Χτες καθόμουν σε ένα παγκάκι με μία γειτόνισσά μου, τη Δήμητρα, και εκείνη έκλαιγε. Μου έλεγε ότι είναι ντροπή να πάει σε γηροκομείο. Ότι είναι σαν να τα παρατάει από μόνη της. Και όλα αυτά εξαιτίας των λόγων της κόρης της.
Την κόρη της, την Ειρήνη, τη μεγάλωσε μόνη, χωρίς άντρα. Έμεινε χήρα από μικρή και αναγκάστηκε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Η Ειρήνη μεγάλωσε απαιτητική και κακομαθημένη.
Από τότε που ήταν παιδί, είχε μάθει να της κάνει η μητέρα της όλα τα χατίρια. Της έδινε και το τελευταίο ευρώ, της αγόραζε ό,τι της περνούσε από το μυαλό. Την έντυνε πάντα στην τρίχα. Και για να μπορεί να την καλομαθαίνει, αλλά και για να ζουν, δούλευε η Δήμητρα μέρα-νύχτα. Κάποιες φορές έκανε διπλοβάρδιες στον φούρνο. Ευτυχώς τότε δεν είχε το άγχος της στέγης. Πήρε ένα διαμέρισμα από το εργοστάσιο όπου δούλευε. Αλλά οι εποχές άλλαξαν. Πλέον, κανείς δεν χαρίζει σπίτια. Τώρα πρέπει να δουλέψεις και να μαζέψεις για το δικό σου.
Η Ειρήνη μεγάλωσε, μπήκε στο Πανεπιστήμιο και μετά παντρεύτηκε.
Οι γονείς του άντρα της, του Νίκου, έχουν ένα μεγάλο σπίτι στη Βουλιαγμένη, αλλά δεν ήθελαν να μείνουν εκεί.
Κι η Δήμητρα έχει το δικό της δυάρι στα Πατήσια, όμως δεν πολυσυμπαθιούνται με το γαμπρό της. Ε, και μεταξύ μας, ούτε για τους νέους είναι εύκολο να συγκατοικούν με γονείς. Θέλουν να έχουν τους δικούς τους κανόνες. Κι οι μεγαλύτεροι έχουν τη δική τους ρουτίνα, τις συνήθειές τους. Γιατί να ενοχλούν ο ένας τον άλλον;
Εξάλλου, τώρα όποιος θέλει, παίρνει ένα στεγαστικό δάνειο. Το ζήτημα είναι να προλάβεις να μαζέψεις προκαταβολή και μετά το ξεπληρώνεις σιγά σιγά. Καλύτερο αυτό από το να τρέχεις ενοικιαστής πάνω-κάτω.
Παλιά σου δίνανε σπίτια, αλλά αυτά πέρασαν. Σήμερα, πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να αγοράσεις το δικό σου σπίτι, όσο δύσκολο κι αν είναι.
Η Ειρήνη και ο Νίκος δουλεύουν και τα πηγαίνουν καλά οικονομικά. Πολλοί φίλοι τους αγόρασαν ήδη διαμερίσματα έτσι.
Όμως όχι, δεν μπορούν να μαζέψουν χρήματα. Πρώτα ήρθε η πρώτη εγκυμοσύνη, μετά η δεύτερη. Τρώνε πολλά χρήματα σε πάνες και έτοιμες τροφές. Οι σημερινοί νέοι δεν μπαίνουν στη διαδικασία να πλύνουν ή να μαγειρέψουν παιδικές κρέμες.
Παίρνεις τη σκόνη, βάζεις νερό, έτοιμο το γεύμα. Βγάζεις την πάνα, την πετάς, βάζεις καινούργια. Καθαρά, στεγνά, ούτε που ασχολείσαι με πλυσίματα. Αυτά είναι τα καλά της εποχής.
Γιατί βιάστηκαν με τα παιδιά;
Θα μπορούσαν να σταθούν πρώτα στα πόδια τους, να πάρουν ένα δικό τους σπίτι. Μετά είχαν όλο το χρόνο για παιδιά. Αλλά όχι, το ένα μετά το άλλο.
Η Ειρήνη θέλει, λέει, κι άλλα παιδιά. Αυτή και ο Νίκος είναι μοναχοπαίδια.
Ίσως έχουν δίκιο. Αργότερα, τα αδέλφια στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Βοηθούν τους γονείς. Και δεν κακομαθαίνουν τόσο.
Εντάξει, τα παιδιά είναι χαρά. Όμως βλέπω πως και όσοι έχουν παιδιά, συχνά δεν τα φροντίζουν όπως πρέπει. Δεν νομίζω πως αυτή είναι η λύση.
Αλλά δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να μην είναι δική τους υπόθεση. Αν δεν έχεις δικό σου σπίτι, μπορείς να κάνεις θυσίες, να φορέσεις το ίδιο μπουφάν μερικούς χειμώνες, να μαζέψεις κι άλλο ευρώ για το σπίτι. Έτσι κάναμε εμείς. Η νέα γενιά τα θέλει όλα τώρα. Δεν έχουν μάθει να βάζουν στόχους και να κρατιούνται για το όνειρό τους.
Επίσης, έχουν συνηθίσει να τρώνε έξω. Αγοράζουν ένα σωρό γλυκά για τα παιδιά τους. Τι τα θέλουν; Μόνο λεφτά ξοδεύονται τζάμπα. Το σπίτι είναι γεμάτο παιχνίδια. Εμείς με δυο-τρεις κουρσάκια και μια-δυο κούκλες μεγαλώσαμε. Τώρα κάθε τόσο βγαίνουν καινούργιες σειρές και συλλογές.
Και οι γονείς τρέχουν να τα πάρουν όλα.
Και η Ειρήνη, καλομαθημένη κι εκείνη, λατρεύει τα καλυντικά και φοράει μόνο επώνυμα ρούχα. Δεν ζούνε με μέτρο. Γιατί να αγοράζεις τόσα; Δεν προλαβαίνει να τα φορέσει. Μετά αλλάζει η μόδα, θέλει καινούργια μπλούζα ή σακάκι. Τα παλιά ή τα πετάει ή τα χαρίζει. Πόσα λεφτά πάνε χαμένα;
Κάθε καλοκαίρι φεύγουν διακοπές στη Ρόδο ή στη Χαλκιδική. Τα παιδιά χρειάζονται θάλασσα, λένε. Και οι ίδιοι χρειάζονται διακοπές από τη δουλειά.
Καλά κάνουν με τις διακοπές. Αλλά γιατί να μην πάνε στη Λίμνη Πλαστήρα ή στο εξοχικό ενός φίλου, να κρατήσουν και καμιά δραχμή στην άκρη;
Με τα λεφτά που ξόδεψαν σε διακοπές, θα μπορούσαν να πάρουν ένα μικρό διαμερισματάκι. Έστω μια γκαρσονιέρα. Να 'χουν κάτι δικό τους. Αντί γι’ αυτό, όλο τρέχουν και χαλάνε χρήματα. Και στο τέλος, σπίτι δεν έχουν.
Και τώρα, η Δήμητρα κλαίει.
Η Ειρήνη ήρθε να τη δει. Πάλι τα ίδια για το σπίτι. Και τότε η κόρη της λέει ότι δεν χρειάζεται να αγοράσουν σπίτι, τους βολεύει το ενοίκιο. Ζούνε όπως θέλουν, τρώνε ό,τι τους αρέσει, ντύνονται όπως θέλουν. Κι όταν έρθει η ώρα, κάποιο διαμέρισμα θα πάρουν. Αυτοί κι οι δυο τους άντρες είναι μοναχοπαίδια.
Η Δήμητρα το πήρε βαριά. Είπε πως νομίζει ότι περιμένουν να πεθάνει για να πάρουν το σπίτι. Η Ειρήνη της ζήτησε συγγνώμη, είπε ότι ήταν από απροσεξία αυτό που είπε.
Εγώ νομίζω πως η κόρη έχει δίκιο, τίποτα κακό δεν είπε. Αλλά, να, το άφησε πικρή αίσθηση. Τώρα, όποτε την παίρνει η Ειρήνη τηλέφωνο να τη ρωτήσει τι κάνει, η Δήμητρα αναστατώνεται. Νομίζει πως περιμένουν πότε θα φύγει για να μπουν αυτοί στη θέση της, ή πότε θα μπει η Δήμητρα σε γηροκομείοΚάποια στιγμή, της είπα απλά:
«Δήμητρα, μην αφήνεις λόγια να σου κλέβουν τη γαλήνη. Το σπίτι το έχτισες με κόπο, αλλά την αγάπη τη χτίζεις κάθε μέρα. Κι ίσως αξίζει περισσότερο από τούβλα και ντουβάρια».
Σήκωσε το βλέμμα, σκούπισε τα δάκρυα, και μ ένα χαμόγελο μουρμούρισε:
«Ξέρεις, μερικές φορές, νιώθω πως ό,τι έχτισα, το κρατάω μόνο εγώ στο μυαλό μου. Αλλά όταν με αγγίζει η ζέστη ενός χεριού, όπως το δικό σου τώρα, σκέφτομαι πως δεν χάθηκε τίποτα».
Σηκωθήκαμε, αφήνοντας πίσω το παγκάκι. Το αεράκι έφερε μια γερή δόση γιασεμί, και για πρώτη φορά εδώ και μέρες, η Δήμητρα περπάτησε ίσια, χαμογελαστή, σχεδιάζοντας τι θα μαγειρέψει την επόμενη φορά που θα έρθει η μικρή της οικογένεια να φάνε όλοι μαζί. Γιατί, τελικά, δεν είναι το σπίτι που μας κρατάει ενωμένους, αλλά τα ζεστά πιάτα, τα αληθινά χαμόγελα και μια αγκαλιά στο χάραμα.
Σ εκείνη τη γειτονιά, με ήλιο ή βροχή, τα παγκάκια μας γνωρίζουν καλύτερα από όλους τι σημαίνει να έχεις σπίτιεκεί που σε νοιάζονται, κι ας μην είναι κανείς τέλειος.





