Φρόντιζα την πεθερά μου, αλλά εκείνη έγραψε το διαμέρισμα σε άλλον

Φέρ μου λίγο νερό, στέγνωσε το λαρύγγι μου! Φωνάζω σαν χαζή εδώ και μια ώρα, κι εσύ μπουρδουκλώνεις τις κατσαρόλες λες κι επίτηδες δε θες να μ ακούσεις!

Η γκρινιάρικη φωνή της πεθεράς μου, της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ακούστηκε από το βάθος του διαμερίσματος, κάνοντας με να ανατριχιάσω και να παραλίγο να ρίξω το κουτάλι. Ανέπνευσα βαθιά, μετρώντας μέχρι το δέκα το συνήθειο που απέκτησα τα τελευταία τρία χρόνια, ζώντας σ αυτό το μικρόκοσμο της καταπίεσης. Η κουζίνα μύριζε βραστό κοτόπουλο και φάρμακα, ένα μείγμα που είχε ποτίσει ακόμα και τις κουρτίνες. Έσβησα το μάτι κάτω από το ζουμί, γέμισα ένα ποτήρι με χλιαρό νερό ούτε κρύο, ούτε ζεστό και πήγα στο υπνοδωμάτιο της πεθεράς μου.

Η Βασιλική ήταν ξαπλωμένη στις ψηλές μαξιλάρες, θυμίζοντας μια στριμμένη γριά καρδερίνα. Τα υγρά, πονηρά μάτια της παρακολουθούσαν κάθε μου κίνηση. Στο κομοδίνο, ανάμεσα σε μπιμπερό με σταγόνες και ταμπλέτες, ήταν ένα χοντρό φάκελο που δεν είχα ξαναδεί.

Ορίστε, Βασιλική Παπαδοπούλου, πιείτε λίγο της έδωσα το ποτήρι, προσπαθώντας να μιλήσω ήρεμα. Δεν σας άκουγα, δούλευε ο απορροφητήρας. Ο κοτόσουπα είναι έτοιμος, τώρα θα στίψω τα λαχανικά όπως είπε ο γιατρός.

Έκανε μερικές μικρές γουλιές και στραβομουτσούνιασε, λες και της έδωσα ξύδι, αφήνοντας το ποτήρι στην άκρη.

Την ίδια δικαιολογία πάντα γκρίνιαξε, σκουπίζοντας τα χείλη με τη γωνία του σεντονιού. Μια ο απορροφητήρας, μια το τηλέφωνο. Η μάνα του άντρα σου εδώ ψήνει από τη δίψα, κι εσύ τρέχεις πέρα-δώθε.

Μην μιλάτε έτσι, πάντα είμαι εδώ πέρασα τα λόγια της από το ένα αυτί στο άλλο, όπως τα είχα συνηθίσει. Χάιδεψα το σεντόνι, και το βλέμμα έπεσε πάλι στον φάκελο. Φαινόταν το γωνία ενός εγγράφου με σφραγίδα.

Τι είναι αυτό που έχετε εκεί; Νέες οδηγίες από τον γιατρό; ρώτησα δείχνοντας προς το κομοδίνο. Να το δω, μήπως πρέπει να πάω στο φαρμακείο.

Το χέρι της Βασιλικής σκέπασε τον φάκελο με απίστευτη γρηγοράδα ούτε που το περίμενα από μια γυναίκα που μισή ώρα πριν δεν μπορούσε να σηκώσει το κουτάλι.

Μη το αγγίζεις! φώναξε. Δεν είναι δική σου δουλειά. Δικά μου χαρτιά είναι.

Έμεινα αποσβολωμένη. Η Βασιλική συνήθως με ανάγκαζε να ασχολούμαι με κάθε λογαριασμό, κάθε επιστολή απ το ΙΚΑ, κάθε χαρτί. Αυτή η μυστικότητα ήταν κάτι πρωτόγνωρο.

Απλώς ρώτησα… πήγα να πω, αλλά ακούστηκε το πατάκι της εξώπορτας να χτυπά και βαριά βήματα στον διάδρομο.

Η πεθερά μου άλλαξε διάθεση, χαμογέλασε γλυκανάλατα.

Γιώργο! Έλα παιδάκι μου, σώσε με από το βασανιστήριο!

Ο Γιώργος, ο άντρας μου, μπήκε στο δωμάτιο μεσημεριανός και κουρασμένος. Το σακάκι του τσαλακωμένο, η γραβάτα στραβή. Δούλευε προϊστάμενος πωλήσεων και τις τελευταίες μήνες εξαφανιζόταν ως αργά, ώστε να αποφεύγει την νοσοκομειακή ατμόσφαιρα.

Γεια σου μαμά. Γεια σου, Μαρία είπε, φιλί στη μάνα, ούτε ματιά στη γυναίκα. Τι έγινε πάλι, ποια βασανιστήρια; Η Μαρία σε φροντίζει σαν μωρό.

Σαν μωρό… σούφρωσε τα χείλη η Βασιλική. Και περιμένει να πεθάνω να πάρει το σπίτι. Έχει κρύα μάτια, καμία αγάπη.

Ένιωσα το κόμπο της αγανάκτησης. Τρία χρόνια πριν, όταν η Βασιλική έπαθε εγκεφαλικό, μπήκε το δίλημμα: νοσηλευτής ή γηροκομείο. Τα λεφτά δεν έφταναν για νοσηλευτή, γηροκομείο ο Γιώργος απέρριψε «τι θα πουν οι συγγενείς». Έτσι εγώ παράτησα τη δουλειά μου στη βιβλιοθήκη, φέραμε τη Βασιλική στο δικό μας τριάρι και το δικό της δυάρι το νοικιάσαμε για τα έξοδα φαρμάκων και αποθεραπείας.

Πάω να στρώσω τραπέζι ψιθύρισα και βγήκα.

Στο βραδινό, ο Γιώργος πείραζε το κεφτεδάκι.

Σου άρεσε; ρώτησα, ελπίζοντας λίγο ζεστασιά.

Καλά είναι δεν σήκωσε τα μάτια απ το κινητό. Να σου πω, η μαμά θέλει να έρθει η Κωνσταντίνα. Την πεθύμησε.

Η Κωνσταντίνα ήταν η ανιψιά της Βασιλικής, κόρη της αδελφής της. Πολύ φασαριόζα, με έντονο μακιγιάζ, τελείως άχρηστη στο σπίτι. Ερχόταν δύο φορές το χρόνο, έφερνε τσουρέκι, μιλούσε για τα άτυχα ερωτικά της, κι έφευγε αφήνοντας κακοσμία και βουνό πιάτα.

Γιατί; απορήσα. Η Βασιλική έχει πίεση, θέλει ηρεμία. Η Κωνσταντίνα μόνο τη νευριάζει!

Μαμά το ζήτησε. Κάποια δουλειά έχει. Θα την αντέξεις μία ώρα.

Την άλλη μέρα η Κωνσταντίνα ήρθε ακριβώς μεσημέρι. Μπήκε με τα ψηλοτάκουνα, διέσχισε το χαλί και φώναξε:

Μαράκι, γεια! Πως πάχυνες; Ο μπουρνούζι σε μεγαλώνει. Πού είναι η θεία Βασιλική; Της έφερα γλυκά!

Στο χέρι της κρατούσε σακκουλάκι με μαστίχα, που απαγορευόταν για Βασιλική λόγω ζάχαρης.

Της έδειξα σιωπηλά το υπνοδωμάτιο. Φώλιασε μέσα, κι αμέσως ακούστηκαν ψιθυριστά και κλάματα. Εγώ αποτραβήχτηκα στην κουζίνα. Συνέχισα να καθαρίζω φακές, αλλά το άγχος δεν με άφηνε. Ο φάκελος με βασάνιζε.

Μετά από μία ώρα η Κωνσταντίνα βγήκε, χαμογελώντας, με τον φάκελο στα χέρια. Τον πέταξε στη μεγάλη της τσάντα.

Λοιπόν, φεύγω, Μαρία! Η θεία κοιμάται, μη τη ξυπνήσεις. Καλή φροντίδα έχεις, όλα βλέπω καθαρά. Μόνο τις κουρτίνες να αλλάξεις, είναι ξεπερασμένη μόδα.

Έφυγε με τον ίδιο αέρα.

Το βράδυ άλλαξα τα σεντόνια της Βασιλικής δύσκολη διαδικασία, αφού αρνείται να βοηθήσει. Ρώτησα διστακτικά:

Βασιλική Παπαδοπούλου, τι χαρτιά έδωσες στην Κωνσταντίνα; Χρειάζεσαι αντίγραφα ή κάτι για το ΙΚΑ;

Έκανε πονηρό βλέμμα, με μια δόση κακίας.

Αυτά, Μαράκι μου, είναι η ανταμοιβή μου. Η Κωνσταντίνα είναι η μόνη που με αγαπάει πραγματικά, χωρίς ιδιοτέλεια. Αίμα δεν γίνεται νερό.

Ένιωσα το παγόβουνο μέσα μου.

Για ποιο σπίτι μιλάς; Το δυάρι σου το νοικιάζουμε για τα έξοδά σου όπως συμφωνήσαμε. Θα περάσει στα παιδιά μας.

Η Βασιλική γέλασε. Στεγνός, σκληρός γέλως.

Συμφωνήσατε χωρίς εμένα! Εγώ αποφάσισα αλλιώς. Ήρθε ο συμβολαιογράφος σήμερα, ενώ έλειπες. Έκανα δωρεά στην Κωνσταντίνα.

Έμεινα με το σεντόνι στο χέρι. Ο κόσμος γκρεμίστηκε.

Πώς… δωρεά; Στην Κωνσταντίνα; Αυτή που ποτέ δεν σου έδωσε νερό; Που δεν ξέρει καν τι φάρμακα παίρνεις;

Τουλάχιστον δεν με προσβάλει! ψηλάφισε η Βασιλική. Εσύ έβαλες μουτρα κάθε μέρα, περιμένοντας να πεθάνω να πάρεις τη γκαρσονιέρα! Ορίστε, τώρα θα της ανήκει. Άρθρο 818 Αστικού Κώδικα, μαντάμ. Δωρεά. Τέλος.

Κάθισα στο σκαμπό. Τρία χρόνια σβησμένης ζωής: ενέσεις, πάνες, παραχωρήσεις, ξενύχτια. Χαμένη καριέρα. Για να ακούσω πως είμαι ξένη;

Και ο Γιώργος; ψιθύρισα. Το ξέρει;

Θα το μάθει όταν έρθει η ώρα. Δικό μου το σπίτι, δίνω όπου θέλω. Πάρε, προθέρμανε τον ζωμό, πεινάω. Και άλλαξε μου την πάνα, με σφίγγει!

Σηκώθηκα, με βουλωμένα αφτιά. Πήρα το παλτό, τη τσάντα μου και βγήκα έξω. Δεν άντεχα άλλο εκεί. Χρειαζόμουν αέρα.

Περπάτησα στην Καλλιθέα δύο ώρες ώσπου κρύωσα. Στο μυαλό μου μόνο το βάρος της προδοσίας. Όχι μόνο της Βασιλικής από εκείνη δεν περίμενα αγάπη. Η προδοσία του Γιώργου. Ο συμβολαιογράφος δεν ερχόταν μόνος του. Κάποιος του άνοιξε, του έδωσε χαρτιά.

Όταν επέστρεψα, ο Γιώργος ήταν στην κουζίνα, τρώγοντας τον ίδιο ζωμό από την κατσαρόλα.

Πού γυρνάς; μουρμούρισε. Η μάνα βρίζει, η πάνα της βρώμικη, που είσαι; Να της αλλάξω εγώ; Είμαι άντρας, αηδιάζω!

Τον κοίταξα. Για πρώτη φορά σε είκοσι χρόνια τον είδα καθαρά: όχι σύντροφο, όχι στήριγμα, αλλά έναν κακομαθημένο άντρα βολεμένο.

Γιώργο, είπα ήσυχα. Η μάνα σου δώρισε το σπίτι στην Κωνσταντίνα. Το ήξερες;

Γούρλωσε τα μάτια, πνίγηκε με τον ζωμό.

Ποια δωρεά; Τι λες;

Δεν λες; Το είπε η ίδια. Η Κωνσταντίνα πήρε τα χαρτιά σήμερα. Ο συμβολαιογράφος ήρθε όταν δεν ήμουν. Ποιος του άνοιξε; Ήρθες το μεσημέρι;

Άφησε το βλέμμα του στο τραπέζι, άρχισε να τρίβει το ψωμί.

Ναι… πέρασα. Η μαμά μου είπε κάτι για τη σύνταξη. Άνοιξα στον κύριο, είδα χαρτιά, δεν έδωσα σημασία, είχα δουλειά…

Δεν έδωσες σημασία; η φωνή μου έτρεμε. Η μάνα σου έδωσε το σπίτι σε ξένη, τα παιδιά μας έχασαν το κληρονομιά, κι εσύ «δεν έδωσες σημασία»; Πώς θα πληρώσουμε τα έξοδα τώρα; Η Κωνσταντίνα θα πάρει το σπίτι, η ενοικίαση σταματά. Με ποια λεφτά, Γιώργο; Από τι μισθό; Ή θες εγώ να δουλέψω ξανά, για μια γυναίκα που μου φτύνει στα μούτρα;

Μην αρχίζεις τα δράματα! χτύπησε το τραπέζι. Η μαμά μάλλον μπερδεύτηκε. Θα το διεκδικήσουμε, θα γίνει ακύρωση αν χρειαστεί!

Δίχως ικανότητα; Εσύ έλεγες ότι έχει καθαρό μυαλό όταν σε κολάκευε. Ο συμβολαιογράφος ζήτησε σίγουρα χαρτί. Η Κωνσταντίνα σκέφτηκε καλά.

Ακούστηκε υστερική φωνή από το υπνοδωμάτιο:

Είναι κανείς; Πνίγομαι! Μαρία! Έλα να με πλύνεις!

Ο Γιώργος έσπασε το βλέμμα του.

Μαρία, πήγαινε. Θα τα λύσουμε. Η μάνα δεν μπορεί να μένει έτσι.

Κι εκεί μέσα μου κάτι έσπασε. Η κλωστή της υπομονής, της θυσίας. Κοίταξα τα χέρια μου κόκκινα, σκληρά απ τις δουλειές. Θυμήθηκα πότε πήγα τελευταία φορά κομμωτήριο. Πόσο ήθελα να πάω στη θάλασσα «πού να αφήσουμε τη μάνα».

Όχι, είπα.

Τι «όχι»; έμεινε ξαφνιασμένος ο Γιώργος.

Δεν θα πάω. Δεν θα της αλλάξω πάνα ξανά. Δεν θα μαγειρέψω πάλι πουρέ. Δεν θα ακούσω άλλη προσβολή. Έχει νέα ιδιοκτήτρια η Κωνσταντίνα. Θα έρθει να τη φροντίσει. Πάρε τηλέφωνο. Να έρθει.

Τρελάθηκες; τινάχτηκε. Η Κωνσταντίνα δεν θα έρθει! Δεν ξέρει! Μαρία, είναι η μάνα μου!

Ακριβώς. Η μάνα σου, όχι δική μου. Το σπίτι της το δώρισε στην ανιψιά της. Εγώ είμαι ξένη. «Δεσμοφύλακα» με ονόμασε.

Πήγα στο υπνοδωμάτιο, όχι της Βασιλικής, αλλά το δικό μας. Βρήκα το βαλιτσάκι.

Τι κάνεις; στάθηκε στην πόρτα, ωχρός.

Φεύγω. Πάω στη δική μου μάνα. Μικρό το διαμέρισμα, αλλά με αέρα.

Σταμάτα, παρασύρθηκε η γριά! Θα το φτιάξουμε! Μη μας αφήσεις! Πώς θα τα βγάλω μόνος μου; Δουλεύω!

Θα βρεις νοσηλευτή. Αχ, δεν έχεις λεφτά… Το σπίτι δεν υπάρχει πια. Οπότε μόνος.

Πέταξα ρούχα, βιβλία, με δάκρυα στα μάτια αλλά με στόχο: να φύγω γρήγορα.

Μαρία, θα σε εμποδίσω! προσπάθησε να με τραβήξει. Είσαι γυναίκα μου! Στις χαρές και στις λύπες!

Στις λύπες ήμουν, Γιώργο. Τη χαρά δεν την είδα. Και ναι, έβαλα το φερμουάρ ζητώ διαζύγιο.

Για το σπίτι;! Είσαι υλιστική!

Όχι για το σπίτι, ανόητε! φώναξα. Γιατί με έκανες θεραπαινίδα! Γιατί άνοιξες στον συμβολαιογράφο και με πρόδωσες! Και τώρα σκέφτεσαι ποιος θα αλλάξει πάνα!

Έφτασα στην έξοδο. Απ το υπνοδωμάτιο ακούστηκε ουρλιαχτό:

Γιώργο! Με εγκατέλειψε! Σκοτώνει με, δώσε μου νερό!

Ο Γιώργος βρισκόταν ανάμεσα σε εμένα και την πόρτα της μάνας του.

Μαρία, μόνο ένα βράδυ μείνε!

Τα κλειδιά θα τα αφήσω στο κομοδίνο είπα ψυχρά. Αντίο.

Έφυγα και πήρα το ασανσέρ. Έβαλα το κεφάλι στο κρύο καθρέφτη και ξέσπασα σε κλάματα. Αλλά ήταν λύτρωση.

Την πρώτη εβδομάδα στη μάνα μου στο Νέο Κόσμο κοιμήθηκα πολύ, έφαγα καλά, περπάτησα στη γειτονιά. Το κινητό το έκλεισα κι αγόρασα καινούριο. Οι ειδήσεις όμως έφτασαν.

Μέσω κοινής φίλης έμαθα ότι ο Γιώργος πήρε τηλέφωνο στην Κωνσταντίνα. Εκείνη δεν απαντούσε. Όταν τελικά απάντησε, είπε «δώρο είναι δώρο, δεν αναλαμβάνω ευθύνες». Το σπίτι θα το πουλήσει «γρήγορα για επένδυση» και έδωσε προθεσμία δύο μήνες στους ενοικιαστές να φύγουν. Επίσης, υπέδειξε πως η Βασιλική πρέπει να μπει σε γηροκομείο.

Ο Γιώργος πήρε άδεια άνευ αποδοχών. Έπειτα αναρρωτική. Ήταν να πάρει τα παιδιά μας, το Δημήτρη και τη Σοφία, οι οποίοι σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα, να έρθουν να φροντίσουν τη γιαγιά. Με κάλεσαν:

Μαμά, ο μπαμπάς λέει πως είσαι προδότρια είπε ο Δημήτρης. Εμείς ξέρουμε τι τράβηξες. Δεν θα έρθουμε. Έχεις κάνει το σωστό.

Τα παιδιά μου ήταν περήφανα και καταλάβαιναν.

Ένα μήνα αργότερα, επέστρεψα στη βιβλιοθήκη. Ο μισθός μικρός, αλλά η ηρεμία και η μυρωδιά των βιβλίων γιάτρευαν. Ζήτησα διαζύγιο. Ο Γιώργος δεν παρουσιάστηκε.

Μια μέρα, καθώς γύριζα σπίτι, περίμενα ο Γιώργος στην είσοδο. Είχε γεράσει, βρόμικος, με βλέμμα παραιτημένο, μύριζε αλκοόλ και γηρατειά.

Μαρία… πλησίασε. Βοήθησέ με. Δεν αντέχω. Η μάνα φωνάζει κάθε ώρα. Η Κωνσταντίνα ήδη πούλησε το σπίτι σε άσχημη τιμή, τα λεφτά της ενοικίασης τελείωσαν, νοσηλευτής δεν υπάρχει. Παραιτήθηκα απ τη δουλειά μου, με πέταξαν έξω…

Τον κοίταξα και δεν ένιωσα τίποτα άλλο παρά αποστροφή.

Δεν έχω καμία σχέση, Γιώργο.

Μα εσύ ξέρεις… Έχεις τρόπο. Γύρνα, σε παρακαλώ. Θα ξεχάσω όλα. Θα πουλήσουμε το σπίτι της μάνας, θα πάρουμε μικρότερο, θα βρούμε κάποιον.

«Θα ξεχάσεις»; Δεν έχεις μπερδευτεί; Εγώ πρέπει να συγχωρέσω. Αλλά δεν θέλω.

Μα η μάνα κλαίει. Θυμάται εσένα. Λέει «της Μαρίας ο ζωμός ήταν καλύτερος».

Τώρα να το θυμηθείτε. Όταν φωνάζατε συμβολαιογράφο ήταν αργά.

Η Κωνσταντίνα μας κορόιδεψε!

Η Κωνσταντίνα έκανε ό,τι της επιτράπηκε. Η Βασιλική ήθελε να αγοράσει αγάπη με τετραγωνικά. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε.

Έγινες σκληρή είπε χαμηλόφωνα.

Έγινα ελεύθερη, Γιώργο. Φύγε, μην ξανάρθεις. Το δικαστήριο είναι σε εβδομάδα. Ελπίζω να τελειώσει γρήγορα.

Τον προσπέρασα κι άνοιξα την πόρτα.

Μαρία! φώναξε. Κι αν τη βάλω σε γηροκομείο; Θέλει χαρτιά, σειρά, δεν ξέρω τίποτα! Βοήθησέ με!

Σταμάτησα και γύρισα.

Το ίντερνετ βοηθά, Γιώργο. Ήσουν διευθυντής, τα βγάλεις πέρα. Εγώ τον δικό μου αγώνα τον έκανα.

Έκλεισα την πόρτα.

Ανεβαίνοντας σπίτι έκανα μια ματιά από το παράθυρο ο Γιώργος έστεκε κάτω, μικρός και αδύναμος, τσακισμένος από βάρος που τόσα χρόνια μετέθετε σε άλλους. Έκλεισα τις κουρτίνες.

Στην κουζίνα, η μάνα μου έφτιαχνε πίτες με λάχανο.

Ποιος ήταν, Μαράκι; ρώτησε.

Λάθος διεύθυνση, μαμά. Απλώς λάθος.

Κάθισα, πήρα ζεστό πιτάκι, και για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, ένιωσα τη γεύση του φαγητού. Η ζωή συνέχιζε, και ήταν δική μου, πλέον. Η Βασιλική πήρε ό,τι της άξιζε μια ανιψιά και έναν γιο που μάλλον τώρα, στα πενήντα του, άρχισε να ενηλικιώνεται. Η δικαιοσύνη στην Ελλάδα είναι πιάτο κρύο, αλλά και το κρύο φαγητό χορταίνει.

Συμπέρασμα: Η αυτοθυσία δίχως ανταπόδοση σκοτώνει, και μόνο όταν αφήνεις πίσω τα δεσμά, γεύεσαι ξανά τη ζωή.

Oceń artykuł
Φρόντιζα την πεθερά μου, αλλά εκείνη έγραψε το διαμέρισμα σε άλλον