Σκάνδαλο στην καλή οικογένεια
Αυτό είναι το τέλος! ψιθύρισε η Λυδία Σταματίου σκουπίζοντας διακριτικά τις γωνίες των ματιών της με ένα λευκό μαντήλι, τόσο σπαρακτικά που ο άντρας της, ο Ηλίας Αντωνίου, ταράχτηκε.
Λυδούλα, τι έγινε; Τα σταγόνες σου;
Άσε με ήσυχη με τις σταγόνες σου, Ηλιάκο! Δεν καταλαβαίνεις; Είναι ντροπή! Ντροπή! Η οικογένειά μας έγινε ρεζίλι! Δεν τη βλέπεις; Δεν έχει ίχνος μετάνοιας!
Η μοναδική κληρονόμος, η Ευγενία Αντωνίου, πράγματι δεν έμοιαζε για μετανιωμένη. Δεν έβαλε τα κλάματα, ούτε έριξε στάχτη στο κεφάλι της. Τίποτα απ αυτά.
Η Ευγενία έτρωγε βύσσινα. Είχε απλώσει τα ατελείωτα, καλλίγραμμα πόδια της ολόιδια με της γιαγιάς της, της θρυλικής πρίμα μπαλαρίνας της Λυρικής στα κάγκελα της βεράντας. Έπαιρνε ένα βύσσινο από τη μεγάλη κεραμική πιατέλα στο τραπέζι, το έβαζε στο στόμα, και ύστερα, στοχεύοντας προσεκτικά, πετούσε το κουκούτσι στα τζάμια. Απαράδεκτη συμπεριφορά, που κάθε φορά έκανε τη μητέρα της να αναστενάζει με απόγνωση.
Ευγενία! Σταμάτα αμέσως! Πώς συμπεριφέρεσαι έτσι; Έχουμε σοβαρή κουβέντα να κάνουμε κι εσύ… εσύ…
Η Λυδία σήκωσε τα χέρια αγανακτισμένη και βρήκε καταφύγιο στις σταγόνες της.
Ευγενία μου, σοβαρολογείς; ο Ηλίας κοίταξε την κόρη του με ελπίδα προτού ακολουθήσει τη Λυδία.
Σοβαρότατα, πατέρα! Και πες στη μαμά ότι το συνοικέσιο της είναι καταδικασμένο. Με τον Μάξιμο δε θα παντρευτώ ποτέ! Ούτε να το ελπίζει.
Της ραγίζεις την καρδιά.
Μην υπερβάλλεις, πατέρα!
Θέλεις δεν θέλεις να το ξανασκεφτείς;
Όχι. Του αρνήθηκα σήμερα. Τα είπαμε ξεκάθαρα. Αν δεν κατάλαβες τη πρώτη φορά, το λέω ξανά: Όχι, γάμος δεν πρόκειται να γίνει.
Αλίμονο μου…
Αχ, από το σαλόνι ακούστηκαν οι θρήνοι της Λυδίας, ο Ηλίας έτρεξε και η Ευγενία άνοιξε άλλο ένα βύσσινο.
Θεέ μου, τι θα πω στον κόσμο; Καταστροφή! Το εστιατόριο έχει κλειστεί, οι προσκλήσεις έχουν φύγει!
Μητέρα, δεν σου ζήτησα να τα στείλεις! φώναξε ήρεμα η Ευγενία. Μόνη σου το αποφάσισες, μόνη σου ξέμπλεξε!
Άκαρδη κόρη! Ήθελα το καλύτερο!
Και, όπως πάντα, βγήκε το χειρότερο. Εγώ έχω τα δικά μου όνειρα. Τι ατυχία, ε;
Ευγενία! η φωνή της Λυδίας ράγισε και ξέσπασε ξανά σε κλάματα. Πώς τολμάς;
Τίποτε το ιδιαίτερο. Η Ευγενία σηκώθηκε, μάζεψε τρεις άπιαστες κούπες με ξεχασμένο τσάι και τις πήγε κουζίνα. Ξέρω τι θα μου πεις. Μπορώ να πλύνω τρία φλιτζάνια χωρίς να τα σπάσω.
Η Λυδία άφησε το μαντίλι.
Ίδια με τη μάνα σου! είπε στο σύζυγό της. Ακόμα και οι φράσεις ίδιες! Γιατί στη μοίρα μου αυτό το μαρτύριο;
Η πεθερά της, η θρυλική Ρεγγίνα Αργυράκη, ήταν η σκιά της οικογένειας. Η Λυδία είχε μεγαλώσει, παντρεύτηκε σχετικά μεγάλη και ήθελε σεβασμό. Μα η Ρεγγίνα, γεννημένη Αθήναια, δεν άλλαξε ούτε συμπεριφορά ούτε ύφος εξαιτίας της νέας νύφης.
Λυδία, τι άρωμα είναι αυτό; ψιθύριζε και έκλεινε διακριτικά τη μύτη, κάθε φορά που πλησίαζε.
Τα καινούρια μου αρώματα! Δεν σας αρέσουν;
Ίσως, αλλά γιατί να ρίχνεις όλο το μπουκάλι πάνω σου; Μια σταγόνα αρκεί.
Η Λυδία, όντας εθισμένη στο υπερβολικό άρωμα, φούσκωνε και παρεξηγιόταν κάθε φορά.
Γιατί με τα βάζει; ρωτούσε τον Ηλία. Γιατί μου φέρεται έτσι;
Έτσι μιλάει σε όλους. Είναι ο χαρακτήρας της.
Ή αλλάζει στυλ ή δεν ξέρω τι θα κάνω! Και σταμάτα να με λες γλυκιά μου!
Η Ρεγγίνα, όπως και κάθε γνήσια Ελληνίδα γιαγιά, δεν άλλαζε. Με τα πικρόχολα σχόλιά της δοκίμαζε τα νεύρα τής Λυδίας. Κάποια μέρα, στη Λυρική, μια συνάδελφος της Λυδίας είπε:
Λυδία, έγινες πραγματική κυρία! Ορίστε τι σημαίνει να έχεις την Ρεγγίνα για πεθερά! Σπουδαία γυναίκα! Τι στυλ! Είσαι το αντίγραφό της!
Το σχόλιο ενόχλησε τη Λυδία ως προς τη σύγκριση, αλλά τη γοήτευσε ως φιλοφρόνηση. Τελικά, ήξερε να κρατά αποστάσεις. Κι αφού ήρθε η Ευγενία στη ζωή τους, τα άφησε όλα πίσω.
Όλοι στην οικογένεια πλην Λυδίας, που ήταν οδοντίατρος είχαν καλλιτεχνικό ταμπεραμέντο. Η Λυδία δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν. Μόνο ο Ηλίας ήξερε τα βασικά. Εκείνος, σοφός όπως και η γυναίκα του, σεβάστηκε τη σιωπή της.
Με την μητέρα της, η Λυδία είχε κόψει κάθε επαφή. Στον λαιμό της φορούσε διαρκώς ένα μενταγιόν που έκρυβε τη φωτογραφία ενός αγοριού με καστανές μπούκλες τον Παυλάκη της. Δεν άνοιγε ποτέ το μενταγιόν. Θυμόταν καλά: ο Παυλάκης ήταν δυο ετών, όταν η γιαγιά που τον κρατούσε, τον άφησε για λίγο μόνο του, να πάει μανάβικο. Καλοκαίρι, ανοιχτά παράθυρα, η κούνια κοντά στην μπαλκονόπορτα για να δροσίζεται…
Η απώλεια του παιδιού την τσάκισε. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν πήρε αναστολή σπουδών. Ο άντρας της τότε, σε αποστολή και χαμένος, δεν μπόρεσε να επιστρέψει καν στη κηδεία. Το διαζύγιο ήρθε γρήγορα. Όταν όλα τελείωσαν, έφυγε απ’ τη Θεσσαλονίκη με μια βαλίτσα και μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Μετά βρέθηκε στη ζωή της ο Ηλίας.
Ήρθε στο ιατρείο, πιάνοντας το πρησμένο μάγουλο.
Πόσο καιρό το χεις;
Εδώ και βδομάδα ταλαιπωρούμαι.
Ε, δεν ντρέπεσαι; Μεγάλος άντρας και κάνει σαν παιδί!
Τίποτα δεν καταλαβαίνω… απάντησε με ένα χαμόγελο που μπέρδεψε τη Λυδία. Ξαφνικά κόμπιασε, μπέρδεψε τα εργαλεία της. Ευτυχώς που ο Ηλίας έκανε πως δεν το είδε.
Ένα χρόνο σχεδόν ο Ηλίας την περίμενε κάθε μέρα από τη δουλειά, τη γύριζε σπίτι. Σιωπηλοί περπατούσαν, αλλά ήταν σαν να μιλούσαν πάντα. Όταν της έκανε πρόταση, εκείνη ξανασκέφτηκε:
Είμαι καλά μαζί σου, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένο.
Γιατί;
Δεν θέλω να κάνω άλλο παιδί.
Γιατί;
Θα σου πω, αλλά χωρίς λεπτομέρειες. Κι αύριο αν δεν έρθεις, θα το καταλάβω. Σκέψου. Κάνε κουβέντα με τη μάνα σου, έτσι κι αλλιώς την λατρεύεις.
Ο Ηλίας δεν χρειάστηκε συμβουλές ήξερε τι ένιωθε. Η Ρεγγίνα έκανε πλάκα πως, από τότε που βγήκε σε σύνταξη νωρίς, έγινε πιο δύσκολη και για τη νύφη, σχεδόν όσο και σε παλιό ανέκδοτο! Άλλωστε, μέχρι ο Ηλίας να της φέρει τα στέφανα, είχε ήδη δυο γάμους πίσω της.
Στη Ρεγγίνα, ο Ηλίας τα είπε όλα. Εκείνη κάπνιζε και τον άκουγε αμίλητη, κάθε της ρυτίδα σκλήρυνε περισσότερο με κάθε λέξη του. Στο τέλος μόνο τον ρώτησε:
Την αγαπάς;
Ναι.
Τότε, τι το κουράζεις; Αγάπη, παιδί μου, είναι θησαυρός, που δεν χαρίζεται σε όλους. Ό,τι και να πληρώσεις, λίγο θα ναι. Και θυμήσου, ο θησαυρός, όσο πιο πολύτιμος, τόσο πιο βαρύς. Μερικές φορές σε λυγίζει η αγάπη, αλλά αν είναι σωστός, σε δυναμώνει. Τα κατάλαβες;
Όλα.
Κάπως έτσι, η Λυδία πέρασε στην οικογένεια. Η Ρεγγίνα την πήγε στην καλή μοδίστρα της, της παρέδωσε στο χέρι το οικογενειακό μπιζουτιέ με κοσμήματα της γενιάς των Αντωνίου.
Πάρε, Λυδία. Είσαι δικιά μας. Μόνο φόρεσέ τα με μέτρο. Η προγιαγιά μου έλεγε πως μόνο στα Παζάρια της Αθήνας φοριούνται διαμάντια το πρωί έτσι να πεθάνουν απ τη ζήλια οι νοικοκυρές!
Γέλασε η Λυδία, αν και νόμιζε πως είχε ξεχάσει πως είναι το γέλιο.
Όταν η Λυδία έμεινε έγκυος, πρώτη το έμαθε η Ρεγγίνα. Κατάλαβε από το πρόσωπό της και είπε:
Θα γεννήσεις στη Σόφη, την καλύτερη γυναικολόγο. Την εμπιστεύομαι με κλειστά μάτια.
Φοβάμαι ότι δεν θα αντέξω…
Λυδία, άκουσέ με. Μην είσαι ανόητη! Ευχαρίστησε τον Θεό και προχώρα! Τίποτα μην φοβάσαι. Αφού μπορώ, θα σε προσέχω εγώ. Συμφωνούμε;
Ναι… Ευχαριστώ…
Άσε το ευχαριστώ για αργότερα! Όταν θα γίνω ενοχλητική γιαγιά, τότε να με ευχαριστήσεις.
Ιούνιος στη Γλυφάδα γεννήθηκε η Ευγενία υγιέστατη και κλαψιάρα. Η Ρεγγίνα, έξω απ το μαιευτήριο, τράβηξε τη δαντελωτή άκρη του σεντονιού και γέλασε δυνατά:
Κομψοτέχνημα! Μπράβο, Λυδία!
Και τήρησε τον λόγο της. Άλλη βοηθός καλύτερη από τη Ρεγγίνα δεν υπήρξε. Η μεγάλη ντίβα του θεάτρου, ερχόταν σπίτι, έβγαζε το γούνινο παλτό, έπιανε τον τσίγκινο νιπτήρα, έτριβε το πράσινο σαπούνι και έβγαζε τους λεκέδες από τα σεντόνια του μωρού. Μετά έπλενε την Ευγενία και της φιλούσε τα πατουσάκια:
Θησαυρέ μου! Πάντα γερή να σαι!
Ξέχασαν τα παλιά καβγαδάκια.
Η Λυδία βρήκε το δικό της λιμάνι οικογένεια, σπίτι και σχετική ηρεμία.
Τον Παυλάκη φυσικά δεν τον ξέχασε. Ο Ηλίας την πήγαινε στη Θεσσαλονίκη δυο φορές το χρόνο, αλλά η ίδια δεν κατέβαινε ποτέ στο σπίτι. Έμεναν κοντά, μέτραγε τα λεπτά μέχρι την αναχώρηση.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια, ως τα δέκατα γενέθλια της Ευγενίας, όταν ήρθε γράμμα από τη μητέρα της Λυδίας. Μόνο η Ρεγγίνα το διάβασε μαζί της.
Πήγαινε. Δεν θα το ξεχάσεις. Μάλλον ούτε θα τη συγχωρέσεις ποτέ, αλλά μάνα σου είναι. Θυμήσου τις καλές στιγμές, αν βρεις. Κι αν δεν τις βρεις, έχεις κάνει το χρέος σου. Συγχώρεση δεν είναι εύκολη. Μα αν δεν πας, θα κουβαλάς πάντα αυτό το βάρος.
Την επόμενη μέρα πήγε στη Θεσσαλονίκη, η κουβέντα με τη μάνα της κράτησε λίγο όσο για μια χειραψία και ένα Συγχώρεσέ με.
Γυρνώντας, η Ρεγγίνα της είπε απλά:
Μπράβο. Το έκανες σωστά.
Θα πίστευε κανείς πως ήρθε ηρεμία. Αλλά η Λυδία πνιγόταν. Η συμβουλή της Ρεγγίνας είχε πιάσει τόπο, κάτι έγινε στο μέσα της που δεν σταματούσε να χτυπάει συναγερμό.
Ο φόβος. Ασύλληπτος, αλλά κυρίαρχος. Ακόμα κι ο Ηλίας ανησύχησε.
Υπερπροστατεύεις την Ευγενία, Λυδούλα. Πρέπει να βρει τον δικό της κύκλο, τα ενδιαφέροντά της. Εμείς οι τρεις δεν αρκούμε.
Δεν σε καταλαβαίνω.
Σταμάτα με αυτόν τον έλεγχο. Ελευθερία χρειάζεται!
Μάλιστα! Γι αυτό το λες; Δε σε νοιάζει το παιδί μας, δηλαδή;
Σαφώς και με νοιάζει! Τι λες τώρα;
Βλέπω, καταλαβαίνω! Δεν είναι αγόρι, κορίτσι είναι, δεν θα αντέξω κι άλλη απώλεια. Το χεις καταλάβει;
Γιατί να τη χάσουμε;! αγριεύει ο Ηλίας.
Γιατί έτσι είναι η ζωή! Και μετά; Τρέχω και χτυπιέμαι; Σε ποιον τα λέω…
Μόνο η Ρεγγίνα βρήκε λύση.
Στείλε την Ευγενία σε μαθήματα χορού.
Γιατί, μάνα; Η κοπέλα πνίγεται με δραστηριότητες!
Στην άκρη όλα! Θέλει χορό. Ζευγαρωτό.
Είναι τόσο σημαντικό;
Πολύ.
Εντάξει, θα προσπαθήσω.
Κι έτσι ξεκίνησε ο χορός. Και ήρθε ο Μάξιμος.
Ένα βαρυκόκαλο αγόρι, που του είχε προτείνει η γιαγιά να δοκιμάσει. Τους έκαναν ζευγάρι να δοκιμαστούν και γέμισε το στούντιο. Τρία χρόνια μετά, πήραν το πρώτο τρόπαιο. Άλλο τόσο και γίνανε μόνιμοι στους διαγωνισμούς.
Ο Μάξιμος πια είχε ανθίσει: όμορφος, ψηλός, με βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση προς τη λεπτή Ευγενία. Οι κριτές ήταν βέβαιοι: «Αυτά τα παιδιά είναι ζευγάρι και εκτός χορού».
Η Ευγενία χαμογελούσε πονηρά, δεν επιβεβαίωνε, ούτε διέψευδε. Δεν ήξερε ότι η μητέρα της είχε αρχίσει να πλέκει σχέδια γάμου για το μέλλον.
Το έμαθε μετά το Λύκειο.
Αποφάσισα. Θα δώσω στην Ιατρική.
Πάντα ξεχώριζε στα μαθήματα, αλλά άργησε να το αποφασίσει.
Κορίτσι μου, είχαμε άλλα στο μυαλό μας είπε η Λυδία με ένα περίεργο χαμόγελο που ανατρίχιασε την Ευγενία.
Τι άλλο; Είπα εγώ τίποτα;
Όχι. Δεν μιλάς εύκολα. Αλλά μίλησα με τον Μάξιμο και τους γονείς του.
Και;
Έχουμε τρεις μήνες για να οργανώσουμε τον γάμο. Φθινόπωρο, ό,τι πρέπει! Η γιαγιά θα βοηθήσει να τον κάνουμε αξέχαστο! Έχει άκρες…
Γάμος; Ευγενία μισόκλεισε τα μάτια. Ποιος παντρεύεται; Ο Μάξιμος;
Καρδούλα μου! Φυσικά! Είσαστε ιδανικό ζευγάρι όχι μόνο στην πίστα, και στη ζωή! Υπέροχο δεν είναι;
Κι εμένα, με ρώτησες;
Νόμιζα πως ήταν συμφωνημένο, αγαπούλα.
Μην με λες αγαπούλα!
Πήρε την τσάντα και έφυγε. Μόνο το βράδυ έμαθε η Λυδία ότι η Ευγενία πήγε να μείνει στη γιαγιά.
Η Ρεγγίνα ήταν επιγραμματική.
Τι περίμενες; Μαριονέτα είναι η Ευγενία; Θα της φορέσεις νυφικό και πάπαλα; Δεν σε αναγνωρίζω, Λυδία!
Δικό μου είναι το παιδί! Θέλω να τη δω ευτυχισμένη! Ο Μάξιμος την αγαπάει!
Αυτή εκείνον;
Εγώ ξέρω καλύτερα τι της χρειάζεται. Δεν ξέρει τι θέλει!
Ξέρει. Θέλει να γίνει χειρουργός αξιόλογο όνειρο κατά τη γνώμη μου. Τι σε πειράζει;
Όλα! Σπουδές ξε-σπουδές, πρώτα γάμος! Μετά ησυχάζω.
Και πώς θα σε ηρεμήσει αυτό;
Θα έχει προστάτη και στήριγμα. Καλό παιδί, ο Μάξιμος! Όσο είναι μαζί, κοιμάμαι ήσυχη.
Καταλαβαίνω την αγωνία σου. Αλλά… τη βάζεις σε χρυσό κλουβί, όχι από επιλογή της. Το ξέρεις
Άδικος και άσκοπος αυτός ο καυγάς. Ο γάμος θα γίνει.
Για δες! Δεν ξέρεις καθόλου τι άνθρωπος είναι η κόρη σου.
Η Ευγενία το έκανε σαφές. Πήγε στη γιαγιά, κι η Λυδία πεισμώθηκε. Ούτε στο τηλέφωνο απαντούσε, ούτε να τη δει πήγε, ούτε έμαθε για τις επιτυχίες στη σχολή παρά από τον Ηλία.
Λυδούλα, φτάνει πια! Ήρθε η ώρα να τα βρείτε. Γιατί να κάθεσαι να αγκαλιάζεις το μαξιλάρι της και να κλαις, ενώ μπορείς να ακούσεις τη φωνή της; Εγώ πήγα χθες ανησυχεί και σε ρωτάει.
Μπα! Ενδιαφέρεται δήθεν για μένα…
Λυδία! για πρώτη φορά στη ζωή του της φώναξε ο Ηλίας. Έφτασε στα άκρα! Τόσο την ήθελες αυτή την κόρη! Τώρα τι άλλαξε κι έγινε ξένη σου; Δεν βλέπεις πόσο υποφέρεις; Γιατί όλος αυτός ο αυτομαρτύριασμος; Δεν το καταλαβαίνω!
Ούτε εγώ! Αλήθεια δεν ξέρω πώς να τα φτιάξω πάλι… Δεν μπορώ να ανασάνω χωρίς τη μικρή μας… Σκοτεινιάζει ο κόσμος μου, όπως τότε που χάσαμε τον Παυλάκη…
Σταμάτα! Την τάραξε γερά ο Ηλίας. Η Ευγενία είναι ζωντανή κι εδώ! Πάμε!
Πού;
Στην κόρη μας! Σταμάτα να νομίζεις πως τα πάντα περνούν απ το χέρι σου. Άσε την να ζήσει, φτάνει πια με τα κλουβιά και τις γυάλινες καμπάνες!
Είτε τα λόγια του, είτε ο θυμός, έπιασαν τόπο. Η Λυδία έκανε ό,τι της ζήτησε.
Η συμφιλίωση ήρθε. Τι ειπώθηκε πίσω από κλειστές πόρτες στης Ρεγγίνας δεν το άκουσε ποτέ κανείς. Μόνο από τα πρησμένα μάτια και τα κοκκινισμένα μάγουλα κατάλαβε ο Ηλίας πως μαμά και κόρη έβγαλαν άκρη.
Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια. Όταν η Ευγενία πια βάδιζε προς τα όνειρά της με πείσμα, συμβαίνει το αναπάντεχο, που έκανε κι η γιαγιά Ρεγγίνα να σφυρίξει με θαυμασμό.
Κυρία Αντωνίου, σας έφεραν επείγον περιστατικό οξεία σκωληκοειδίτιδα!
Καλά… Φτου! Εντάξει, έρχομαι!
Η Ευγενία ήπιε το καφεδάκι της, τεντώθηκε και πήγε στα επείγοντα. Η βάρδια της τέλειωνε, αλλά ήθελε κι εμπειρία.
Εσύ…;
Εγώ ο Μάξιμος χαμογέλασε, ύστερα σφάδασε.
Λοιπόν, θα με εμπιστευτείς;
Εσένα; Φυσικά!
Ούτε διαθήκη, ούτε φοβίες;
Ευγενία, είσαι θεότρελη!
Το καλύτερό μου
Τρία χρόνια μετά, η Ευγενία ανοίγει τη καγκελόπορτα του πατρικού στην Κηφισιά και αφήνει στην αυλή τον γιο της.
Για δείξε στη γιαγιά πως τρέχεις! Μαμά, πιάστον!
Ο μικρός Παυλάκης ξεφωνίζει, τρέχει στην αγκαλιά της γιαγιάς.
Χρυσό μου! Τι χαρά να σε βλέπω!
Μαμά, γεια! Η γιαγιά εδώ;
Εδώ… απαντά η Λυδία γελώντας και σφίγγοντας τον εγγονό. Πήγε στα Χανιά για καινούριο έρωτα!
Τι θρύλος! Ποιος είναι;
Ζωγράφος πρέπει να ναι ή γλύπτης, δεν θυμάμαι Ρώτα την ίδια όταν γυρίσει! Ο Μάξιμος;
Παρκάρει.
Τέλεια! Έτοιμο το κρέας, ο μπαμπάς βγάζει τον γαλατόπιτα. Πλύντε χέρια και στο τραπέζι! Εγώ να βάλω τον Παυλάκη για ύπνο και έρχομαι!
Σε ξέρουμε! Θα του τραγουδάς ως να κοιμηθεί!
Κακό είναι; γέλασε η Λυδία, φιλώντας τον εγγονό.
Τέλειο, μαμά!





