Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ζήλευα το ίδιο μου το παιδί.
Ακούγεται άσχημο ακόμη και να το γράφω, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.
Όταν γεννήθηκε η κόρη μου, ήμουν είκοσι έξι χρονώννέα, φοβισμένη αλλά ευτυχισμένη. Όλος ο κόσμος μου περιστράφηκε γύρω της. Παράτησα τη δουλειά μου για να τη φροντίζω. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, δούλευε σε οικοδομές, συχνά έλειπε για μέρες. Εγώ ήμουν τα πάντα: μάνα, πατέρας, φίλη.
Τα χρόνια πέρασαν χωρίς να το καταλάβω. Εκείνη μεγάλωνε και εγώ καμάρωνα για κάθε βήμα της. Της αγόραζα φορέματα για γιορτές, ξενυχτούσα δίπλα της όσο διάβαζε, κάθε Κυριακή της έφτιαχνα το αγαπημένο της παστίτσιο. Ζούσα μέσα απ αυτήν. Δεν το αντιλαμβανόμουν τότε.
Όταν μπήκε στην εφηβεία, άρχισε να απομακρύνεται. «Έτσι είναι τα παιδιά», έλεγα στον εαυτό μου. «Τώρα μεγαλώνει». Όμως μέσα μου μεγάλωνε ένα κενό. Δεν μου τα έλεγε πια όλα. Είχε τα μυστικά της, τους φίλους της, έναν δικό της μικρόκοσμο όπου εγώ δεν ήμουν το κέντρο.
Ύστερα ήρθε ο χορός της αποφοίτησης. Τη βλέπω να κατεβαίνει τη σκάλα με το μακρύ φόρεμά της κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο σίγουρη, φεγγοβολούσε. Δίπλα της στεκόταν ένα αγόρι που την κοίταζε με θαυμασμό. Εκείνη τη στιγμή, πέρα από την περηφάνια, με πλημμύρισε κάτι άλλοο φόβος ότι τη χάνω.
Όταν έφυγε για να σπουδάσει στην Πάτρα, το σπίτι γέμισε σιωπή. Το πρωί σηκωνόμουν και δεν υπήρχε πια κανείς να βιάζεται για το σχολείο. Δεν υπήρχαν διάσπαρτα τετράδια, ούτε γέλια. Ο Γιάννης είχε μάθει τη σιωπή, για μένα όμως ήταν τιμωρία.
Άρχισα να της τηλεφωνώ καθημερινά. Τη ρωτούσα τι τρώει, πού πάει, με ποιους βγαίνει. Ένιωθα πως γινόταν ολοένα και πιο απόμακρη. Κάποιες φορές δεν απαντούσε. Τότε πληγωνόμουν. Σκεφτόμουν πως της είχα δώσει τη ζωή μου και τώρα δεν είχε χρόνο για μένα.
Ένα Σάββατο γύρισε για το Σαββατοκύριακο. Ήταν πια διαφορετικήπιο ανεξάρτητη, πιο σίγουρη. Μου μιλούσε για τα σχέδιά της, για την πρακτική της, για τα όνειρά της. Κι εγώ, αντί να χαίρομαι, άρχισα να της τονίζω πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, πόσο προσοχή χρειάζεται, πόσο επικίνδυνο είναι το κάθε τι. Είδα το βλέμμα της να σκοτεινιάζει. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι την έπνιγα.
Το ίδιο βράδυ έμεινα μόνη στην κουζίνα και αναρωτήθηκα: «Ποια είμαι εκτός από μάνα;» Για πολύ καιρό δεν μπορούσα να απαντήσω. Είχα συνηθίσει να ζω μέσα από τα επιτεύγματά της, τα προβλήματά της. Είχα ξεχάσει τον εαυτό μου.
Γράφτηκα σε ένα σεμινάριο λογιστικής. Πάντα ήμουν καλή με τους αριθμούς, αλλά ποτέ δεν είχα το θάρρος να ξεκινήσω κάτι καινούργιο. Βρήκα μια ημιαπασχόληση. Άρχισα να βγαίνω με φίλες που χρόνια είχα παραμελήσει. Τα πρώτα βήματα ήταν δύσκολα, όμως σιγά σιγά άρχισα να ανασαίνω ξανά.
Με την κόρη μου η σχέση μας άλλαξε. Σταμάτησα να τη ρωτάω σαν να ήταν μικρό παιδί. Άρχισα να την ακούω σαν ενήλικη. Εκείνη άρχισε να μου ανοίγεται και πάλι μόνη της. Κατάλαβα ότι η αγάπη δεν είναι να κρατάς κάποιον κοντά με το ζόρι, αλλά να του δίνεις φτερά.
Σήμερα ακόμα μου λείπει. Μου λείπει η φωνή της στο άλλο δωμάτιο, ο ήχος, η παρουσία της. Αλλά πλέον δεν ζηλεύω τη ζωή της. Τη βλέπω να προχωρά και καμαρώνω που ήμουν το στήριγμά της, όχι το εμπόδιο.
Έμαθα πως τα παιδιά δεν είναι περιουσία μας. Είναι φιλοξενούμενοι στο σπίτι μας για λίγο καιρό. Το χρέος μας είναι να τα ετοιμάσουμε να φύγουν με σιγουριά.
Κι έμαθα και κάτι ακόμαμια γυναίκα δεν πρέπει να χάνεται μόνο στον ρόλο της μάνας. Γιατί όταν τα παιδιά φεύγουν, πρέπει να παραμείνει ολόκληρη.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




