Λένε πως όσο πιο πολύ καιρό είναι μαζί ένα ζευγάρι πριν παντρευτεί, τόσο πιο παράξενες γίνονται οι ζωές τους μετά τον γάμο
Ο Αλέξανδρος κι η Δάφνη ήταν μαζί εφτά χρόνια, μα ποτέ δεν είχαν ζήσει ούτε μια ολόκληρη μέρα μαζί, λες και ο χρόνος κυλούσε αλλιώς για κείνους. Τους άρεσε η ανεξαρτησία τους, να κλείνουν τις πόρτες στο σπίτι τους, να πειράζουν ο ένας τον άλλον στα ξέφωτα του μυαλού σαν ένα διαρκές κρυφτό. Μα τότε, απρόσμενα, μια εγκυμοσύνη τους έσπρωξε μπροστά στον ναό, κάτω από τις αττικές ελιές, με μια κουστωδία θεών που γέμιζαν τη στέγη με όνειρα περίεργα, σαν ψίθυροι ανέμου.
Στην αρχή, η συγκατοίκηση φάνταζε τυχερό παιχνίδι, γεμάτο χαρά. Έβαψαν μαζί το μικρό τους διαμέρισμα στου Ζωγράφου, η γιαγιά της Δάφνης έφυγε για το παλιό σπίτι στη Λακωνία κι έμεινε ο χώρος ελεύθερος, σαν πέτρα στη θάλασσα στο φως του μεσημεριού. Ολόκληρα απογεύματα σε μαγαζιά της οδού Ερμού διαλέγοντας καναπέδες, τοστιέρες, ένιωθαν πως όλα ξεκινούσαν από την αρχή, μια γιορτή μονάχα γι αυτούς.
Μα όταν όλα τα αντικείμενα πήραν θέση, κάτι βάρυνε την ατμόσφαιρα. Η μικρή κουζίνα γέμισε σκιές αθέατες, αλλά διαπεραστικές. Ο Αλέξανδρος άρχισε όλο και πιο συχνά να ζητάει να πάει για μπύρα με τους φίλους του στου Ψυρρή, κι η Δάφνη ήταν χαρούμενη όταν έφευγε κι εκείνος, χαμένη στη σιωπή της, διαβάζοντας ποίηση του Ελύτη μες στη νύχτα. Στο τέλος, τους ένωναν οι τελευταίες λάμψεις του φθινοπωρινού φεγγαριού, μόλις ακούμπαγε στην ταράτσα.
Η γέννα πλησίαζε σαν άνοιξη, μα ο άντρας βυθιζόταν στη θλίψη μέρα με τη μέρα, σαν ο χρόνος να στραγγίζει ανάποδα. Η Δάφνη αγνοούσε αυτή τη σκιά, ώσπου μια μέρα χτύπησε το κινητό της, λες και στο βάθος ακουγόταν το κύμα της Σαλαμίνας: μια άγνωστη φωνή της είπε ότι ο Αλέξανδρος φεύγει για πάντα, ήδη είχε μαζέψει τα υπάρχοντά του, την ώρα που εκείνη περίμενε σε ένα αθηναϊκό ιατρείο με τους ήχους των τραμ και των φρενών απ έξω.
Το πιο αλλόκοτο ήταν πως ο Αλέξανδρος δεν απολογήθηκε ποτέ, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ επιθυμία ή θλίψη, μόνο μια τρύπα αλαργινή. Δεν εμφανίστηκε ούτε στη δίκη του διαζυγίου η Δάφνη, χαμένη μέσα στην παράλογη μνήμη, έβαλε σε εφαρμογή τα κατάλληλα πρόσωπα από το Αιγάλεω κι έσβησε το όνομά του από τα χαρτιά του παιδιού. Ήθελε το παιδί να έχει λευκή γραμμή στη θέση του πατέρα, σαν ποίημα δίχως τίτλο.
Ο γιος της ήρθε στον κόσμο μέσα σ ένα μαγευτικό οπτασιακό χάος. Τον κράτησε στην αγκαλιά της ένα αγόρι μεγάλο και χαμογελαστό, με λακκάκια στις παρειές, σαν να τον είχε χαϊδέψει ο θεός Απόλλωνας. Την ίδια στιγμή, όλα τα κακώς κείμενα σκορπίστηκαν σαν φύλλα στην Πνύκα. Οι γονείς της την πλαισίωσαν, κι εκείνη δεν ήθελε ποτέ ξανά να σκεφτεί τους άντρες. Η πληγή στην ψυχή της έμοιαζε τρομερά βαθιά, ανίατη σαν τη νοσταλγία για χωριά πάνω στον Όλυμπο.
Πέρασαν τρία χρόνια σαν να κυλούσε το νερό σε βυζαντινή βρύση, ώσπου ένα απόγευμα, με τον ήλιο να παίζει παιχνίδια στα χαλιά, χτύπησε το κουδούνι. Η Δάφνη περίμενε τη μητέρα της για να κάνει babysitting, γι αυτό κι άνοιξε δίχως σκέψη. Στο κεφαλόσκαλο δέσποζε ο Αλέξανδρος, κρατώντας τεράστιο μπουκέτο κόκκινων τριαντάφυλλων τα αγαπημένα της και μια υπερμεγέθη φιγούρα αγωνιστικού αυτοκινήτου, το πρώτο του δώρο στο παιδί του μετά από τόσο καιρό.
Η Δάφνη τον κοίταξε χωρίς να μιλάει, σαν να βρισκόταν ξαφνικά σε παράξενο λαβύρινθο. Κι εκείνος, με φωνή που ακουγόταν σαν νυχτερινή βροχή στην Ακρόπολη:
Συγγνώμη ό,τι θες θα κάνω
Τώρα νομίζεις πως μπορώ να συγχωρέσω; Πόσα χρόνια κύλησαν
Τότε ο μικρός διέκοψε το σκοτεινό διάλογο με το φως του παιδικού του ενθουσιασμού.
Όχι. Και μην ξανάρθεις. Όλα αυτά τα χρόνια, ούτε μια στιγμή δεν μας έλειψες, μάθαμε να ζούμε αλλιώς
Η Δάφνη έκλεισε την πόρτα και δεν πόνεσε πια. Η πίκρα είχε υποχωρήσει, σαν θαλασσινή αρμύρα που σβήνεται απ τον ήλιο. Ό,τι απέμεινε ήταν μια γλυκιά λύπηση για τον Αλέξανδρο που έχασε το παιδί του στην ομίχλη της λήθης της Αθήνας.





