Выходя из νοσοκομείο в Афины, Деспина буквально врезалась на выходе в мужчину.
Συγγνώμη, бросил он, задержав на ней взгляд чуть дольше положенного.
В следующий миг в его глазах вспыхнуло такое сострадание, что почти сразу сменилось отстранённым равнодушием, и он, отвернувшись, будто забыл о ней вовсе.
Сколько раз Деспина ловила такие взгляды на стройных, длинноногих афинянок мужчины смотрели совсем иначе, у их глаз появлялся какой-то маслянистый голод. От этой несправедливости сердце сжималось от боли. Разве она сама выбрала такую внешность?
Когда была малышкой, все тётушки умилялись её щекам και τα γεμάτα ποδαράκια, круглая попка становилась предметом восторга. Но в школе на уроках γυμναστική Деспина всегда стояла первой в ряду самой крупной. Дети дразнили её παχουλή, κολοκύθα, και γουρουνάκι Пепπα. Те обидные прозвища, что были жестче она предпочитала не вспоминать. Δάσκαλοι έβλεπαν что её дразнят, но делали вид, что ничего не происходит.
Δέσποινα пробовала протаскать диеты, но голод возникал вновь и вновь, и срывалась. Βάρος, что уходил с трудом, возвращалось ещё быстрее. Её лицо было симпатичным, но полнота всё портило.
Она мечтала стать учительницей, но так и не рискнула: боялась детских обидных прозвищ за спиной. После школы поступила в νοσηλευτική σχολή. Όταν οι άνθρωποι πονάνε, δεν τους νοιάζει πώς δείχνει αυτός που τους βοηθά μόνο να περάσει ο πόνος.
В группе одни девушки, и все были заняты собой: ερωτεύονταν, παντρεύονταν. Δέσποινα πάντα μόνη. Στα μαθήματα, οι άλλες την παρακαλούσαν να κάτσει πρώτη σειρά использовали её широкую πλάτη ως щит от преподавателей.
С тоской оглядывала витрины магазинов на Ερμού нарядные платья не для неё. Γι αυτήν φαρδιές μπλούζες και μακριές φούστες. Училась отлично, уколы делала γρήγορα και без боли пожилые пациенты её обожали.
Как-то она пошла с девчатами на каток в Ζάππειο. Έφηβοι фыркнули за её спиной: «Κοίτα τη, πάει στο κρεοπωλείο!» Лукавый смех резал по сердцу Деспина едва не расплакалась.
Мама пыталась устроить ей знакомства звала сыновей подруг. На одной встрече парень увидел её и мгновенно отвернулся, на второй другой попытался приобнять уже при знакомстве. Деспина оттолкнула его, он упал в лужу. «Γιατί κάνεις τη δύσκολη; Σε έκανα μάγισσα!» Μετά απ αυτό, ни на какие ранτεβού больше не ходила.
В соцсетях вместо фото картинка Фίωνα απ το Σρεκ. Κάποιος ρώτησε: «Πώς είσαι στ αλήθεια;» «Εκείνη είμαι, μόνο όχι πράσινη». Парень решил, что она шутит: «Μάλλον θέλεις να αποφύγεις τους ενοχλητικούς θαυμαστές!» Και της πρότεινε συνάντηση. Δέσποινα просто перестала отвечать.
Μια μέρα, по коридору отделения, на неё налетает мальчик лет шести.
Πού τρέχεις; Εδώ είναι άρρωστοι, πρέπει ησυχία, строго говорит она, ловя его за руку.
Ήθελα να τσουλήσω πάνω στο λινόλεουμ, честно отвечает малышка.
Με ποιον ήρθες;
Με τον μπαμπά, στη γιαγιά. Πού είναι η τουαλέτα;
Έλα, довела до конца коридора. Θα τα καταφέρεις μόνος;
Πετάει πάνω της μια ειρωνική ματιά, αλλά она на детскую наглость не обиделась. Скоро за дверью послышался шум νερού возвращается.
Έλα τώρα, πού είναι η γιαγιά σου;
Он остановился у палаты, насупился и приложил палец στα χείλη.
Αυτή νομίζω, δείχνει την τέταρτη πόρτα.
Νομίζεις; Δεν είδες τον αριθμό; Ή μήπως δεν ξέρεις τα νούμερα; Δέσποινα διστάζει: палата ведь мужская.
Όλα τα ξέρω, αλλά δεν είμαι μωρό! Και γράμματα ξέρω, и указывает на пятую палату.
Άτακτε! смеётся она.
Πώς σε λένε;
Αντρέας, успевает сказать, как открывается дверь пятой палаты, κι εμφανίζεται ψηλός, καλός άντρας.
Ανδρέα, τι κάνεις τόση ώρα; και τότε βλέπει τη Δέσποινα.
Ένας γρήγορος, оценивающий взгляд και в глазах мигом равнодушие.
Εκανε αταξίες; ρωτάει.
Σ αυτό το βλέμμα Δέσποινα έχει πονέσει αρκετές φορές.
Όχι, μην τον μαλώνετε, λέει ήσυχα και φεύγει.
Έλα, να χαιρετήσεις τη γιαγιά, πρέπει να φύγουμε, ακούει πίσω της.
Την επόμενη μέρα, Ανδρέας πάλι περνά με τον πατέρα του δίπλα από τη Δέσποινα, ούτε που την προσέχει. Εκείνη βγάζει τη γλώσσα πίσω του. Ανδρέας γυρίζει, γελά και της δείχνει «μπράβο». Η Δέσποινα ανταποδίδει το χαμόγελο.
Μετά το μεσημεριανό, μπήκε στην πέμπτη палата:
Σήμερα είστε όμορφη, κυρία Άννα Κυριακίδου. Ήρθε ο εγγονός σας;
Τον είδατε; Υπέροχο αγόρι, έτσι; Θέλω τόσο να ζήσω, να τον δω να μεγαλώνει.
Μην το βάζετε κάτω, θα γίνετε και προγιαγιά, λέει ζωηρά.
Ίδωμεν… Η ψυχή μου πονάει γι αυτόν. Μεγαλώνει χωρίς μάνα.
Η μητέρα του
Όχι, δεν πέθανε. Μας τον άφησε και έφυγε για το εξωτερικό. Μοντέλο ήταν. Ο γιος μου γνώρισε την Αλεξάνδρα κούκλα. Μετά τον γάμο, αποκάλυψε πως έχει ήδη γιο. Έπος! Δεν ξεκινάς έτσι οικογένεια Ε, κι εγώ ήρθα εδώ μετά.
Δύο χρόνια πριν, η μητέρα του μικρού δέχτηκε δελεαστική δουλειά εκτός Ελλάδας και έφυγε. Τα γυναικεία του πατέρα όλο ίδιου τύπου όμορφες, μα εγωίστριες. Ο Ανδρέας τις αποφεύγει.
Η ιστορία της Άννας Κυριακίδου στριφογύρναγε στο μυαλό της Δέσποινας όλη μέρα. Όταν μπήκε να της κάνει ένεση, τη βρήκε κλαμένη.
Κυρία Άννα, δεν κάνει ανησυχίες, θυμάστε;
Δεν ανησυχώ Κοίτα! δείχνει ένα παιδικό σχέδιο: ένα αγόρι κρατάει τη μαμά και τον μπαμπά. Ήταν ο Ανδρέας και οι γονείς του.
Ψάχνει μαμά. Νομίζω σε σχεδίασε εσένα, Δέσποινα.
Όχι, τη μητέρα του ζωγράφισε.
Δεν τη θυμάται πια. Ήταν λεπτή. Εδώ, μαμά μεγάλη, πιο ψηλή κι απ τον μπαμπά μάλλον εσύ είσαι. Η Άννα ξαναέκλαψε.
Δέσποινα αμέσως πρόσεξε: η «μαμά» была μεγαλόσωμη. «Κι ένα παιδί, βλέπει πόσο μεγάλη είμαι. Ένας σαν τον πατέρα του Ανδρέα, ποτέ δεν θα με θέλει Τι φαντασιώσεις!»
Μετά από αυτό, κάθε φορά που πήγαινε για ένεση, μιλούσαν περισσότερο. Την επόμενη φορά που ο Ανδρέας ήρθε στο νοσοκομείο, ήρθε κατευθείαν στη Δέσποινα.
Γεια σου. Έχεις σίγουρα χέρια; ρωτάει, γελώντας.
Δεν ξέρω, απαντά αμήχανα.
Η γιαγιά μου είπε. Βγαίνει σύντομα; Έχω γενέθλια την άλλη εβδομάδα.
Πιστεύω ναι. Πόσο γίνεσαι;
Έξι, καμαρώνει. Σε καλώ στα γενέθλιά μου.
Θα ρθω, αλλά ρώτα και τον πατέρα σου, λέει η Δέσποινα.
Πάω τώρα! Τρέχει στον θάλαμο.
Αργότερα, ο Στέλιος κι ο γιος του περίμεναν έξω από το τμήμα.
Παμπά, το υποσχέθηκες, ο Ανδρέας τραβά το μπαμπά του.
Ναι, τον πιάνει από τον ώμο. Σας περιμένουμε στα έξι γενέθλιά του. Εδώ η διεύθυνση και το τηλέφωνο. Το Σάββατο, στις 13:00, αν δεν έχετε κάτι άλλο.
Τα στοιχεία σας τα έχουμε. Δεν έχω άλλα σχέδια, μουρμουρίζει κοκκινίζοντας η Δέσποινα.
Ο Ανδρέας θα σε περιμένει πολύ. Αν δεν έρθεις, θα λυπηθεί κι η μάνα μου, που δεν κάνει να στενοχωριέται.
«Μία εβδομάδα! Πρέπει να χάσω κι άλλα κιλά», σκέφτεται η Δέσποινα.
Στο σπίτι διηγείται τα πάντα στη μητέρα της.
Πρέπει να πας. Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολλά. Ίσως η τύχη σου γυρίσει με τον πατέρα του.
Ούτε που με κοιτάει! αντιδρά απογοητευμένη.
Δεν ξέρεις. Κάποιες φορές δεν είναι το φαίνεσθαι το παν. Αλλιώς θα είχε παντρευτεί άλλη μοντέλα.
Το πρωί του Σαββάτου, η Δέσποινα έκανε μπούκλες, φόρεσε μία όμορφη ανοιχτόχρωμη φούστα, λίγο μάσκαρα. Δεν ήταν ευχαριστημένη με την εικόνα της όσες αλλαγές κι αν έκανε, πιο λεπτή δεν θα έδειχνε.
Το δώρο είχε αγοράσει αμέσως μόλις την κάλεσαν. «Ο Ανδρέας με περιμένει, δεν μπορώ να μην πάω» Βαριά φεύγει από τον καθρέφτη.
Με το που χτύπησε το κουδούνι, άνοιξε η πόρτα σχεδόν αμέσως. Η καρδιά της εκανε άλματα.
Ήρθε η Δέσποινα! Ο Ανδρέας έτρεξε, την αγκάλιασε όσο άρκεσαν τα χέρια του.
Του χάιδεψε το κεφάλι, του έδωσε το δωράκι.
Τα μάτια του μικρού άστραψαν, βλέποντας το χρωματιστό κουτί.
Στο σαλόνι, το τραπέζι γιορτινό: ο Στέλιος, δίπλα του μια πανέμορφη ξανθιά. Απέναντι, ένας ηλικιωμένος κύριος μάλλον ο παππούς του Ανδρέα, σκέφτηκε η Δέσποινα.
Η ξανθιά, σαν μοντέλο, σήκωσε γλαφυρά το φρύδι, κόβοντας τη Δέσποινα από πάνω ως κάτω.
Να γνωριστείτε, η σωτήρας μου, η Δέσποινα. Αυτός είναι ο Μπάμπης, ο άντρας μου. Τον γιο τον ξέρετε. Η δεσποινίς διπλά, η γνωστή του Στέλιου, η Έλενα, είπε η Άννα Κυριακίδου με φωνή που ούτε κοιτούσε τη ξανθιά.
Η ξανθιά ξανασήκωσε το φρύδι ενοχλημένη. Η Άννα έβαλε σαλάτα στη Δέσποινα και κατά λάθος έριξε το ποτήρι κρασί στα πόδια της ξανθιάς, που πετάχτηκε πάνω. Από πίσω τίναξε η καρέκλα, έγινε χάος.
Παρά τα «συγγνώμη» της οικοδέσποινας, η ξανθιά ετοιμάστηκε να φύγει. Κανείς δεν την κρατούσε. Η Δέσποινα ήθελε να φύγει επίσης.
Μην παρεξηγηθείτε, απλώς ξεκίνησε ο Στέλιος.
Δεν με βρέξατε εσείς. Δεν πειράζει. Και εγώ πρέπει να φεύγω, είπε η Δέσποινα.
Μην τα χαλάσετε στη μαμά. Μετά θα σας πάρω εγώ στο σπίτι.
Στο αυτοκίνητο, σιωπή.
Δεν χρειάζεται να με πάτε, μπορώ και μόνη διέκοψε τη σιωπή η Δέσποινα.
Αν δεν σας συνόδευα, η μάνα μου δεν θα μου το συγχωρούσε. Τελευταία συναντιόμαστε συχνά Δεν θα μου φανεί περίεργο αν μας θέλει για γάμο.
Δεν σας αγαπώ. Ούτε εσείς εμένα. Δεν σκοπεύω να σας παντρευτώ, η φωνή της έτρεμε. Μην ανησυχείτε, δεν θα σας ενοχλώ.
Η μηχανή σταμάτησε μπροστά στο σπίτι της, εκείνη προσπαθούσε να ανοίξει πάρει την κλειδωμένη πόρτα.
Ανοίξτε αμέσως, φώναξε.
Ξαφνικά ο Στέλιος έσκυψε προς το μέρος της και την φίλησε. Η Δέσποινα τον απώθησε.
Τι κάνετε; Σας κούρασαν οι όμορφες ξανθιές; Ήρθα να γίνω συλλογή; Α, ναι! Πρέπει να είμαι ευγνώμων που μου δώσατε σημασία, του πέταξε θυμωμένη, τα μάγουλά της κατακόκκινα.
Δεν ήξερε πόσο όμορφη ήταν έτσι. Ο Στέλιος τη θαύμαζε, πλημμυρισμένος συναισθήματα. Οι ξανθιές σίγουρες κι αδιάφορες, αυτή εδώ γεμάτη φωτιά.
Συγγνώμη, αλήθεια Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν ήθελα να σας προσβάλλω απλά μου φάνηκε πως
Ναι! Πρώτη φορά στη ζωή μου με φίλησε άντρας εκείνοι που «ήθελαν να με κάνουν ευτυχισμένη» δεν πιάνουν. Με λυπούνται ή με απορρίπτουν πριν ακόμα με γνωρίσουν, είπε αγριεμένη, κι εξαφανίστηκε.
Στα τέλη Αυγούστου ήρθε ξαφνικό κρύο, βροχές και άνεμοι. Τα φύλλα έπεφταν γρήγορα. Πέρασαν τρεις εβδομάδες απ τα γενέθλια του Ανδρέα. Ούτε είδε ούτε άκουσε τον Στέλιο.
Μια βροχερή μέρα, μπαίνοντας στο σπίτι μούσκεμα, ακούει τη μητέρα της:
Σε γύρεψε ένας νέος άντρας.
Ποιος;
Πολύ κομψός, ωραίος. Φάνηκε ανήσυχος. Μου άφησε το τηλέφωνό του.
Η Δέσποινα πήγε στην κουζίνα, κάλεσε αμέσως.
Εγώ κι ο Ανδρέας ήρθαμε. Ο Ανδρέας αρρώστησε, μπορείς να έρθεις; Πρέπει να του κάνουμε ενέσεις…
Έρχομαι τώρα! ήδη ντυνόταν, έτρεξε στο φαρμακείο για σύριγγες και οινόπνευμα.
Ο Ανδρέας χάρηκε όταν την είδε. Το κεφαλάκι του κολλημένο απ τον ιδρώτα, ο πυρετός είχε πέσει. Η Δέσποινα ετοίμασε ένεση αντιβιοτικά και βιταμίνες.
Θυμάσαι, σωστά, πως τα χέρια μου είναι σίγουρα; Μην φοβάσαι, του είπε, βλέποντας την αγωνία στα μάτια του.
Το αγόρι έσφιξε τα μάτια, κι έπειτα χαμογέλασε δεν πόνεσε πολύ.
Ο Στέλιος την κοίταζε επίμονα, με ενδιαφέρον. Ποτέ κανείς δεν την είχε κοιτάξει έτσι. Εκείνη κοκκίνισε, ντράπηκε και έγινε ακόμη πιο όμορφη. Η καρδιά της άρχισε να φτερουγίζει σαν πουλί χαράς.
Ο Στέλιος ξαναπήγε να την αφήσει στο σπίτι.
Να πάμε για έναν καφέ; Δεν έχουμε μιλήσει ακόμα.
Το κάνετε για το παιδί; Μην το κάνετε. Θα ελπίζω, αλλά δεν θα με αγαπήσετε ποτέ. Δεν είμαι για αγάπη. Είμαι παχουλή.
Παχουλή; Είσαι ζεστή, τρυφερή και καλή Τα παιδιά δεν κάνουν λάθος, δεν ξεγελούνται. Αρέσεις στον Ανδρέα. Και σε μένα. Πιστεύω, μπορούμε να γίνουμε οικογένεια.
Κι αν επιστρέψει η μητέρα του Ανδρέα;
Δεν θα γυρίσει. Υπέγραψε χαρτί αποποίησης. Παντρεύτηκε στο εξωτερικό δεν θέλει πια παιδί. Τώρα είναι δικό μου. Θα βγεις μαζί μου;
Ναι, απαντά απλά η Δέσποινα.
Για τον καθένα υπάρχει το «μισό» του μερικές φορές όμορφο, άλλες όχι, μα δίχως το δικό του άνθρωπο είναι χειρότερα. Η εμφάνιση δεν έχει σημασία. Πολλές φορές περνούν δίπλα μας, δεν τους αναγνωρίζουμε. Γιατί δεν βλέπουμε την αδερφήψυχη.
Κι η αγάπη; Ίσως μόνο η αγάπη βλέπει στον άσχημο κύκνο τον λευκό κύκνο, στην παχουλή κοπέλα τη διαμαντένια ψυχή της τη μόνη φτιαγμένη μονάχα για εκείνον.





