Η θεία μου δεν ήθελε να μου δώσει χρήματα για την επιχείρησή μου, αλλά τελικά κατάφερα αυτό που ήθελα.

Când eram un simplu εργαζόμενος, όπως όλοι οι άλλοι, δουλεύοντας ατελείωτες ώρες για έναν μισθό που μόλις με κρατούσε όρθια, όλες οι θείες και τα ξαδέρφια μου με λάτρευαν. Με καλούσαν σε κάθε οικογενειακή γιορτή, με βοηθούσαν όταν είχα ανάγκη· ήμουν το αγαπημένο παιδί της οικογένειας.

Όμως, αυτή η ζωή με κούρασε. Ήθελα κάτι παραπάνω. Ήθελα να διαγράψω τον δικό μου δρόμο, να φτιάξω μια δική μου επιχείρηση στην Αθήνα. Αλλά δεν είχα ούτε ένα ευρώ για αρχή. Οι γονείς μου είχαν φύγει από τη ζωή όταν ήμουν δεκαεννέα ένας τραγικός τροχαίος στον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη.

Η θεία μου, η Κυριακή, είχε παντρευτεί έναν πλούσιο επιχειρηματία, τον κύριο Λεωνίδα. Πίστευα πως θα μπορούσε να με βοηθήσει. Έκανα λάθος.

Η θεία Κυριακή είπε πως οι επιχειρήσεις είναι τζόγος, πως δεν ήθελε να ρισκάρει τα λεφτά της. Της είπα πως το καταλαβαίνω, δεν θυμώνω· κι εγώ το ίδιο θα έκανα αν ήμουν στη θέση της. Δεν της κράτησα κακία. Μα ούτε τράπεζα μπορούσα να εμπιστευτώ τα επιτόκια ήταν εξωφρενικά, δεν υπήρχε περίπτωση να βγω πέρα. Αναγκάστηκα να κόψω τα πάντα, μέχρι και απ το φαγητό, να δουλέψω διπλοβάρδιες και να μαζεύω ευρώ το ευρώ, χτίζοντας το όνειρό μου.

Με τον καιρό, όλα ξεκαθάρισαν μέσα μου. Ήξερα ποια επιχείρηση θα άνοιγα, τι μου έλειπε και πόσα χρήματα χρειαζόμουν. Ήμουν αποφασισμένη, δεν θα έκανα ούτε βήμα πίσω. Το όνειρο ήταν εκεί από μικρή μια ευκαιρία ζωής να την αρπάξω. Αυτό που με πονούσε πραγματικά ήταν πως η θεία Κυριακή με ειρωνευόταν συνέχεια. Κάθε φορά που ερχόμουν κάπου, γελούσε φωναχτά μπροστά σε όλους:

«Ωχ, ήρθε η μεγάλη επιχειρηματίας μας! Τιμή μας που κάθεται στο ίδιο τραπέζι με εμάς!»

Κι όμως, όταν τελικά κατάφερα να ανοίξω το δικό μου πρακτορείο στην Αθήνα, όλοι οι συγγενείς απομακρύνθηκαν πάνω απ όλους, η θεία Κυριακή. Εγώ όμως δεν λύγισα. Ήμουν πεισματάρα μια ζωή. Έναμισι χρόνο αργότερα, είχα ήδη ανοίξει και άλλα παραρτήματα στη Λάρισα και στο Ηράκλειο.

Ξαφνικά, με καλεί η θεία Κυριακή στο τηλέφωνο. Ο γιος της, ο Μιχάλης, θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ήθελε βοήθεια για λεφτά αλλά και για στέγη. Η θεία είχε χωρίσει πια, δεν έβρισκε καμία δουλειά να σταθεί στα πόδια της· θυμήθηκε εμένα.

Αρνήθηκα. Προτεραιότητά μου τώρα ήταν να ανοίξω παραρτήματα και στη Θεσσαλονίκη, αυτό απαιτούσε πολλά λεφτά. Ο ξάδερφος δεν ήταν πια στην καρδιά μου. Μετά την άρνησή μου, η Κυριακή ούτε που ξαναεπικοινώνησε μαζί μου.

Τώρα πια τα καταστήματά μου πηγαίνουν περίφημα σε όλη την Ελλάδα. Οι δουλειές μου ανθίζουν, ο Μιχάλης όμως παραμένει κολλημένος στη μάνα του, χωρίς να τον βοηθά κανείς συγγενής αφού η θεία Κυριακή μας είχε διώξει όλους τότε.

Oceń artykuł
Η θεία μου δεν ήθελε να μου δώσει χρήματα για την επιχείρησή μου, αλλά τελικά κατάφερα αυτό που ήθελα.