Η προδοσία με το προσωπείο της φιλίας

Η προδοσία πίσω από το προσωπείο της φιλίας

Φίλε μου, άκου τώρα τι έτυχε, γιατί ειλικρινά μόνο σε εσένα μπορώ να το πω έτσι όπως έγιναν τα πράγματα σαν τη ζωή να έγραψε το πιο κουλό σενάριο. Ο χειμώνας φέτος στην Αθήνα ήταν λες και ήθελε να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι ζούμε στον νότο. Τόσο χιόνι ούτε στη Φλώρινα δε βλέπεις τα πάντα λευκά, τα μπαλκόνια γεμάτα χιονόμπαλες, τα αυτοκίνητα χωμένα στους λόφους χιονιού, και το ψύχος καθάριο, δίνει στον αέρα μια διαύγεια μοναδική.

Στο διαμέρισμα της Ελένης και του Στέλιου όμως υπήρχε μόνο ζεστασιά και ησυχία μια άλλη, δική τους πραγματικότητα. Από το μεγάλο παράθυρο, η πόλη έμοιαζε αλλιώτικη, σαν σκηνικό παραμυθιού. Μέσα όμως, στη θαλπωρή, στην αγκαλιά του φωτιστικού, στο γνώριμο χουχούλιασμα του καναπέ, όλα ήταν γαλήνια.

Το ζευγαράκι μας, λοιπόν, βολεμένοι στον καναπέ με μία μάλλινη κουβέρτα, χάζευαν μια ανούσια κωμωδία έτσι για να περάσει η ώρα, να γελάσουν λίγο. Η Ελένη πότε πότε έριχνε κλεφτές ματιές στον Στέλιο, με το βλέμμα της χαμένο στις σκέψεις της, κι εκείνος με ένα βλέμμα άλλοτε στο μαύρο του παραθύρου με το χιόνι, άλλοτε στην οθόνη. Όλα ρολόι.

Ώσπου να σου και ο ήχος του κινητού του Στέλιου. Ταράζει τη σιγαλιά. Κάνει πως δεν το ακούει στην αρχή, δεν ήθελε να χαλάσει τη στιγμή. Όμως το κινητό επίμονο ξαναχτυπά. Με ένα ξεφύσημα, το βγάζει από την τσέπη και λέει:
Ο Πέτρος είναι πάλι, πω πω Τρίτη φορά σήμερα.

Η Ελένη, ούτε που γυρνά καν να κοιτάξει.
Σίγουρα για το σπίτι στο Λουτράκι θα είναι, μουρμουρίζει. Απ ό,τι είπε, θέλει να το γιορτάσει με την παρέα, αλλά δεν καταλαβαίνει τη λέξη όχι.

Ο Στέλιος το σηκώνει, χαμογελώντας όσο πιο φυσικά γίνεται.
Έλα Πέτρο, τι γίνεται;

Και να σου ο Πέτρος, όλο ενθουσιασμό:
Βρε εσύ! Πότε θα ρθεις επιτέλους; Όλα έτοιμα εδώ, το τζάκι ανάβει, τα παιδιά ήδη μαζεύτηκαν, μόνο εσείς λείπετε! Φέρε και την Ελένη, να περάσουμε φίνο!

Ο Στέλιος δεν απάντησε αμέσως. Κοιτάει την Ελένη εκείνη ούτε που του κάνει νόημα, μόνο ένα ανεπαίσθητο κούνημα του κεφαλιού. Δεν είχαν όρεξη για φασαρία, γέλια και μεθύσια. Ήθελαν να απολαύσουν τα χουχουλιάσματα τους και μάλιστα χωρίς τύψεις.

Γι αυτό και ο Στέλιος ξεφουρνίζει ένα ψεματάκι του τύπου:
Πέτρο, άκου να δεις Η Ελένη πήγε Πάτρα να δει τη μάνα της. Εγώ μόνος δεν λέει, καταλαβαίνεις Την άλλη φορά.

Ο άλλος στην άλλη άκρη πάγωσε στιγμή, αλλά μετά ξαναπήρε μπρος κάπως παράξενη βγαίνει η φωνή του:
Πήγε Πάτρα; Και πότε γυρίζει;

Αύριο το βράδυ, έκανε ο Στέλιος προσποιητά απογοητευμένος. Είχαμε όρεξη να βγούμε, να κάνουμε μια βόλτα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, να πάμε για σινεμά, μήπως παίζει τίποτα καλό, και τίποτα! Άστο, την άλλη φορά!

Ο Πέτρος σαν να το σκέφτηκε για λίγο, αλλά στο τέλος έκλεισε ραντεβού πότε; Σιγά μη του έκοψε.
Καλά, μόλις γυρίσει να μου το πεις! Θέλω να σας δω!

Ο Στέλιος αναστέναξε, μόλις το κλεισε. Το βλέμμα του λέει «δόξα τω Θεώ, πάει κι αυτό».
Βαρέθηκα να με ζαλίζει ο άλλος Δεν του έχω πει χίλιες φορές πως δεν πατάω σε κούτρα και binge-drinking; Έλα, ας τον. Μακάρι να περνάμε έτσι όμορφα πάντα, εμείς οι δυο, χουχουλιασμένοι.

Η Ελένη τον αγκαλιάζει πιο σφιχτά, νιώθοντας τη ζεστασιά του να διώχνει ότι αγωνία και νεύρα έφερε το τηλεφώνημα. Όλο το σπίτι γεμάτο θαλπωρή και ηρεμία μια χαρά.

Έτσι ακριβώς το θέλω και εγώ, του λέει σιγανά, τον κοιτά στα μάτια. Πάμε να δούμε τη συνέχεια, μετά ύπνο. Δε θέλω τίποτα άλλο.

Μόλις το είπε αυτό, ένα δεύτερο χτύπημα στο κινητό. Στο ίδιο νούμερο! Ο Στέλιος μαγκώθηκε.
Τι θες πια, άνθρωπέ μου; γκρινιάζει, απαντώντας κάπως ψυχρά.

Αλλά ο Πέτρος, σοβαρότατος αυτή τη φορά:
Ρε Στέλιο Είμαι τώρα στο «Κρύσταλλο» στου Ψυρρή με τα παιδιά, ήρθαμε πριν το σπίτι να το κάψουμε Και βλέπω την Ελένη. Με τύπο άγνωστο, ποτάκια, χέρια στις πλάτες Καλά, όχι τίποτα, αλλά σε εμένα λες ότι πήγε Πάτρα και αυτή εδώ με άλλον; Δηλαδή τι παίζεται;

Ο Στέλιος μένει κόκκαλο. Ρίχνει βλέμμα προς Ελένη, κοιτά οθόνη, λες και μπορεί να δει μέσα από το τηλέφωνο.
Τι λες τώρα; Μπας και μπέρδεψες τη φάτσα της; Τη βλέπω τώρα, δίπλα μου είναι!

Αλλά ο άλλος αμετακίνητος:
Και βέβαια είναι η Ελένη! Το γέλιο της, το χρώμα στα μαλλιά, όλα ίδια! Δεν καταλαβαίνει καν, ότι είμαι εκεί. Θες να στην δώσω στο κινητό;

Ο Στέλιος το γυρνά σε ανοιχτή ακρόαση. Ακούγεται μουσική από club, φωνές, γέλια και ξαφνικά, μια φωνή, φτυστή της Ελένης.
Εμπρός; Ποιος είναι; ακούγεται ένα θολό, σπαστό, ελαφρώς μεθυσμένο χαμογελαστό.

Ο Στέλιος, ζαλισμένος:
Ελένη; Εγώ είμαι, τι γίνεται;

Απάντηση:
Έλα, με έπρηξες! Θέλω να περάσω ωραία. Βαρέθηκα τα ήσυχα βραδάκια σπίτι, καταλαβαίνεις; Θα διασκεδάζω όσο θέλω!

Εδώ σηκώνεται η Ελένη από δίπλα του, χλωμή. Προσπαθεί να βρει ανάσα, να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει.
Τι σαχλαμάρα είναι αυτή; Ποια είναι αυτή που λέει το όνομά μου; Και τα προσωπικά μας από που τα ξέρει;

Ο Στέλιος ρωτάει δυνατά από το τηλέφωνο:
Πού είσαι τέλος πάντων;

Το δίπορτο από το κινητό απαντάει με θράσος:
Τι σε νοιάζει ρε Στέλιο; Από πού κι ως πού να λογοδοτώ; Κάνω ό,τι θέλω. Τέλος.

Ξανά φωνές, γέλια· μπαίνει ο Πέτρος στην κουβέντα:
Τα βλέπεις, ρε φίλε;

Κόβει ο Στέλιος τη γραμμή απότομα. Σαστισμένος μένει μεσ τη σιωπή, μόνος με το κινητό να καίει το τραπεζάκι. Αν δεν ήταν η Ελένη δίπλα του, ίσως και να το πίστευε.

Άκουσα καλά; κάνει εκείνη με τρεμάμενη φωνή. Απίστευτο, κάποιος έστησε σκηνικό με κοπέλα που μοιάζει με εμένα! Κι ο Πέτρος, δικός μας άνθρωπος, τα πήρε όλα αμάσητα

Ο Στέλιος την αγκαλιάζει ήρεμα.
Σε ξέρω, δεν θα το κανες ποτέ αυτό. Κάποιος προσπαθεί να μας τη φέρει, και ξέρω ήδη κιόλας ποιος. Θα πάρω τηλέφωνο το μαγαζί αύριο να δω τις κάμερες, να ξεκαθαρίσει η φάση.

Η Ελένη κουρνιάζει δίπλα του, λίγο λίγο της φεύγει η ένταση. Επιτέλους, κάποιος τη στηρίζει.
Άλλο να τα ζεις μέσα στη βλακεία και άλλο να ξέρεις ακριβώς με ποιους έχεις να κάνεις, του ψιθυρίζει.

Ο Στέλιος τη σφίγγει. Κι εκεί καταλαβαίνουν, πως ό,τι κι αν καταστρώνει ο άλλος, αυτή εδώ η αγκαλιά δεν σπάει με τίποτα.

************************

Την επόμενη, κατά το μεσημεράκι, η Ελένη πίνει το καφεδάκι της στην κουζίνα, διαβάζει mail, και νά σου τηλεφωνά ο Πέτρος. Αργεί λίγο να το σηκώσει, αλλά το κάνει θέλει να δει τι σκέφτηκε ο τύπος μετά τα χθεσινά.

Λοιπόν; Τα είπες με τον Στέλιο μετά;

Η Ελένη, παίζοντας θέατρο, κάνει την πληγωμένη:
Μιλήσαμε Τσακωθήκαμε άσχημα. Με κατηγόρησε χωρίς λόγο, και εσύ τόσα του είπες.

Μια παύση, μετά ο Πέτρος ακούγεται σχεδόν ανακουφισμένος:
Ώστε έτσι, ε; Εγώ πάντα σου έλεγα, Ελένη, ότι ο Στέλιος δεν σε αξίζει. Δεν καταλαβαίνει τι διαμάντι είσαι.

Η Ελένη νιώθει το αίμα της να βράζει, αλλά κάνει ότι ψαρώνει.
Δηλαδή;

Κι εκεί ξεκινάει ο Πέτρος να μιλάει πιο ήπια, σχεδόν ερωτικά:
Ότι αξίζεις κάτι καλύτερο! Εγώ σε αγαπώ, και θα μπορούσα να σε κάνω χαρούμενη. Αν έφευγες από τον Στέλιο, δεν θα μενα ποτέ μακριά σου.

Η Ελένη σχεδόν τα χάνει τόσο χοντρό το πράμα! Αλλά κρατάει την ψυχραιμία της.
Πέτρο Δεν μπορώ να το ακούω αυτό. Αγαπάω τον Στέλιο και θα λυθεί το θέμα. Αλλά δεν θέλω να μπλέκεις.

Ο άλλος δεν μασάει:
Σου λέω εγώ, ο Στέλιος κάτι ψάχνει να βρει για να σου ρίξει τις ευθύνες, να φύγει τρέχοντας Εγώ είμαι εδώ, σε ό,τι χρειαστείς.

Η Ελένη θυμώνει τόσο, που ζορίζεται να κρατήσει τη φωνή της σταθερή.
Να σου πω κάτι, Πέτρο; Χθες ήμουν σπίτι. Μόνο με τον Στέλιο ήμασταν. Ξέρω τι έστησες. Εσύ κάλεσες μια κοπέλα, που μοιάζει λίγο με μένα, και της είπες να κάνει το θέατρο. Το κανες μόνο και μόνο για να μας χωρίσεις και να πάρεις τη θέση του, έτσι δεν είναι;

Ο Πέτρος σιωπά λίγα δευτερόλεπτα. Μετά, σχεδόν ουρλιάζει:
Ναι, το έκανα! Γιατί σε θέλω και δεν μπορώ αλλιώς! Γιατί δεν βλέπεις τι δύναμη έχω για σένα; Θα στα έδινα όλα!

Η Ελένη, ψυχρή σαν μάρμαρο, απαντάει:
Εσένα; Ποτέ. Πρόδωσες τη φιλία, το σεβασμό, τα πάντα. Και νομίζεις ότι αυτό θα σε φέρει κοντά μου;

Ο Πέτρος once and for all σωπαίνει. Ξέρει πως δεν έχει τίποτε άλλο να πει.

Η Ελένη τελειώνει:
Ούτε να με ξαναενοχλήσεις. Και τον Στέλιο θα μάθει τις λεπτομέρειες. Τέλος.

Το κλείνει ξερά. Κάθεται μόνη για λίγο, κοιτάζει έξω χιόνι στην ταράτσα, σιωπή απόλυτη. Κι εκεί μπαίνει ο Στέλιος, ανήσυχος.

Τι έγινε; ρωτάει

Η Ελένη χαμογελάει πικρά:
Τα παραδέχτηκε όλα. Εδώ που τα λέμε, ίσως έπρεπε να το καταλάβω από καιρό

Ο Στέλιος κάθεται δίπλα της, της πιάνει το χέρι να της δείξει πως δεν είναι μόνη.
Ένας που δεν ήταν πραγματικός φίλος. Ας πάει στο καλό. Εμείς ξέρουμε ποιοι είμαστε.

Αυτό ήταν. Ούτε δάκρυα, ούτε δράματα. Μόνο ανακούφιση.
Η Ελένη χαμογελάει λίγο αληθινό χαμόγελο στον κόσμο.
Και ξέρεις κάτι; Τώρα, τουλάχιστον, έχουμε και επίσημη δικαιολογία «όχι» για τις μαζώξεις του κάθε Πέτρου! Δεν θα χαλάμε την ήσυχη φάση μας επειδή φοβόμαστε ποιον θα συναντήσουμε εκεί.

Ο Στέλιος γελάει με την ψυχή του.
Έτσι! Θα βλέπουμε ταινία, θα πίνουμε ζεστό τσάι και θα μας αφήνουν στην ησυχία μας!

Και κάπως έτσι, φίλε μου, ανάμεσα στα χιόνια και την ζεστή λάμψη της λάμπας, το σπιτικό τους αγκαλιάστηκε πάλι με αγάπη και σιγουριά. Οι σημαντικοί άνθρωποι δεν φαίνονται όταν όλα πηγαίνουν τέλεια αλλά όταν κάποιος πάει να ραγίσει τα πάντα, αυτοί αντέχουν, βγαίνουν δυνατότεροι.

*************************

Ο Πέτρος, μόνος στην κουζίνα του, με μια άδεια κούπα ελληνικού, το βλέμμα στο κενό. Παίζει και ξαναπαίζει στο μυαλό του όσα έγιναν, φτιάχνοντας δικαιολογίες, πάνω στη δικαιολογία. Αντί για λύπη, μόνο θυμό μέσα του ο κόσμος του άλλου πάντα φταίει.

Περπάτησε ως το μπαλκόνι. Έξω, οι ταράτσες ασπρισμένες, όλα κάτασπρα, σαν να φορούσε και η Αθήνα παλτό χειμωνιάτικο. Κι όλο σκέφτεται, Γιατί πάντα οι άλλοι να έχουν ό,τι ποθώ; Γιατί ο Στέλιος και όχι εγώ;

Δεν μπήκε στον κόπο να τους ξαναενοχλήσει. Ούτε δικαιολογίες, ούτε τίποτα. Μέσα του, η πίκρα φούσκωνε ακόμα. Δε χάθηκε ο κόσμος Κάποτε θα δουν ποιος άξιζε στ αλήθεια μπορεί να είναι αργά βέβαια, μουρμούρισε.

Και το χιόνι συνέχισε να σκεπάζει μαλακά τα πάντα, σαν το παρελθόν του να το ξεθάβει σιγά σιγά η σιωπή. Ο Πέτρος έμεινε να κοιτάζει το άσπρο τοπίο, ξέροντας κατά βάθος πως, με τα ψέματά του, έχασε και τα τελευταία ίχνη από τον δικό του ζεστό χειμώνα.

Oceń artykuł
Η προδοσία με το προσωπείο της φιλίας