Άκου να δεις τι έγινε μια μέρα! Ο Μάρκος, ένας απλός εργαζόμενος από ένα μικρό χωριό στη Φθιώτιδα, είχε βγει στο δάσος για να μαζέψει ξερά ξύλα για το τζάκι. Εκεί που τριγυρνούσε και έψαχνε, άκουσε ξαφνικά κάποιες γνωστές φωνές από πίσω από μια συστάδα δέντρων. Κι από περιέργεια, έσκυψε να δει τι συμβαίνει. Έπεσε πάνω σε έναν καβγά μεταξύ του γιου του και μιας κοπέλας της Ειρήνης. Είχαν αυτή την κρυφή σχέση κανένα καιρό, κι εκείνη τη στιγμή η Ειρήνη παραπονιόταν που το είχαν όλο κρυφό και του ζήτησε να περιμένουν ακόμα έναν μήνα πριν αποφασίσουν τι θα κάνουν.
Αυτά που άκουσε ο Μάρκος τον έβαλαν σε σκέψεις και τον προβλημάτισαν για τον γιο του. Γύρισε σπίτι, ψιλονευριασμένος, και άρχισε να κόβει ξύλα, φτιάχνοντας συγχρόνως και λίγες τηγανητές πατάτες για βραδινό. Περίμενε να επιστρέψει ο γιος του, και ήξερε ότι θα του μιλούσε ανοιχτά.
Όταν τελικά γύρισε ο μικρός, ο Μάρκος δεν κράτησε τίποτα μέσα του. „Τι σκέφτεσαι, παιδί μου; Γιατί δεν μου είπες για την Ειρήνη; Τέτοια κοπέλα σπάνια βρίσκει κανείς καλόψυχη, ταπεινή, ξέρει από νοικοκυριό, οικονομική! Ό,τι ονειρεύεται κάθε άντρας για γυναίκα, και εσύ τη φέρεσαι σάμπως να μην αξίζει μία! Δεν θα το ανεχτώ αυτό, ούτε από εσένα ούτε από κανέναν!”
Ο γιος τα χασε με το ξέσπασμα του πατέρα του, του πέταξε δύο κουβέντες, άρπαξε μερικά μήλα από το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, κλείνοντας δυνατά την πόρτα.
Από τότε, άρχισε να υπάρχει ένταση ανάμεσά τους, και το ίδιο και με την Ειρήνη. Η κατάσταση χειροτέρεψε μετά την τελευταία τους συνάντηση, όταν εκείνη του ζήτησε να βγάλουν στη φόρα τη σχέση τους. Ο γιος προσπάθησε να της εξηγήσει, αλλά κατέληξαν να μαλώσουν, με την Ειρήνη να επιμένει ότι ήθελε να τη ζητήσει σε γάμο.
Ο Μάρκος όμως δεν άντεξε άλλο. Πήγε στο σπίτι της Ειρήνης και συνεννοήθηκε κρυφά με τους γονείς της να δρομολογήσουν το γάμο χωρίς να το ξέρει ο γιος του. Είπαν στην Ειρήνη ότι ο καλός της έφυγε στη Λάρισα για δουλειές με το αυτοκίνητο του θείου του, μπας και αγοράσει κανένα ανταλλακτικό που έλειπε.
Όταν ο γιος του γύρισε σπίτι μετά από δύο μέρες, βρήκε την Ειρήνη να τον περιμένει στην αυλή. Απόρησε και τη ρώτησε: „Εσύ; Τι κάνεις εδώ;” Κι εκείνη, με ένα πλατύ χαμόγελο του είπε στα ίσια: „Μένω εδώ πια! Δεν είπαμε ότι θα παντρευτούμε;”
Τέτοια συνοικέσια δεν ήταν και τίποτα σπάνιο για το χωριό τους, να σου πω την αλήθεια.
Στην αρχή, ο μικρός θύμωσε με τα καμώματα του Μάρκου, αλλά σιγά σιγά κατάλαβε πως η Ειρήνη ήταν ό,τι καλύτερο του είχε τύχει. Έδεσαν, γίνανε σφιχτοί και ευτυχισμένοι, και κάποια στιγμή ο γιος εκτίμησε πραγματικά όσα έκανε ο πατέρας του γιατί όλα τα έκανε από αγάπη και με το δικό του τρόπο, για το καλό τους.
Δόξα τω Θεώ, όλα βρήκαν τον δρόμο τους, κι όλοι βρήκαν την ηρεμία τους όπως λέμε πάντα εδώ στην Ελλάδα, „όλα για το καλό γίνονται”!





