη χαρά.
Η νύφη μου είναι τόσο όμορφη… Ντρέπομαι να της μιλήσω καν. Μου λείπουν οι λέξεις. Εγώ κακομούτσουνη, αδέξια, δεν ξέρω να λέω ωραία λόγια, τα φοβάμαι. Όταν κοιμάται στο σπίτι, της σκεπάζω την κουβέρτα. Ο Θεός πήρε γρήγορα τις κόρες μου. Μου άφησε άλλη κόρη, τη γυναίκα του γιου μου, τη Φωτεινή μου. Στον Νώντα λέω πως έχει διαμάντι για σύζυγο!…
Ζήσε τώρα μ αυτό!, πάλλει το σκουλήκι της Φωτεινής για τελευταία φορά και χάνεται.
Ο μικρός Λουκάς την αγκαλιάζει, ο Νώνταςστοργικόςτης ψιθυρίζει πως απορούσε που ήρθε, αφού είχε δουλειά.
Τα ακύρωσα όλα. Κυρία Ευαγγελία… μπορώ να σας λέω μαμά πλέον; Και… χρόνια πολλά! της βγαίνει πνιχτά, με κόμπο στον λαιμό.
Θα θελε να γονατίσει, σαν τον άντρα της ιστορίας της Άννας, μπροστά στη σοφία, τη γαλήνη και τη μεγαλοσύνη που ποτέ δε μέτρησε σωστά.
Φωτεινιώ μου! Βρήκες χρόνο, σ ευχαριστώ κόρη! Μια χαρά με έκανες, που μπήκες στο σπίτι μου! αναφωνεί η Ευαγγελία περήφανη.
Ο παππούς επιδοκιμάζει, η ατμόσφαιρα ζωντανεύει, γέλια ακούγονται.
Η Φωτεινή χαίρεται που σήμερα υπάρχει γιορτή, που ζει και έχει ακόμα γονείς, ο άντρας κι ο γιος της δίπλα της, μια πεθερά που αξίζει, κι η δουλειά που λατρεύει. Τελικά, είναι πλούσια στ αλήθεια!
Ελάτε να φάμε όλοι μαζί, φωνάζει η Ευαγγελία, και μετά… «Μέρα Ομορφιάς». Όποιος θέλει μπορώ να του κάνω μαλλιά και περιποίηση! Και ν ανανεωθούμε! χαμογελά η Φωτεινή.
Αυτό ήταν το πραγματικό της δώρο. Για όλους.




