Έφυγε για άλλη γυναίκα, κι εγώ έμεινα μόνη

Έφυγε για άλλη, κι εγώ έμεινα

Χρύσα, πρέπει να σου πω κάτι.

Η Χρυσάνθη Αλεξίου στεκόταν στην κουζίνα, ανακατεύοντας φασολάδα. Η φωνή του άντρα της, του Μανώλη, είχε τον ίδιο τόνο που είχε όταν κάτι πήγαινε στραβά στη δουλειά ή όταν έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε ξοδέψει περισσότερα απ όσα έπρεπε. Λίγο κοφτός, λίγο απολογητικός, αλλά με μια αποφασιστικότητα στο τέλος.

Πες μου, απάντησε, χωρίς να γυρίσει. Μάτια στην κατσαρόλα, να μην κολλήσει το φαγητό.

Φεύγω. Έχω άλλη γυναίκα.

Άφησε τη κουτάλα στην άκρη. Γύρισε. Ο Μανώλης στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας με σακάκι πράγμα σπάνιο για το σπίτι, πόσο μάλλον βραδιάτικα. Προφανώς το φόρεσε μόνο για τη συζήτηση, σαν να ήθελε να δώσει επισημότητα στη στιγμή.

Από πότε; ρώτησε ήρεμα.

Οκτώ μήνες τώρα.

Εντάξει.

Ο Μανώλης μάλλον περίμενε κάτι άλλο. Κλάματα, φωνές, ερωτήσεις. Ανακάτεψε αμήχανα τα πόδια του.

Χρύσα, δεν θέλω να μείνουμε εχθροί. Για μένα πάντα ήσουν το στήριγμά μου, το πίσω μέτωπο. Το εκτιμώ αυτό.

Η Χρυσάνθη τον κοίταξε για ώρα, όπως κοιτά κανείς ένα άγνωστο αντικείμενο που ξαφνικά εμφανίζεται στο σπίτι του.

Το στήριγμά σου, ε; είπε αθόρυβα. Καλά. Θα φας ή να σερβίρω μόνο για μένα;

Πώς;

Η φασολάδα έτοιμη. Τρως;

Ο Μανώλης τα χασε εντελώς.

Όχι, δηλαδή, Χρύσα, κατάλαβες τι είπα;

Κατάλαβα. Πας σε άλλη γυναίκα. Οκτώ μήνες. Εγώ στήριγμα, είπες. Ε, εντάξει. Δεν θες φαΐ. Καλά.

Πήρε μια καθαρή πιατέλα, έβαλε φασολάδα για τον εαυτό της και κάθισε στο τραπέζι.

Ο Μανώλης έμεινε σαστισμένος άλλα πέντε λεπτά. Ύστερα πήγε στο υπνοδωμάτιο και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Θόρυβος απ τα συρτάρια, πλαστικές σακούλες που τσάκιζαν. Η Χρυσάνθη συνέχισε το φαγητό της. Η φασολάδα ήταν ακριβώς όπως την ήθελε ο Μανώλης, πλούσια και σωστά ξινή. Τριάντα χρόνια την έφτιαχνε έτσι. Το σκέφτηκε, άφησε το κουτάλι. Μετά, το ξαναπήρε και τελείωσε το πιάτο.

***

Ο Μανώλης Αλεξίου ήταν πενήντα έξι και πίστευε ακράδαντα πως το μέλλον ήταν μπροστά του. Μαντράχαλος, μεσαίο στέλεχος σε κατασκευαστική εταιρεία στην Αθήνα, περιποιημένος, έβαφε τα μαλλιά του με ειδικό σαμπουάν, αν και επέμενε ότι είναι φυσικά γκρίζα. Παντρεύτηκε στα είκοσι επτά, έζησε με τη Χρύσα είκοσι οκτώ χρόνια, σήκωσαν τον γιο τους, τον Ανδρέα, που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, τηλεφωνούσε μια φορά τη βδομάδα.

Η Ειρήνη Χατζηκωνσταντίνου, εικοσιεννιά χρονών, εργαζόταν μαζί τους στο γραφείο ως υπεύθυνη έργων. Ψηλή, με μαύρα μαλλιά και συνήθειο να λέει «πω πω» με ενθουσιασμό σε οτιδήποτε καινούριο. Θαύμαζε τα καλά εστιατόρια, τα καινούρια κινητά, το πώς ο Μανώλης έλυνε προβλήματα με ένα τηλεφώνημα. Του άρεσε αυτό του χάιδευε τον εγωισμό.

Η Χρυσάνθη, πενήντα τριών, ήταν επικεφαλής λογιστηρίου στο νοσοκομείο της γειτονιάς, μικροκαμωμένη, σκούρα μαλλιά με τις πρώτες λευκές τρίχες στους κροτάφους, που ουδέποτε προσπάθησε να κρύψει. Έκανε υπολογισμούς με το μυαλό πιο γρήγορα από υπολογιστή, διάβαζε τρία βιβλία το μήνα, έφτιαχνε την καλύτερη φασολάδα στις Τζιτζιφιές. Είκοσι οκτώ χρόνια κράταγε το σπίτι, οικογένεια και δουλειά ολόκληρη, δεν ζήτησε ποτέ παράσημο. Έτσι απλά, έτσι είναι η ζωή.

Ζούσαν στον Υμηττό, σε τριάρι διαμέρισμα στον τετάρτο μιας εννεαώροφης πολυκατοικίας. Άνετο σπίτι, φροντισμένο, με κουρτίνες που είχε ράψει η Χρυσάνθη πριν από οχτώ χρόνια, γιατί τίποτα του εμπορίου δεν της ταίριαζε στο χρώμα.

Όταν έφυγε ο Μανώλης, έμεινε μόνη στην κουζίνα για λίγο, έξω σιγόβρεχε εκείνο τον Οκτώβρη. Ύστερα καθάρισε το τραπέζι, έπλυνε τα πιάτα, ξάπλωσε.

Τρεις μέρες σχεδόν χωρίς να σκέφτεται. Στη δουλειά, έβγαζε τις καταστάσεις, οι συνάδελφοι ρωτούσαν «όλα καλά;», εκείνη με ένα βλέμμα που δεν σήκωνε δευτερόλεπτα. Τα βράδια στο διαμέρισμα μια παράξενη, ξαφνική ησυχία. Δεν έκλαψε. Το μέσα της ήταν σαν μούδιασμα, όπως όταν χτυπάς και η αληθινή πίκρα αργεί λίγο να φανεί.

Τέταρτη μέρα, πήρε τηλέφωνο η παιδική φίλη, η Δήμητρα.

Χρύσα, το έμαθα. Είναι αλήθεια;

Είναι.

Πω πω, πώς είσαι;

Εντάξει.

Σταμάτα το «εντάξει». Φίλες τόσα χρόνια είμαστε. Πώς είναι στ αλήθεια;

Η Χρυσάνθη το σκέφτηκε λίγο.

Δήμητρα, ξέρεις τι παράξενο νιώθω; Συνειδητοποιώ πως εδώ και καιρό δεν ήξερα τι σκεφτόταν. Ζούσαμε μαζί, κι εγώ τίποτα. Αυτό, νομίζω, είναι το χειρότερο.

Η Δήμητρα σιώπησε λίγο, μετά είπε προσεκτικά:

Θες να του μιλήσετε; Μήπως;

Όχι, Δήμητρα. Δεν χρειάζεται. Απλά σκέφτομαι φωναχτά.

Έκρυβε μέσα της ότι η πρώτη αίσθηση όταν μάζευε τα πράγματά του δεν ήταν πόνος. Ήταν κάτι σαν ανακούφιση, σαν να κουβαλάς βαριά τσάντα και κάποτε στην παίρνουν. Ντρεπόταν λίγο να το πει αυτό, ακόμα και στον εαυτό της.

Πέμπτη μέρα κατέβασε από τον τοίχο της σαλονοτραπεζαρίας μια μεγάλη κορνίζα τη φωτογραφία του γάμου τους. Εκείνος με σκούρο κοστούμι, εκείνη με το άσπρο φόρεμα, νέοι, χαμογελαστοί. Την έκρυψε στην αποθήκη δεν την πέταξε, ούτε τη σύντριψε. Έτσι απλά.

Στον τοίχο έμεινε μια ανοιχτόχρωμη σκιά.

Κοίταξε αυτή τη σκιά για ώρα, ύστερα άνοιξε το τηλέφωνό της και κάλεσε το κατάστημα «Αγαπημένο Σπίτι».

***

Το βάψιμο το έκανε μόνη της όσο άντεχε. Τα δύσκολα τα ανέλαβαν μαστόροι. Άλλαξε τις ταπετσαρίες του σαλονιού, τώρα σε άσπρο-κρεμ, αντί για τις παλιές καταπράσινες. Αγόρασε κουρτίνες έτοιμες, έντονες με μοτίβα, που ο Μανώλης δε θα ενέκρινε ποτέ αγαπούσε τα αυστηρά, μονόχρωμα πράγματα. Έφερε τη μπουκουβάλα κοντά στο παράθυρο, όπως ήθελε η ίδια πια.

Ο Ανδρέας πήρε τηλέφωνο δυο βδομάδες αργότερα πιθανόν είχε ενημερωθεί από τον πατέρα του.

Μαμά, πώς είσαι;

Καλά, Ανδρέα. Κάνω ανακαίνιση.

Ανακαίνιση; Δεν το περίμενα.

Άλλαξα ταπετσαρία στο σαλόνι και σκέφτομαι και τη δική μου κρεβατοκάμαρα.

Μαμά… Είσαι σίγουρα καλά;

Καλά είμαι, παιδί μου. Τον πατέρα σου τον πήρες;

Τον πήρα.

Μπράβο. Είναι σημαντικό να έχεις επαφή και με τους δυο μας. Θα ρθεις Πρωτοχρονιά;

Θα έρθω. Πες μου, αντέχεις μόνη σου εκεί;

Κοίταξε γύρω, τα νέα σαλόνια, τις κουρτίνες, τον ήλιο που μπήκε.

Να σου πω κάτι; Δεν περίμενα κι εγώ να 'ναι τόσο εύκολο.

Ο Ανδρέας ανακουφίστηκε.

Νοέμβρης, ψάχνοντας για χειμωνιάτικα στα πάνω ντουλάπια, η Χρυσάνθη βρήκε μια παλιά κούτα. Μία βαθιά χάρτινη γεμάτη βελονάκια, βελόνες, τόπια μαλλί, μισοτελειωμένες πλεκτά. Πριν χρόνια, ο Μανώλης είχε κάνει παράπονο ότι γεμίζει το σπίτι μαλλάκια και τα είχε μαζέψει όλα διακριτικά.

Κατέβασε την κούτα στη μέση του σαλονιού, την κοίταξε ώρα.

Μετά, έπιασε τις βελόνες. Κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Έξω χιόνιζε ελαφρά, για πρώτη φορά. Τα χέρια της θυμήθηκαν μόνα τους.

***

Η κυρία Ναταλία από το λογιστήριο διπλανή στο γραφείο πρώτη παρατήρησε το καινούριο της κασκόλ.

Το έπλεξες μόνη; Πανέμορφο!

Μόνη. Είχα καιρό να πλέξω, πιάνω πάλι τα χέρια μου.

Να μου φτιάξεις κι εμένα; Θα σε πληρώσω.

Σιγά. Δεν κάνει τίποτα.

Όχι, σοβαρολογώ. Θα σου φέρω εγώ το μαλλί, εσύ πες μου τι άλλο.

Έτσι ήρθε η πρώτη παραγγελία. Τυχαία, όπως όλα όσα κάποτε γίνονται σημαντικά.

Στο δίμηνο είχε φτιάξει οκτώ κομμάτια τρία σκουφιά, δύο κασκόλ, γάντια και δυο πουλόβερ. Πληρωνόταν συμβολικά, αλλά ήταν δικά της χρήματα, πάνω απ’ τον μισθό της, βγαλμένα με τα χέρια της και την ηρεμία των βραδινών στο παράθυρο του σαλονιού.

Η Δήμητρα, πίνοντας καφέ και εξετάζοντας το καινούριο σαλόνι, τις κουρτίνες, την κούτα με τα μαλλιά:

Έχεις αλλάξει, της είπε.

Τι εννοείς;

Δεν ξέρω. Ησύχασες. Φοβόμουν ότι θα βουλιάξεις. Αλλά…

Δεν βούλιαξα, συμφώνησε η Χρυσάνθη. Ούτε εγώ ξέρω πώς. Ίσως γιατί δεν είχα καιρό.

Ο Μανώλης τηλεφώνησε;

Μία φορά. Νοέμβρη, ρώτησε τα χαρτιά για το αυτοκίνητο. Του είπα πού είναι. Αυτό.

Μόνο για το αμάξι, δηλαδή.

Σιώπησαν. Η Δήμητρα έσφιξε το φλιτζάνι, όπως έκανε πάντα όταν σκεφτόταν.

Τον μισείς;

Η Χρυσάνθη σκέφτηκε ειλικρινά.

Όχι. Περίεργο, αλλά όχι. Πόνος ήταν, ναι. Τώρα λιγότερος. Μίσος όχι. Απλώς ένας άνθρωπος που έκανε ό,τι έκανε. Έχει τον δρόμο του, έχω τον δικό μου.

Πώς θα αντέξεις την προδοσία χωρίς να τρελαθείς, μου λες; Να γράψεις βιβλίο.

Έχουμε καιρό, γέλασε η Χρυσάνθη.

Ήταν το πρώτο της αληθινό γέλιο ύστερα από καιρό.

***

Η Ειρήνη δεν ήταν για σπίτι. Ο Μανώλης το κατάλαβε αργότερα. Τους πρώτους μήνες, καλά: βόλτες, εστιατόρια, αίσθηση νιότης. Η Ειρήνη τον θαύμαζε ωραίο ήταν.

Ύστερα συζούσαν, στο νοικιασμένο δυάρι του μακριά από τη δική του γειτονιά. Και τότε φάνηκαν τα πρώτα.

Η Ειρήνη δεν μαγείρευε ποτέ ούτε για δείγμα. Δεν έβρισκε λόγο, με τόσα ντελίβερι. Ακριβές συνήθειες, που γρήγορα κούρασαν. Δεν καθάριζε. Άφηνε τα πράγματα παντού καρέκλες, πάτωμα, μπάνιο. Ο Μανώλης μεγάλωσε σε σπίτι με τάξη και άρχισε να εκνευρίζεται εσωτερικά. Η Ειρήνη δεν ήθελε να πληρώνουν νοίκια μπροστά, ούτε καταλάβαινε γιατί πρέπει να αποταμιεύουν. Της εξηγούσε, συναινούσε και άλλη φορά πάλι τα ίδια.

Η Ειρήνη λάτρευε τις φίλες της· έρχονταν συχνά, έπιναν κρασί, έκαναν χαβαλέ, άφηναν ποτήρια άπλυτα. Ο Μανώλης ξάπλωνε στο διπλανό δωμάτιο και άκουγε το γέλιο τους. Αυτός ο ήχος δεν του άρεσε πια.

Φλεβάρη πήρε τηλέφωνο τη Χρυσάνθη.

Πώς είσαι;

Καλά, Μανώλη.

Δε με παρεξηγείς που τόσο καιρό δεν πήρα;

Όχι.

Παύση.

Θυμάσαι πού βάλαμε την εγγύηση για το ψυγείο; Θέλω τεχνικό.

Πράσινος φάκελος, τρίτο ράφι αποθήκης.

Δεν το πήρες;

Όχι, δεν πείραζα τίποτα δικό σου.

Ευχαριστώ.

Έκλεισε τη γραμμή. Κοίταξε έξω, το χιόνι έλιωνε. Άνοιξη κοντοζύγωνε. Έπιασε τις βελόνες, άρχισε καινούριο πουλόβερ, γκρι-γαλάζιο· για την πάρτη της.

***

Μάρτη, ανακοίνωσαν στο νοσοκομείο ότι η προϊσταμένη του οικονομικού τμήματος, η κυρία Άννα, πάει σύνταξη. Άνοιγε θέση. Η διευθύντρια, η κυρία Κωνσταντάκη, φώναξε τη Χρυσάνθη.

Χρυσάνθη, εσύ χρόνια τώρα τα σηκώνεις όλα. Γιατί δεν προχώραγες;

Οικογένεια, ίσως. Δεν ήθελα άλλη ευθύνη.

Και τώρα;

Τώρα αλλάξανε τα πράγματα.

Καταλαβαίνω. Λυπάμαι για ό,τι έγινε.

Μη λυπάστε. Πείτε μου τι χρειάζεται.

Ξέρεις. Αίτηση μόνο.

Τη γράφω τώρα.

Την έφτιαξε εκείνη τη μέρα. Πήρε τα πόδια της ως το σπίτι, αν και πέρασε λεωφορείο. Ήθελε να περπατήσει, να αναπνεύσει. Ο Μάρτης μοσχοβολούσε βρεγμένη άσφαλτο και μπουμπούκια. Είχε καιρό να παρατηρήσει τέτοιες λεπτομέρειες.

Η ζωή συνεχίζεται, σκέφτηκε. Τόσο απλά φιλοσοφία της αλήθειας.

***

Απρίλιο, ο Μανώλης εμφανίστηκε ξαφνικά, χτύπησε το κουδούνι.

Άνοιξε. Στεκόταν στη σκάλα με το παλιό του μπουφάν, εκείνο που του είχε αγοράσει η ίδια, καταβεβλημένος.

Να μπω;

Γιατί;

Έσκυψε το βλέμμα.

Χρύσα, πρέπει να σου μιλήσω.

Τον άφησε να μπει. Είδε το καινούριο σαλόνι, τις κουρτίνες, τα έπιπλα αλλιώς.

Άλλαξες.

Ναι.

Ωραίο βγήκε.

Δεν απάντησε. Πήγε στην κουζίνα να βάλει τσάι.

Ο Μανώλης κάθισε.

Τι κάνεις;

Μια χαρά. Πήρα προαγωγή.

Σ’ το άξιζες.

Από παλιά.

Σιωπή.

Χρύσα…

Πες το.

Έτριψε τη μύτη του. Γνωστή χειρονομία.

Με την Ειρήνη… δύσκολο. Διαφορετική απ ό,τι νόμιζα.

Έτσι γίνεται.

Νόμιζα… νόμιζα πως μπορώ να γυρίσω. Εσύ πάντα…

Η Χρυσάνθη σέρβιρε τσάι. Κάθισε απέναντί του.

Μπορούσα. Είκοσι οκτώ χρόνια το κανα. Δεν το παρατηρούσες.

Το εκτιμούσα.

Όχι όπως νομίζεις. Αλλιώς με έβλεπες.

Σιωπή.

Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Το στήριγμα…

Το «στήριγμα» σημαίνει ότι καθόσουν εσύ μπροστά κι εγώ πίσω. Το σπίτι, η ζωή παρέα σου. Εγώ απλά να κρατάω τα γκέμια.

Χρύσα…

Μανώλη, χωρίς κακία. Σου εξηγώ μόνο γιατί δεν γίνεται πλέον αυτό που φαντάζεσαι.

Θέλω να γυρίσω.

Το ακούω.

Εσύ…;

Τον κοίταξε, το γνώριμο πρόσωπο, τώρα ξένο. Περίμενε κλάματα, θυμό, μετά συγχώρεση μα αυτό δεν ήρθε.

Όχι.

Γιατί;

Γιατί δε θέλω πια.

Δεν το καταλάβαινε. Φαινόταν απορημένος.

Μα εσύ μόνη;

Μόνη. Και καλά είμαι.

Δεν γίνεται να είναι καλά μια γυναίκα μόνη. Το λες έτσι.

Σήκωσε το φλιτζάνι ήρεμη.

Ξέρεις τι ανακάλυψα αυτούς τους μήνες; Νόμιζα πως χωρίς εσένα θα ήταν άδειο το σπίτι. Τελικά, χωρίς εσένα έχει χώρο. Για μένα.

Μανώλης σιωπηλός.

Ίσως καλός άνθρωπος, ποιος ξέρει είπε, όχι ως προσβολή ή ύμνο, απλά διαπίστωση. Εσύ νόμιζες πως πάντα θα με βρεις εκεί, όποτε γυρίσεις. Αλλά εγώ δεν περίμενα.

Και τι να κάνω τώρα;

Δεν ξέρω, Μανώλη. Τώρα είναι δικό σου θέμα.

Έπιε το τσάι. Μετά σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα.

Θα κάνεις διαζύγιο;

Ναι. Έχω συμβουλευτεί ήδη.

Ένευσε, πήρε το σακάκι του.

Εντάξει. Είσαι αλλιώτικη.

Όχι. Απλά τώρα βλέπεις.

Η πόρτα έκλεισε.

Η Χρυσάνθη έμεινε λίγο στο τραπέζι. Από το παράθυρο ακουγόταν η φασαρία του δρόμου, ένας κλασικός ανοιξιάτικος βραδινός Υμηττού. Μάζεψε τα φλιτζάνια, άνοιξε το παράθυρο. Ο ανοιξιάτικος αέρας με άρωμα χώματος και λεύκης μπήκε μέσα.

***

Το καλοκαίρι, είδε πρώτη φορά τον Σταύρο Παναγιωτακόπουλο στη συνέλευση πολυκατοικίας. Καινούριος, έκτος όροφος άφησε μονοκατοικία στο Πόρτο Ράφτη, γιατί τα παιδιά του μεγαλώσανε και σηκώθηκαν: η μια Αθήνα, ο άλλος Βόλος.

Ήταν πενήντα οκτώ, χαμηλός, στεγνός, κοντοκουρεμένο γκριζωπό μαλλί, ήσυχος και πρακτικός. Μηχανικός έργων, σχεδίαζε γέφυρες και δρόμους. Τρία χρόνια χήρος.

Μίλησε στη συνέλευση για τη βρύση που έσταζε στο κλιμακοστάσιο, ευγενικά, χωρίς πολλά πολλά. Η διαχειρίστρια τον πρόσεξε.

Η Χρυσάνθη τον πρόσεξε λόγω της απλότητάς του.

Γνωρίστηκαν λίγο αργότερα, στον ανελκυστήρα. Εκείνη κουβαλούσε σακούλα με μαλλιά πλεξίματος.

Θέλετε βοήθεια; της είπε.

Τα καταφέρνω.

Το βλέπω. Απλώς θα ήταν πιο εύκολο.

Γέλασε και του έδωσε τη σακούλα.

Η συζήτηση άρχισε στον ανελκυστήρα, συνεχίστηκε στον διάδρομο της πολυκατοικίας ως την πόρτα.

Πλέκετε; ρώτησε βλέποντας τη σακούλα.

Ναι. Το βρίσκετε αστείο;

Ίσα ίσα. Έχω πολλά μαλλιά της γυναίκας μου και δεν ξέρω τι να τα κάνω. Θέλετε;

Του είπε ναι. Έφερε εξαιρετικά μαλλιά, μερινό, τακτοποιημένα στη σειρά.

Ξεκίνησαν να μιλούν περιστασιακά. Πρώτα στο ασανσέρ, μετά με καφέ, μετά λίγο πιο συχνά. Συζήτηση για πόλη, βιβλία, δουλειές. Είχε σοβαρότητα χωρίς έπαρση. Ήξερε να ακούει και να σωπαίνει όταν χρειαζόταν.

Ιούνιος, του έπλεξε ένα κασκόλ. Γκρι, απ το μερινό μαλλί.

Γιατί; Καλοκαίρι είναι.

Θα χειμωνιάσει. Επίσης, δοκίμασα το μαλλί.

Σου άρεσε;

Πολύ.

Το πήρε σοβαρά, χωρίς πολλές κουβέντες. Είπε μόνο ένα ευχαριστώ. Αυτό της άρεσε.

***

Ιούλιο κατέθεσε χαρτιά διαζυγίου. Ο Μανώλης δεν φώναξε. Βρεθήκαν στον συμβολαιογράφο να υπογράψουν. Αυτός φαινόταν πιο χαμένος από ποτέ. Η Χρυσάνθη φορούσε το πρώτο της φουστάνι με έντονα χρώματα μετά από χρόνια.

Εσύ πώς είσαι; της είπε μετά τις υπογραφές.

Καλά, απάντησε κι ήταν αλήθεια.

Η Ειρήνη γύρισε στη μάνα της, στη Λάρισα.

Μάλιστα.

Εγώ έμεινα μόνος.

Θα τα καταφέρεις. Ξέρεις εσύ.

Είσαι σίγουρη;

Βέβαια. Μόνο που θα χρειαστεί να μάθεις. Αλλά θα μάθεις.

Χαιρετήθηκαν. Η Χρυσάνθη τράβηξε προς τη δική της κατεύθυνση.

Πέρασε από το μανάβικο, πήρε κεράσια, μισό κιλό γλυκά και τραγανά. Τα έφαγε εκεί, στο φως του Ιουλίου, μαζεύοντας τα κουκούτσια σε σακουλάκι. Ήταν θαυμάσια.

***

Αυγουστιάτικα, ο Σταύρος την κάλεσε στο θερινό σινεμά.

Έχει μια ωραία ταινία λένε. Θες να πάμε;

Θέλω.

Έπαιζε παλιά ελληνική κωμωδία, στον θερινό του Παπάγου. Έκατσαν στα παγκάκια, ανάμεσα σε οικογένειες, γέλασαν στα ίδια αστεία.

Μετά, βόλτα στο πάρκο, νύχτα που αργούσε να πέσει.

Του μίλησε για το πλέξιμο με παραγγελίες, πως ξεκίνησε τυχαία.

Συνέχισε, της είπε σοβαρά. Έχεις μεράκι.

Το λες για το κασκόλ.

Και για το κασκόλ. Και γιατί το κάνεις.

Μετά, μετά από παύση:

Δεν βιαζόμαστε. Ούτε εσύ ούτε εγώ.

Ναι.

Τότε σωστά πάμε.

Δεν ρώτησε τι εννοούσε. Το ήξερε.

***

Σεπτέμβρη, η Δήμητρα μπήκε σπίτι και βρήκε τη Χρυσάνθη να πλέκει στο παράθυρο. Ο χώρος μύριζε καφέ, στο τραπέζι τρία μαλλάκια γαλάζια, ανοιχτό λάπτοπ με παραγγελίες έτοιμες είχαν γίνει πολλοί πια, μέσα στο καλοκαίρι.

Έφτιαξες σελίδα; είπε εντυπωσιασμένη.

Με βοήθησε η κόρη της γειτόνισσας. Έχει φωτογραφίες, τιμές, όλα. Είκοσι τρεις παραγγελίες.

Σοβαρά, Χρύσα;

Ναι. Δεν είναι πολλά χρήματα, αλλά είναι δικά μου. Κι έχει ενδιαφέρον.

Η Δήμητρα χαμογέλασε.

Ποιος να το πει πέρσι τέτοιον καιρό…

Κανείς. Ούτε κι εγώ το φανταζόμουν.

Ο Σταύρος, ο γείτονας όταν μιλάς γι αυτόν, αλλάζεις.

Η Χρυσάνθη δεν είπε λέξη. Ύστερα, χωρίς να σταματήσει το πλέξιμο:

Νιώθω ήρεμη μαζί του. Αυτό μόνο.

Δεν χρειάζεται κάτι άλλο, απάντησε η Δήμητρα. Καταλαβαίνω.

Ήπιαν καφέ και μίλησαν για εγγόνια, για τη νέα ανακαίνιση στην τοπική κλινική, για το ότι στο «Αγαπημένο Σπίτι» θα χει φθινοπωρινές εκπτώσεις. Η συζήτηση δύο γυναικών, ένα συνηθισμένο μεσημεριανό του Σεπτέμβρη.

Έξω, ο Υμηττός ζούσε στους ρυθμούς του. Οι λεύκες κιτρίνιζαν στα πεζοδρόμια, κάποιος έβγαζε βόλτα το σκύλο του, ένα παιδί έκανε ποδήλατο με προσήλωση.

Η Χρυσάνθη έπιασε νέο κουβάρι, βρήκε την άκρη. Επόμενη παραγγελία, σκουφί με πλεξούδες. Έχει δυο εβδομάδες. Θα προλάβει.

Τα δάχτυλά της βρήκαν ρυθμό. Οι βελόνες ξεκίνησαν, γνωστές, απαλές, παρηγορητικές. Έξω, η πρώτη βροχή του φθινοπώρου έκανε τα φύλλα να λαμπυρίζουν στις λεύκες ζωντανά, σαν ελπίδα.

Oceń artykuł
Έφυγε για άλλη γυναίκα, κι εγώ έμεινα μόνη