Ακριβή απόλαυση

Ακριβό χόμπι

Ειρήνη, πάλι τα ίδια; Πόσο ακόμα; Δουλεύω μόνο για τη γάτα σου!

Η γάτα που προσπαθούσε να χώσει η Ειρήνη στο κλουβάκι της απέφυγε πάλι τα χέρια της, σωριάστηκε στο πλακάκι και χώθηκε στην άκρη του χολ, βγάζοντας ένα παραπονιάρικο, βαθύ νιαούρισμα, σαν να ήξερε καλά πως η ζωή της είχε μεγάλη αξία. Η γάτα, την οποία η Ειρήνη κάποτε, πολύ παλιά, είχε βαφτίσει με το ρομαντικό όνομα Αισχύλος, έμοιαζε αποφασισμένος να πουληθεί ακριβά, όσο κι αν ο Δημήτρης δεν έβλεπε κανένα νόημα στη φασαρία.

Ήταν πολλά χρόνια πριν, γιατί ο Αισχύλος ή Αίσχυ, όπως τον έλεγε τρυφερά η Ειρήνη ζούσε κοντά της ήδη πάνω από μια δεκαετία. Πόσα χρονάκια είχε στην πραγματικότητα η γάτα, η Ειρήνη δεν ήξερε. Τον είχε μαζέψει από τον δρόμο και σίγουρα δεν ήταν γατάκι τότε. Ακόμα κι έτσι, στην κτηνιατρική κλινική όπου τον είχαν πάει με τη μητέρα της, είχαν πει πως παρά που ήταν ενήλικος, ήταν και ακόμα σχετικά νέος.

Εκείνη την πρώτη φορά, η μητέρα της Ειρήνης, η Δανάη, είχε φθάσει τρέχοντας, σφιχταγκαλιάζοντας το πλάσμα τυλιγμένο με μια παλιά παιδική κουβέρτα.

Σώστε τον, σας παρακαλώ!

Από πού βρήκατε αυτό το θηρίο; δυσανασχέτησε η βοηθός κτηνιάτρου. Ψωραλέα γάτα του δρόμου είναι.

Τι σημασία έχει από πού τον βρήκα; Είναι η γάτα μου! Βοηθήστε τον! Δεν βλέπετε πως υποφέρει, το καημένο; Τι καθυστερείτε; Τα λεφτά μου είναι χειρότερα από όσων φέρνουν γάτες ράτσας;

Η Δανάη έμοιαζε έξαλλη, και η βοηθός αποφάσισε πως δεν είχε νόημα να κοντραριστεί μαζί της και σοφά έπραξε.

Η Δανάη Καπετάνου, η μητέρα της Ειρήνης, ήταν ιδιαίτερα πεισματάρα γυναίκα πώς να μην είναι; Δοκίμασε να μεγαλώσει παιδί ολομόναχη, χωρίς καμία υποστήριξη, και να προσέχει κιόλας δυο ηλικιωμένους γονείς, όλα αυτά με μισθό νηπιαγωγού! Αντέχει κανείς έτσι χωρίς αγώνα;.

Ήξερε να υπερασπίζεται τον εαυτό της, ήταν όμως και καλή, δοτική αγαπούσε τα παιδιά και τις γάτες (και μερικές φορές, παρά τον φόβο της, και τα σκυλιά).

Δεν άφηνε να της περάσει κουβέντα καμία γειτόνισσα, γονιός παιδιού απ τα «δικά» της, ή άγνωστος. Κι όμως, αυτή η δύναμη εφαρμοζόταν κυρίως σε ξένους με τους δικούς της ανθρώπους, σα να έχανε τα λόγια, σα να μην τα κατάφερνε.

Ο άντρας της, έφυγε μέσα σε μια εβδομάδα γάμου ακούγοντας και τη μάνα της να λέει «Και πολύ άντεξε μαζί σου». Κι όσον κι αν πλήγωσε τη Δανάη, το αποδέχτηκε· «Τέτοια χαζή, όπως εγώ, δεν χτίζεται οικογένεια».

Ο άντρας της, απομακρυνόμενος, της είχε πετάξει κατάμουτρα: «Γυναίκα από σένα; Όπως εγώ χορευτής μπαλέτου!»

Η Δανάη πληγώθηκε, μα γρήγορα παρηγορήθηκε με το που έμαθε ότι κυοφορούσε. «Γυναίκα είμαι» Μόνο γυναίκες γεννούν! Τη μέρα του τοκετού, την περίμενε σαν να ήταν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.

Όμως η μητέρα της, ούτε αυτή τη φορά στάθηκε στο πλάι της. «Τι το θες αυτό το βάρος; Είσαι νέα, όμορφη, έχεις προοπτικές. Θα μένεις στα μακαρόνια και στη φακή! Τα παιδιά είναι ακριβό χόμπι, Ειρήνη! Ακόμα το αγνοείς, μα θα το μάθεις».

Μα και πώς μεγαλώσαμε εμείς, μαμά; αντέτεινε η Ειρήνη.

Να, αυτό! Και τι καταλάβαμε;

Σκεφτόταν η Ειρήνη λόγια, αλλά η καρδιά της πάλευε να αρνηθεί αυτό τον προφανή συλλογισμό. Μόνη σκέψη της η μαυρίλα μιας ζωής χωρίς το παιδί το να μην είναι μητέρα την ξέσχιζε μέσα της.

Το τέλος στη σκέψη της, όμως, το έβαλε η γιαγιά της. Ήρθε απρόσμενα στην Αθήνα, με το φουλάρι των γιορτών, και δήλωσε:

Κάνε το παιδί! Θα βοηθήσω εγώ!

Γιαγιά, και ο παππούς; Θα τα καταφέρει μόνος του;

Μια χαρά ο παππούς σου! Αν δεν φτάνει, τον φέρνουμε εδώ.

Ένα δεμένο, καθαρό πακέτο έπεσε στο τραπέζι και η Ειρήνη γνώρισε το αγαπημένο κόσμημα της γιαγιάς, τυλιγμένο μ’ ένα κεντημένο μαντίλι.

Θυμάσαι; Άνοιξέ το!

Ποτέ ως τότε, ούτε και μετά, δεν είχε κρατήσει τόσα χρήματα στα χέρια της.

Ο παππούς πούλησε το πατρικό του. Μια νέα οδός περνά απ το χωριό και τα οικόπεδα παίρνουν αξία. Και οι οικονομίες μας εδώ, φτάνουν. Για μικρό σπίτι φτάνει. Ύστερα, μόνη σου.

Γιαγιά, δεν μπορώ

Όλα μπορείς, κορίτσι μου! Όχι για σένα, για το μωρό. Ποιος θα το φροντίσει αν όχι η μάνα του;

Αυτό το τόλμημα διέλυσε οριστικά τη σχέση της με τη δική της μητέρα. «Όταν εγώ ζήτησα βοήθεια, μαμά, είπες πως δεν υπάρχει τίποτα. Τώρα φέρνεις όσα μού αρνήθηκες;»

Η γιαγιά έβγαλε την Ειρήνη έξω κι έκλεισε πόρτες, λέγοντας τα δικά της στην κόρη της. Δεν την έπεισε, όμως. Αρνιόταν να καταλάβει πώς βρέθηκαν όλα με το μέρος της Ειρήνης βοήθεια, στήριξη, ακόμη και διαμέρισμα ξεχωριστό. «Τόσο τυχερή; Παίζει Λόττο;».

Η Ειρήνη, όλους αυτούς τους διαλόγους, τους δεχόταν σιωπηλή. Αποφάσισε μόνο ότι δε θα γίνει ποτέ σαν τη μητέρα της.

Η γιαγιά διάλεξε υπέροχο σπίτι τετραδωμάτιο, παλιό, αλλά με χώρο, που μετά από σοβαρή ανακαίνιση έγινε σαν καινούριο. Μια παρέα μαυρομάλληδων μαστόρων, με καπετάνιο τον σκυθρωπό εργοδηγό και πάντα τη γιαγιά να διευθύνει, τακτοποίησαν τα πάντα. Η Ειρήνη, μπαίνοντας στην καινούρια, δική της πια, κάμαρα, έκλαψε.

Τι κλαις, κουτή; Τώρα πρέπει να χαίρεσαι! της είπε αποφασιστικά η γιαγιά.

Η Ειρήνη γέννησε πρόωρα, πρέπει να πούμε. Η νεογέννητη κόρη της, η Αντιγόνη, ήρθε γερή, ήρεμη, φωτεινή. Η Ειρήνη ήταν αποφασισμένη ποτέ δε θα φέρθει στην κόρη της όπως της φέρθηκε η μάνα της.

Φυσικά σου είναι πιο κοντά η γιαγιά! Εκείνη σε πρόσεξε! Κι εγώ; Ούτε στο σπίτι μου δεν με αφήνετε να ρθω να τη δω!

Μαμά, έλα όποτε θες Μόνο μην κάνεις φασαρία, σε παρακαλώ. Η Αντιγόνη φοβάται.

Φοβάται! Τι να φοβηθεί ένα μωρό; Επειδή φωνάζω;

Μα δε φωνάζεις ουρλιάζεις, σχεδόν παραπαραπονιόταν η Ειρήνη.

Η σχέση μάνας-κόρης έτριζε, μαζί με τις προσπάθειες που έκανε τώρα η Ειρήνη να μη γίνει σαν τη μητέρα της. Εύκολο στα λόγια, δύσκολο στα έργα.

Η μικρή Αντιγόνη ήταν έξυπνη και ήξερε να διαπραγματεύεται.

Μαμά, μπορώ ένα γλυκάκι;

Αντιγόνη, μετά το μεσημεριανό!

Ούτε ένα-ένα;

Όχι, κορίτσι μου.

Εντάξει μαμά, αλλά αν φάω φρόνιμα, να πάρω δύο μετά;

Η Ειρήνη γελούσε με τα τσαλίμια της θυγατέρας της, και της έβαζε δύο μόλις τελείωνε.

Μα η οικογένεια έδεσε πραγματικά όταν ο παππούς πούλησε το βιός και ήρθε Αθήνα φρόντιζαν όλοι μαζί την μικρή και τα κατάφερναν.

Τα δύσκολα ήρθαν όταν αρρώστησε βαριά η γιαγιά. Οι γιατροί ήταν απαισιόδοξοι, μα η Δανάη δεν χρειαζόταν τα λόγια τους. Ήξερε.

Να πάμε στη Θεσσαλονίκη, γιαγιά; Για γιατρούς;

Τι να κάνω εκεί, Ειρήνη; Δεν φοβάμαι που φεύγω, μόνο που σας αφήνω όλους πίσω.

Εκείνο τον καιρό η Αντιγόνη έφερε σπίτι τη γάτα.

Τη μέρα που ο Αίσχυλος μπήκε στο σπίτι, η μητέρα της λίγο έλειψε να χάσει το παιδί της. Η Αντιγόνη εξαφανίστηκε ξαφνικά γυρνώντας απ’ το σχολείο, η γειτονιά αναστατώθηκε, έψαξαν όλοι, ώσπου το κορίτσι γύρισε μουσκεμένη, βρώμικη, αλλά κρατώντας τυλιγμένη την ασθενική, ταλαιπωρημένη γάτα.

Είσαι καλά, παιδί μου;

Δεν πονάω εγώ, μαμά Αυτός πονάει!

Κι έτσι ξεκίνησε η μάχη της οικογένειας για τη γάτα. Την έτρεξαν στην κλινική, τη γιατροσόλεψαν, πλήρωσαν όσο για δύο ράτσες (η Ειρήνη αγανάκτησε στον λογαριασμό, αλλά πλήρωσε) και μοιράστηκαν ό,τι είχαν.

Έλειπαν χρήματα για φάρμακα, γιαγιά, δώρα γενεθλίων. Μα όταν η μικρή είπε «Μπορεί το δώρο μου να ναι να κρατήσουμε τη γάτα;», η Ειρήνη δάκρυσε έτσι μπήκε ο Αίσχυλος και ρίζωσε στην οικογένεια.

Ο δρόμος με τη νέα γάτα άλλαξε τη ζωή όλων. Η Ειρήνη, κουρασμένη να ζει μόνο με το μισθό της δασκάλας και δυο συντάξεις, αποφάσισε να παραιτηθεί δούλεψε ως νταντά, πήρε καλές συστάσεις, κι από τότε η δουλειά της πήγαινε κάθε χρόνο και καλύτερα.

Με το που έκλεινε η μέρα, χάϊδευε την γάτα στο ήδη γιατρεμένο αυτί του:

Αίσχυ, σε ευχαριστώ! Χάρη σ εσένα άλλαξα όλα!

Η γάτα της το ανταπέδιδε με γουργουρητά και τρυφερότητες.

Ήταν εκεί μπροστά στις χαρές και τις λύπες, όταν η Αντιγόνη αποχαιρέτησε τη γιαγιά της, όταν έχασε και τον παππού λίγους μήνες μετά, όταν η Ειρήνη συνάντησε κι ερωτεύτηκε ξανά τον Άγγελο και παντρεύτηκαν.

Ο Άγγελος εκτιμούσε την Ειρήνη πραγματικά, και τα βρήκε μια χαρά με την πεθερά του προσφέροντάς της το αυτοκίνητό του για τις διαδρομές στο εξοχικό, πράγμα που η κυρά-Δανάη αφηγούνταν υπερήφανη στις γειτόνισσές της.

Η Αντιγόνη, τώρα πια φοιτήτρια, αποφάσισε να μείνει στο παλιό τους διαμέρισμα και εκεί έφερε για πρώτη φορά τον αγαπημένο της.

Πω πω, ωραίο διαμέρισμα έχεις, Αντιγόνη!

Μα ένα φουσκωμένο, γκρινιάρικο γατί βγήκε αμέσως απ το υπνοδωμάτιο κι όρμησε πάνω στον Μάνο. Εκείνος πετάχτηκε πίσω φωνάζοντας να το μαζέψει. Η ασυμφωνία τους με τη γάτα ήταν προφανής.

Κι όμως, εκείνη τη χρονιά παντρεύτηκαν. Αλλά ένας κόμπος σχηματίστηκε ανάμεσά τους. Ο Μάνος έκανε συνεχώς επικρίσεις άρχισε να θυμίζει τρομακτικά τη φωνή με την οποία ο πατέρας της Ειρήνης είχε βιαστεί να την προσβάλει.

Τι σύζυγος είσαι, Αντιγόνη; Ούτε μακαρόνια δεν ξέρεις να κάνεις! Και τώρα αυτή η γάτα Τι πάλι πάει να της λείπει;

Όταν εμφανίστηκε ο λογαριασμός του κτηνιάτρου, το ύψος του εξόργισε τον σύζυγο.

Τόσα ευρώ για μια γάτα; Δε δίνω τόσα ούτε για τον εαυτό μου!

Δεν είναι «απλά μια γάτα», Μάνο. Είναι οικογένεια, είπε αποφασιστικά η Αντιγόνη.

Ξεκίνησε καυγάς. Ο Μάνος εξαγριώθηκε. Η Αντιγόνη κράτησε ένα μυστικό εκείνη τη μέρα εκείνο το πρωί είχε μάθει ότι ήταν έγκυος. Μα το παράβλεψε, τελικά τα πράγματα ξέφυγαν.

Με αποφασιστικότητα, ανάμεσά τους ήταν ξεκάθαρη η απόφαση. Την ώρα που πήγαινε να βάλει τη γάτα στο κλουβί για το γιατρό, ο Μάνος της φώναξε να διαλέξει ή αυτός, ή το ζώο.

Μαζί του θα φύγω! Μπορώ μόνο να εμπιστευτώ εκείνον που ήταν δίπλα μου όταν πονάω!

Τίποτα δεν είπε. Πήρε τα κλειδιά, ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα.

Περιμένω παιδί. Δεν θα συνεχίσω έτσι. Αν δεν νιώθεις τι νιώθω για όποιον με συντροφεύει στη ζωή, τότε καλύτερα να φύγεις. Σε ευχαριστώ για όσα καλά περάσαμε.

Ο Μάνος μάζεψε τα πράγματά του θυμωμένος και την άφησε μόνη με τη γάτα, που αυτή τη φορά μπήκε πρόθυμα στο κλουβί. Και ταξίδεψαν μαζί, με εκείνη στο πλάι του να του ψιθυρίζει Όλα αλλάζουν.

Ο Αίσυχλος συνήλθε. Και παρά την ηλικία του, δε σταμάτησε ποτέ να είναι ο προστάτης του σπιτιού. Στα χέρια του βρέθηκαν πολλοί, μα μόνον η μικρή Ελένη θα είχε ποτέ τόση αγάπη απ’ το γέρο γάτο. Αυτή θ απλώσει το χέρι και θα του πιάσει την ουρά και θα την αφήσει να κάνει ό,τι θέλει.

Κι η Αντιγόνη θα βρει στη ματιά της μητέρας της, τη σοφία να μεγαλώσει το παιδί, ακόμη κι αν, αρχικά, η ιδέα να ονομάσει το νέο κορίτσι «Δανάη» τρομάξει την Ειρήνη, που τελικά τη συμβουλεύει «να το αποφασίσεις με τον πατέρα. Δεν είστε μαζί, αλλά το παιδί σας ενώνει. Χρειάζεται αγάπη και ειρήνη».

Δεν το περίμενα από σένα! λέει ο Μάνος όταν η Αντιγόνη δεν έκανε τη σύγκρουση πάνω απ το παιδί τους.

Μεγαλώνω, ίσως. Θα είμαστε μαζί για το παιδί απαντά κι αυτός είναι δίπλα στης όσο μπορεί.

Η μικρή Ελένη θα αποκτήσει δυο κρεβατάκια, δυο κουνελάκια ένα απ τον πατέρα, ένα απ τη μάνα. Θα έχει λατρεμένες γιαγιάδες την Ειρήνη και τη Δανάη, και θα νιώθει μια αγάπη που γεμίζει όλο της το κόσμο.

Ο Αίσχυλος, ο γέρος γάτος, θα ξέρει την αλήθεια της μικρής, τι σημαίνει για τη ζωή όλων, αλλά δεν θα το πει ποτέ και σε κανέναν. Γιατί μια μάνα γάτα φτιάχνει καλούς απογόνους, κι η μικρή Ελένη ήταν γεμάτη τρυφερότητα.

Μια μέρα, θα σκύψει πάνω από το μωρό της, θα χαϊδέψει το ροδοκόκκινο μαγουλάκι κι όπως έκανε η μητέρα της κι η γιαγιά της, θα πει:

Καλώς ήρθες, μωρό μου! Πόσο σε περίμεναΈξω από το παράθυρο, ο ήλιος έλουζε το παλιό σπίτι με φως, και το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε επίμονα, σαν να ήθελε να υπενθυμίσει σε όλους πως ο χρόνος κυλά, μα η αγάπη μένει. Η Ειρήνη, η Δανάη, η Αντιγόνη και η Ελένη, μα και ο Αίσχυλος, ο γερο-γάτος με τη σοφία των χρόνων, είχαν πια βρει τον τρόπο να μοιράζονται κάτι μοναδικό: μια ζωή ποτισμένη στη φροντίδα άλλοτε ακριβή, μα πάντα ανεκτίμητη.

Στο τραπέζι η οικογένεια μάζευε ψωμί, μοιραζόταν μια αγκαλιά, γελούσαν με τις γάτες που τριγύριζαν στα πόδια τους. Στιγμές μικρές, καθημερινές εκεί, στα απλά, οι πληγές του χθες έβρισκαν γιατρειά. Γιατί, είχε πια γίνει ξεκάθαρο: όσο δύσκολο κι αν είναι να έχεις οικογένεια, όσο κι αν κοστίζει σε κόπο, σε χρόνο ή σε χρήμα τίποτα δεν μπορεί να αγοράσει τη βαθιά γαλήνη της ανιδιοτελούς αγάπης.

Η μικρή Ελένη, σφιχταγκαλιάζοντας τον Αίσχυλο, σήκωσε τα μάτια στη μαμά της και ρώτησε:

Μαμά, η αγάπη τελειώνει ποτέ;

Η Αντιγόνη κοίταξε την Ειρήνη, κι εκείνη τη Δανάη τρεις γενιές, μια αλυσίδα στη ροή του χρόνου. Χαμογέλασαν.

Όχι, αγάπη μου. Η αγάπη ποτέ δεν τελειώνει. Περνάει από χέρι σε χέρι, από καρδιά σε καρδιά. Ακόμα κι όταν φαίνεται να χάνεται, πάντα, με τον δικό της τρόπο, επιστρέφει.

Και με αυτή τη βεβαιότητα, το σπίτι γέμισε ξανά φως. Μια γάτα νιαούρισε τρυφερά, ένα μωρό γέλασε δυνατά κι ήτανε, εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος ολόκληρος.

Oceń artykuł
Ακριβή απόλαυση