Η γιαγιά μου ήταν πάντα μία δύσκολη γυναίκα, σε κάποια πράγματα πολύ δύσκολη.
Οι γονείς μου χώρισαν πολύ νωρίς, ήμουν μικρή και δε θυμάμαι τίποτα από τον πατέρα μου. Μετακομίσαμε με τη γιαγιά μου όταν ήμουν πέντε χρονών και έζησα μαζί της όλη μου την παιδική ηλικία.
Η γιαγιά μου σαν άνθρωπος ήταν αυστηρή και απαιτητική. Το βασικό που περίμενε από μένα ήταν υπακοή και σκληρή δουλειά. Δεν έχω καμία καλή ανάμνηση από αυτήν.
Άκουσα πολλούς να μελαγχολούν για τα παιδικά τους χρόνια, εγώ ούτε καν θέλω να τα θυμάμαι. Δεν έχω κάτι να κοιτάξω πίσω. Η μητέρα μου δεν βοήθησε ποτέ. Δεν είχα πού να πάω, τη δεκαετία του 90 στην Αθήνα. Όνειρεύτηκα μόνο χρήματα και δουλειά. Έπρεπε να συμβιβάζομαι. Η γιαγιά μου προσπαθούσε να ελέγχει τα πάντα, δίνοντας εντολές σε μένα και στη μητέρα μου έτσι ώστε όλα να γίνονται όπως ήθελε εκείνη.
Έτσι ζούσαμε. Δημόσια, πάντα προσποιούμασταν πως είμαστε καλά.
Στην πέμπτη δημοτικού η ζωή της μητέρας μου άλλαξε. Ένας άντρας την πήρε να ζήσει μαζί του. Μετά από έναν χρόνο, με πήρε κι εμένα. Ο πατριός μου δεν μου είχε ιδιαίτερη συμπάθεια, αλλά ποτέ δεν μου φέρθηκε άσχημα. Μετά από τόσα χρόνια τσακωμούς με τη γιαγιά μου, η ζωή με εκείνον ήταν σαν παράδεισος.
Η γιαγιά μου δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, και η μητέρα μου ήταν ανακουφισμένη που έφυγε από το σπίτι της γιαγιάς, από μία γυναίκα που της είχε κάνει τη ζωή δύσκολη. Από τότε, δεν είχαν καμία επαφή μεταξύ τους.
Τη γιαγιά μου τη παίρνω τηλέφωνο που και που.
Τη καλώ μια φορά τον μήνα, αλλά χρειάζομαι χρόνο για να προετοιμαστώ ψυχολογικά. Μιλάω σύντομα, για κάτι άσχετο. Για να αποφύγω το αρνητικό κλίμα, επικεντρώνομαι σε καλά νέα, ανταλλάσσουμε γενικές κουβέντες. Μια φορά στους έξι μήνες, στα γενέθλια και στη γιορτή της, πηγαίνω με λουλούδια και γλυκό. Δεν μένω πάνω από μισή ώρα. Αυτός είναι ο τρόπος που επικοινωνούμε.
Αυτή τη στιγμή, η ζωή μου πάει καλά – έχω έναν αγαπημένο σύντροφο, ένα μικρό παιδί και μία δεμένη οικογένεια. Πρόσφατα, εγώ και ο άντρας μου αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι με στεγαστικό δάνειο στη Θεσσαλονίκη. Πέρσι η γιαγιά μου έκλεισε τα 80.
Πριν, ήταν ενεργητική και φρόντιζε μόνη της το σπίτι. Τελευταία, όμως, τα πράγματα δεν πάνε καλά.
Η γιαγιά μου είναι απομονωμένη, δεν μπορεί να βγει έξω ούτε να μαγειρέψει. Συνήθως ξαπλώνει, αν και ακόμα μπορεί να κινείται μέσα στο σπίτι. Πρόσφατα αρρώστησε οι γείτονες τη βοηθάνε πολύ. Η κατάσταση είναι τέτοια που η γιαγιά χρειάζεται φροντίδα.
Έχει πολλούς μακρινούς συγγενείς που τώρα με καλούν συνέχεια, γεμάτοι παράπονα! Δεν μπορούν να βρουν τη μητέρα μου, εκείνη και ο σύζυγός της ζουν στο εξωτερικό. Έτσι πιστεύουν πως εγώ είμαι υπεύθυνη.
Ξέρω πολύ καλά τι με περιμένει. Ναι, εκείνη με μεγάλωσε, με φρόντισε, μου έδωσε μαθήματα ζωής. Και κατά κάποιο τρόπο είναι η σειρά μου να ανταποδώσω. Όμως δεν θέλω! Δεν με αγάπησε ποτέ στα παιδικά μου χρόνια. Κατάφερα να αφήσω πίσω το θυμό και τη δυσαρέσκεια για τη συμπεριφορά της, αλλά δεν μπορώ να τη συγχωρέσω! Παρ όλα αυτά, νιώθω ενοχές, καταλαβαίνω ότι πρέπει να βοηθήσω τη γριά.
Μία λύση θα ήταν να βρω φροντιστή, αλλά τα χρήματα δεν φτάνουν. Έχω ένα βρέφος, ένα δάνειο, και το παιδί μου αρρωσταίνει συχνά.
Τι πρέπει να κάνω;
Είναι υποχρεωμένη η εγγονή να φροντίζει τη γιαγιά της ή έχει το δικαίωμα να αρνηθεί ειδικά αν δεν διεκδικεί καμία κληρονομιά; Δεν θέλει ούτε τη γιαγιά της ούτε τη διαθήκη της.





