Όχι απλώς γείτονες

Όχι απλοί γείτονες

Σε ένα μικρό χωριό στην Πελοπόννησο, εκεί όπου τα στενά το καλοκαίρι μοσχομύριζαν από γιασεμιά και τον χειμώνα σκεπάζονταν με χρυσό φύλλωμα, ζούσαν δίπλα-δίπλα δύο οικογένειες. Πάντα αγαπημένοι, ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Τα παιδιά τους, αφού μεγάλωσαν, μετακόμισαν στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη για μια νέα ζωή.

Κάποια στιγμή, όμως, η μοίρα χτύπησε τον Μανώλη. Έχασε τη γυναίκα του. Ήταν η αυγή ακόμη, όταν έτρεξε στο σπίτι των γειτόνων, του Σταμάτη και της Ελένης, και χτύπησε δυνατά στο παράθυρο.

Τι έγινε, Μανώλη; βγήκε αλαφιασμένος στο κατώφλι ο Σταμάτης, ακολουθούμενος από την Ελένη που είχε τυλιχτεί σε ένα σάλι.

Η Μαρία μου, η Μαρία ξέσπασε σε λυγμούς ο Μανώλης και κάθισε στα σκαλοπάτια. Ήταν φθινόπωρο, η υγρασία και το κρύο είχαν αγκαλιάσει την αυλή.

Τι έπαθε η Μαρία; Να φωνάξουμε ασθενοφόρο; τον σήκωσε ο Σταμάτης.

Δε χρειάζεται, έφυγε η Μαρία μου είπε πνιγμένος από τον πόνο.

Οι γείτονες στήριξαν τον Μανώλη μέχρι να φτάσει ο γιος του με τη νύφη από την Αθήνα. Δεν τον άφηναν στιγμή μόνο του. Η Ελένη του έδινε χάπια για να ηρεμήσει. Μετά την κηδεία, προσπαθούσαν να του κρατήσουν συντροφιά τον προσκαλούσαν τακτικά για φαγητό. Ο Σταμάτης του έκανε παρέα στα σκάκια το βράδυ.

Έξι μήνες μετά ο Μανώλης άρχισε να βρίσκει πάλι το βηματισμό του. Η έλλειψη της Μαρίας του πονούσε, μα συνήθισε. Έμαθε να φροντίζει το σπίτι, να μαγειρεύει και να πλένει μόνος του. Ο γιος του, πότε πότε, τον επισκεπτόταν με την οικογένεια.

Ένα αυγουστιάτικο δειλινό, ο Μανώλης κι ο Σταμάτης παίζανε σκάκι στην αυλή. Ξαφνικά, ο Σταμάτης σωριάστηκε στο πλάι ο Μανώλης μόλις πρόλαβε να τον στηρίξει.

Σταμάτη, τι έπαθες; προσπάθησε να τον συνεφέρει, όμως ο φίλος του δεν αντιδρούσε.

Ελένη! φώναξε. Η Ελένη μόλις είχε βγει με ένα μεγάλο μπολ γεμάτο φρέσκα αγγουράκια, που της έπεσαν μόλις είδε τη σκηνή.

Έτρεξε δίπλα του. Ο γιατρός που ήρθε αργότερα επιβεβαίωσε την καρδιακή προσβολή ο Σταμάτης είχε φύγει ακαριαία. Η Ελένη έκλαιγε με λυγμούς:

Ποτέ δεν παραπονέθηκε για την καρδιά του…

Αυτή τη φορά, ο Μανώλης στάθηκε δίπλα στην Ελένη. Ήρθαν ο γιος και η κόρη της από τη Θεσσαλονίκη, έκαναν την κηδεία και ξαναέφυγαν. Η Ελένη, μόνη στο σπίτι, κατάλαβε τι σημαίνει να σε πλακώνει η σιωπή. Την ημέρα ήταν κάπως καλύτερα, καθώς ο Μανώλης περνούσε να τη βοηθήσει, όμως τα βράδια οι σκέψεις δεν την άφηναν να κοιμηθεί.

Ο καιρός περνούσε. Σιγά-σιγά η Ελένη ξαναβρήκε χαμόγελο. Τα παιδιά και τα εγγόνια έρχονταν πού και πού. Ο Μανώλης και η Ελένη, τώρα συνταξιούχοι, στήριζαν ο ένας τον άλλον. Ο Μανώλης, που μια ζωή δίδασκε ιστορία στο λύκειο, κι η Ελένη, που εργαζόταν στη δημοτική βιβλιοθήκη του χωριού.

Η ζωή κυλούσε. Ήρθε φθινόπωρο. Κάθε πρωί ο Μανώλης έβγαινε στην αυλή με τη σκούπα, και μάζευε τα πεσμένα κίτρινα φύλλα της φτελιάς. Μετά πέρναγε το μονοπάτι ως το σπίτι της Ελένης και σκούπιζε και εκεί, όσο ο άνεμος ξανάφερε καινούργια φύλλα. Έμπαινε στην αυλή της και σκούπιζε και τα δικά της λίγα φύλλα. Η Ελένη τον παρατηρούσε από το παράθυρο και χαμογελούσε.

Μανώλη, πάλι τα ίδια; άνοιξε το παράθυρο και του φώναξε Όλο το χωριό σε βλέπει να τα βάζεις με το φθινόπωρο!

Αυτός σήκωσε το κεφάλι και γέλασε.

Αν περιμένουμε να εξαφανιστούν μόνα τους, θα μας πνίξουν τα φύλλα, Ελένη. Κάποιος πρέπει να τα μαζεύει.

Τα φύλλα όμως είναι όμορφα να, δες πώς λάμπουν! επέμεινε η Ελένη.

Όμορφα ή όχι, γλιστράνε! Θα πέσουμε καμιά φορά, απάντησε πεισματάρικα ο Μανώλης, καθώς συνέχιζε το μάζεμα.

Μια μέρα, αφού είχε τελειώσει με τα δικά του και τα δικά της φύλλα, τη βρήκε να βγαίνει στην αυλή με δύο φλυτζάνια.

Έλα, ευχαριστώ, έλα να πιούμε ένα τσάι με μέλι είπε και κάθισαν στη μικρή πέργκολα.

Σήμερα μέλι; Συνήθως πίνουμε με λεμόνι, παραξενεύτηκε ο Μανώλης.

Έχει ψύχρα σήμερα, και το μέλι ζεσταίνει και την καρδιά είπε γελαστά η Ελένη.

Πολύ γλυκό Στην ηλικία μας πρέπει να προσέχουμε, μουρμούρισε ο Μανώλης.

Πιες, άντε! Μια φορά την εβδομάδα δεν έγινε και τίποτα, τον διέκοψε η Ελένη χαμογελώντας αυταρχικά.

Εντάξει, εντάξει, υποχώρησε ο Μανώλης.

Χτες με πήρε ο εγγονός μου, ο Ανδρέας, και μου λέει, «Γιαγιά, τι κάνεις μόνη σου; Έλα στην Αθήνα να μείνεις μαζί μας».

Και τι του είπες;

Ότι δεν είμαι μόνη! Έχω εδώ έναν φίλο και του χαμογέλασε ζεστά.

Ο Μανώλης χαμογέλασε πίσω της, κάνοντας πως πίνει.

Το είπες σωστά, αν και „φίλος” είναι λίγο φτωχό…

Τότε τι είμαστε;

Ας πούμε… σύμμαχοι στη μάχη ενάντια στα φθινοπωρινά φύλλα! γέλασε ο Μανώλης· η Ελένη γέλασε μαζί του.

Μια μέρα, αφού σκούπισε την αυλή της, δεν την είδε στο παράθυρο, όπως συνήθιζε. Ανησύχησε κάθε πρωί τον χαιρετούσε. Πήγε, χτύπησε την πόρτα, περίμενε. Η Ελένη του άνοιξε αδύναμη, τυλιγμένη σε καρό κουβέρτα.

Ήρθα να βοηθήσω είπε τρυφερά και την έβαλε στην πολυθρόνα.

Μάλλον κρύωσα…

Ποιος θα μου φέρνει τώρα τσάι; της έκανε χιούμορ προσπαθώντας να ελαφρύνει το κλίμα.

Έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε.

Φάρμακα έχεις;

Ναι, στο κομοδίνο

Διαπίστωσε πως τα φάρμακα ήταν λίγα.

Θα πεταχτώ στο φαρμακείο είπε αποφασιστικά.

Δεν χρειάζεται, αυτά αρκούν ψιθύρισε αδύναμα εκείνη.

Όχι, πρέπει, της απάντησε αυστηρά και έφυγε.

Γύρισε γρήγορα, με σακουλάκι φάρμακα και ένα κοτόπουλο. Εκείνη κοιμόταν λίγο.

Σε λίγο, το σπίτι γέμισε άρωμα κοτόπουλου.

Μαγειρεύεις κιόλας; τον πείραξε χαμογελώντας.

Όλα να τα μπορείς στις δύσκολες στιγμές! απάντησε, και της έφερε ζεστή σούπα.

Τι όμορφη γεύση, σε ευχαριστώ, Μανώλη

Ό,τι χρειαστεί για να γίνεις γρήγορα καλά. Και να μη βαριέμαι μόνος μου τα φύλλα! γέλασε ξανά.

Σύμφωνοι, σύμμαχε, υποσχέθηκε κι εκείνη.

Σε μια εβδομάδα η Ελένη συνήλθε και επέστρεψε στους περιπάτους της. Μαζί περπάτησαν στο παλιό μονοπάτι δίπλα στο ρέμα. Τα φύλλα έτριζαν κάτω από τα βήματά τους.

Τελικά, Μανώλη, το φθινόπωρο είναι γεμάτο ομορφιά, του είπε χαμογελαστά.

Συμφωνώ, φτάνει να έχεις καλή παρέα να το μοιραστείς, απάντησε εκείνος.

Κάποια μέρα, ο Μανώλης ήρθε με μία ασυνήθιστη παράκληση.

Θέλω τη βοήθειά σου. Έχασα το βιβλίο για φροντίδα κάκτων!

Μα δεν έχεις κάκτους στο σπίτι! του απάντησε η Ελένη παραξενεμένη.

Μέχρι σήμερα! της είπε χαμογελώντας, και της έδωσε ένα γλαστράκι. Το πήρα για σένα.

Μα δεν ξέρω από κάκτους, ποτέ δεν είχα! γέλασε η Ελένη.

Είσαι βιβλιοθηκονόμος, θα βρεις σίγουρα τις οδηγίες! της έκλεισε πονηρά το μάτι.

Ωραία, ωραία, αλλά αν ανθίσει, θέλω παγωτό, είπε η Ελένη πειραχτικά.

Συμφωνήσαμε!

Μετά από λίγες μέρες ο πρώτος χιονιάς σκέπασε το χωριό. Ο Μανώλης ήρθε πάλι με κάτι κρυμμένο πίσω από την πλάτη.

Τι έφερες πάλι; απόρησε η Ελένη.

Ελένη, το σκέφτηκα πολύ… θέλεις να μείνω μαζί σου για πάντα; Να γίνουμε οικογένεια; της πρόσφερε μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα.

Παναγία μου, Μανώλη, τόσο καιρό το σκεφτόσουν;

Φοβόμουν μήπως δεν θες. Τι λες λοιπόν;

Ναι, φυσικά ναι! Μαζί σου βρήκα ξανά χαρά είπε κι έβαλε τα λουλούδια στο βάζο. Και με τέτοιο μπουκέτο, πώς να αρνηθώ;

Έμειναν μαζί όλο τον χειμώνα. Την άνοιξη μια μέρα η Ελένη φώναξε:

Μανώλη, το κάκτο σου άνθισε! Τώρα μου χρωστάς παγωτό!

Τι θαύμα! Ό,τι είπαμε! Θα σου πάρω το αγαπημένο σου είπε γελώντας.

Περπατούσαν αγκαζέ στο χωριό, συζητώντας για παγωτό καϊμάκι ή σοκολάτα. Ο Μανώλης σήκωσε το βλέμμα στον καταγάλανο ουρανό και χαμογέλασε πλατιά.

Τι σε κάνει τόσο χαρούμενο; τον ρώτησε η Ελένη.

Νομίζω τελικά ότι οι καλύτερες ομάδες φτιάχνονται με τη συντροφιά.

Έτσι ακριβώς, συμφώνησε ήρεμα η Ελένη.

Δεν ήταν πια απλά γείτονες. Έγιναν δυο ψυχές που βρήκαν ο ένας τον άλλον μέσα στα φύλλα του φθινοπώρου, το κρύο του χειμώνα και τον ήλιο της άνοιξης. Η μοναξιά δεν τους απειλούσε πια είχαν βρει την αληθινή συντροφικότητα.

Η ζωή προχωρά, και η χαρά βρίσκεται στο να στηρίζεις και να αγαπάς ο ένας τον άλλον κάθε εποχή.

Oceń artykuł
Όχι απλώς γείτονες