Σάββατο βράδυ, 22 Ιουνίου
Κάθε άντρας έχει τα μυστικά του κάποιοι κρύβουν λεφτά στο συρτάρι του κομοδίνου, άλλοι λένε ψέματα για το που ακριβώς πάνε τα βράδια. Ο δικός μου, ο Νίκος Παπαγεωργίου, είχε το δικό του τελετουργικό: το κινητό του πάντοτε με την οθόνη γυρισμένη προς τα κάτω.
Παντού και πάντα. Στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στο πιάτο του, η οθόνη κάτω. Πριν κοιμηθεί, στο κομοδίνο, πάλι οθόνη κάτω. Ακόμα και σε ταβέρνα παρέα με φίλους ή στο εξοχικό των γονιών του, πάλι το ίδιο.
Ούτε που το πρόσεξα στην αρχή· μάλλον το πήρα απλώς ως μια ιδιοτροπία. Μετά μου έγινε εμμονή. Ύστερα έπαψα να το σκέφτομαι όταν μια σκέψη πονάει τόσο, απλώς τη θάβεις βαθιά. Κλασική γυναικεία άμυνα: δεν σκέφτεσαι το πρόβλημα μέχρι αυτό να σου χτυπήσει την πόρτα.
Ο γάμος μας με τον Νίκο ήταν, πάνω-κάτω, φυσιολογικός. Όχι από αυτούς που λες ότι θα γυριστεί σίριαλ, αλλά κι ούτε για δράματα. Εργαζόμασταν και οι δυο, έδινα μαθήματα, ο Νίκος στο λογιστικό γραφείο. Τα Σαββατοκύριακα ψώνια, Netflix, καμιά βόλτα με φίλους. Αυτοί οι φίλοι ήταν ο Ανδρέας με τη Δήμητρα ζευγάρι χρόνια. Ο Ανδρέας, ο κολλητός του από το ΟΠΑ. Η Δήμητρα, γυναίκα δυναμική, κοινωνική, με μια αυτοπεποίθηση που άλλοτε με γοήτευε, άλλοτε με κούραζε. Πάντα όμως το έκρυβα.
Όλα «καλά» θα έλεγε κανείς, αν δεν υπήρχε το τηλέφωνο του Νίκου. Κι όσο κι αν έλεγα να μην το αφήσω να με επηρεάσει… Ε, δεν τα κατάφερα απόλυτα.
Μια φορά που σηκώθηκα να πιάσω το αλάτι πλάι του, το κινητό του γλίστρησε απ το τραπέζι κι έμεινε με την οθόνη να κοιτά το ταβάνι. Ο Νίκος έσπευσε πρώτος έκρυψε την οθόνη κάτω από το χέρι του.
Συγγνώμη, του είπα.
Δεν τρέχει τίποτα, μονολόγησε.
Κι ύστερα οι δυο μας παριστάναμε πως όλα μια χαρά. Γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι όταν κάτι δεν πάει καλά.
Δεν μου πάει η ζήλια ούτε και οι σκηνές. Κακώς, ίσως. Αντί για φασαρίες, έστηνα στο μυαλό μου πίνακες και πίνακες στοιχείων. Ένα γεγονός, μια εξήγηση δίπλα του. Όσο οι εξηγήσεις στέκουν, σωπαίνεις.
Και σιωπούσα. Μήνες τώρα.
Πρώτο σημάδι: Άρχισε να αργεί στη δουλειά. Παλιά, μέχρι τις οκτώ το πολύ. Τώρα, να φτάνει κι έντεκα. Η δικαιολογία πάντα η ίδια τέλος μήνα, καταστάσεις, πελάτης από Πάτρα.
Δεύτερο: έγινε αφηρημένος, αλλού το μυαλό του τελείως. Τον ρωτούσα κάτι, χανόταν για λίγο, απαντούσε σαν να’χε lag. Έβλεπε μπάλα χωρίς να προσέχει το αποτέλεσμα.
Τρίτο: Σκεφτική και αμήχανη στάση όταν τηλεφωνούσε ο Ανδρέας. Ο κολλητός του! Πάντα χαρά όταν τον έπαιρνε τώρα, κάτι άλλαζε στη φάτσα του μόλις άκουγε τον ήχο του κινητού, μικρή ένταση.
Τόλμησα μια μέρα να το ρωτήσω:
Όλα καλά με τον Ανδρέα;
Καλά, γιατί;
Βλέπω, τελευταία, κάπως μαγκώνεσαι.
Σου φάνηκε, μου σέρβιρε ξερά, κι έπιασε το κινητό.
Η Δήμητρα, η γυναίκα του Ανδρέα, με πήρε ένα βράδυ στο κινητό. Αυτές οι χαλαρές κουβέντες, χωρίς λόγο. Τέτοια ήταν η Δήμητρα φωνή γεμάτη ζωή, χιούμορ, πάντα γελούσε, ακόμα και σε φαρμακείο στην ουρά.
Πώς πάτε; ρώτησε.
Καλά. Ο Νίκος πάλι άργησε.
Ε, τι να κάνεις, δουλειές, ανέφερε απλά, πιο απλά απ όσο περίμενα.
Επόμενη Παρασκευή βρεθήκαμε οι τέσσερις στο σπίτι μας. Ανδρέας και Δήμητρα έφεραν κρασί και μιλφέιγ. Ο Νίκος έψηνε σουβλάκια, έπαιζε και ρόλο ευτυχισμένου οικογενειάρχη μπροστά μας. Εγώ έστρωνα το τραπέζι· παρατηρούσα.
Τη Δήμητρα και τον Νίκο ξαφνικά τους έβλεπα να αποφεύγουν εντελώς τις μεταξύ τους ατάκες, λες και τυχαία συναντήθηκαν σε περίπτερο. Ο Ανδρέας μιλούσε αδιάκοπα για τη δουλειά, τα μάτια του μακριά. Σκεφτόμουν ξέρει; Υποψιάζεται; Ή όλα είναι η ιδέα μου;
Γιατί είσαι τόσο ήσυχη; ρώτησε ο Νίκος μόλις έφυγαν.
Κουράστηκα.
Να ξαπλώσεις νωρίς.
Ναι, ψιθύρισα.
Ξάπλωσα ευθεία, κοίταζα το ταβάνι. Το τηλέφωνο, πάντα εκεί, δίπλα του. Οθόνη κάτω.
Γύρισα πλευρό να μη το βλέπω.
Το Σάββατο το πρωί, ο Νίκος έφυγε «για το service του αυτοκινήτου». Λείψε τρεις ώρες. Εγώ ήπια ελληνικό, διάβασα κάτι αδιάφορο, κι έπιασα τη γενική στο σπίτι. Κάποια στιγμή, βρήκα το κινητό στον καναπέ. Οθόνη πάνω. Ξεχάστηκε.
Πρώτη φορά, ποτέ δεν το ξεχνούσε. Έχει ξεχάσει χίλια δύο, αλλά το κινητό ποτέ! Στάθηκα με το ξεσκονόπανο στο χέρι.
Η οθόνη φώτιζε, ένα ειδοποιητικό μόλις είχε φτάσει μήνυμα. Ποτέ δεν είχα κοιτάξει τα μηνύματά του, δεν το ήθελα, οι μεγάλοι άνθρωποι πρέπει να έχουν το χώρο τους θεωρία μου, θεωρία που βολεύει όλους εκτός από εμένα.
Δεν κοίταξα το κείμενο.
Είδα τη φωτογραφία του αποστολέα. Μικρό κυκλάκι δίπλα στο όνομα όπως δείχνει το Viber· γυναικείο πρόσωπο, σκούρα μαλλιά, γέλιο ζεστό.
Ήξερα αυτό το χαμόγελο. Δήμητρα.
Έμεινα να την κοιτώ τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα. Η οθόνη έσβησε, δεν μετακινήθηκα.
Κατευθύνθηκα στην κουζίνα, έβαλα νερό στο ποτήρι.
Δήμητρα. Οικεία, τόσο της παρέας. Παρασκευές μαζί, ξέρω πως είναι αλλεργική στα ακτινίδια και γενέθλια έχει 22 Μαρτίου. Πέρυσι της πήραμε με τον Νίκο πλατύφυλλα. Τώρα να…
Γύρισα στο σαλόνι. Νέο μήνυμα, η οθόνη πάλι φώτισε. Δεν το διάβασα ούτε αυτό.
Ήξερα πως αν το ανοίξω, τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Προσποιούμουν πως όλα μπορούν να ερμηνευτούν αθώα. Ίσως ρωτάει για τον Ανδρέα, ίσως κάποιο αστείο. Ίσως, αλλά ήξερα…
Έκατσα δίπλα στο κινητό. Το κοιτούσα σαν να περιμένα μια παραδοχή. Τότε άρχισαν να κουμπώνουν τα κομμάτια απουσίες στη δουλειά, σπασμένη προσοχή, σφιγμένος όποτε έπαιρνε ο Ανδρέας, εκείνο το βράδυ της αμηχανίας μεταξύ τους, η βιαστική κάλυψη της Δήμητρας στο «δουλειές».
Ήξερα αυτή ήταν η αιτία.
Κράτησα το βλέμμα μου στο πάτωμα. Ο Ανδρέας, είκοσι χρόνια κολλητός του Νίκου. Να μη ξέρει ή να κάνει ότι δεν ξέρει; Ίδιο παιχνίδι ψυχραιμίας με εμένα.
Μετά από λίγο, ακούστηκε η πόρτα της πολυκατοικίας να χτυπά, πόδια στη σκάλα. Ο Νίκος γύρισε service express προφανώς. Ή απλά κατάλαβε πως το κινητό έμεινε σπίτι.
Δεν σηκώθηκα. Έβλεπε το κινητό δίπλα μου. Μία έκφραση αλλιώτικη για μισό δευτερόλεπτο. Τον διαβάζω τρεις μήνες πια.
Το είχα ξεχάσει, είπε αδιάφορα.
Το βλέπω, αποκρίθηκα.
Σηκώθηκα, τον άφησα, ήπια νερό στην κουζίνα.
Ελένη, είπε χαμηλόφωνα.
Όχι τώρα, είπα ήρεμα. Δεν είμαι έτοιμη.
Κι αλήθεια δεν ήμουν. Ούτε για λόγια, ούτε για ξεκαθάρισμα, ούτε για υστερίες. Ήμουν έτοιμη μόνο για αυτό που ήξερα ήδη.
Το βράδυ της Κυριακής, μιλήσαμε. Ήρεμα, χωρίς φωνές, χωρίς τζάμια να σπάνε ενήλικες, αμήχανοι. Ο Νίκος ξεκίνησε:
Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω…
Μην εξηγείς, είπα. Το κατάλαβα από τη φωτογραφία.
Σώπασε για ώρες σχεδόν. Ύστερα:
Το ήξερες;
Υποψιαζόμουν. Έκανα σενάρια.
Και τώρα;
Δεν ξέρω τι σχεδιάζεις εσύ. Εγώ πρέπει να σκεφτώ για διαζύγιο.
Η Δήμητρα έμαθε το ίδιο βράδυ της το είπα εγώ. Η πιο σύντομη συζήτηση της ζωής μου.
Δήμητρα, το γνωρίζω. Δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Πες στον Ανδρέα ό,τι νομίζεις. Σε μένα μη ξαναπάρεις.
Σιγή στο ακουστικό, κάτι ψιθυριστό, «Ελένη…», και έκλεισα.
Την επόμενη μέρα έμαθε και ο Ανδρέας. Πώς, ούτε θέλω να ξέρω.
Ο Νίκος επέστρεψε μουντός, κάθισε στη μπερζέρα, κοίταζε το κενό.
Μίλησε ο Ανδρέας, είπε.
Το κατάλαβα, αποκρίθηκα.
Το τελευταίο τέλος. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πούμε.
Τρία χρόνια γάμου. Είκοσι χρόνια ανδρικής φιλίας. Ένα μικρό εικονίδιο σε κινητό, δυο σπίτια που διαλύθηκαν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Αθόρυβα, σχεδόν ευγενικά.
Μια βδομάδα μετά, μάζευα τα πράγματά μου· βιβλία, ρούχα, λίγα κουζινικά δικά μου απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια. Ο Νίκος στο δίπλα δωμάτιο, σιωπηλός.
Στην έξοδο σταμάτησα. Το κινητό του στο τραπέζι.
Οθόνη κάτω.
Έκλεισα πίσω μου απαλά την πόρτα.





