Προχθές η μητέρα μου έφυγε από το σπίτι όπως κάθε άλλο πρωινό. Μου είχε στείλει μήνυμα νωρίς για να ρωτήσει αν είχα φάει πρωινό. Της απάντησα «ναι, θα μιλήσουμε αργότερα» και συνέχισα τη δουλειά μου. Δεν ήταν άρρωστη, δεν νοσηλευόταν, δεν υπήρχε ανησυχία, δεν υπήρξε αποχαιρετισμός. Ήταν απλώς μία από εκείνες τις μέρες που πιστεύεις πως δεν θα αλλάξουν τίποτα.
Στις 16:00 χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας άγνωστος αριθμός. Απάντησα κι άκουσα τη φωνή της Μαρίας, της γειτόνισσας: «Η μητέρα σου έπαθε ατύχημα». Τη ρώτησα πού είναι και μου είπε το όνομα της κλινικής στην Κηφισιά. Όλα έγιναν θολά πήγα αμέσως. Οι γιατροί μου είπαν πως έπεσε στον δρόμο, χτύπησε το κεφάλι της και δεν κατάφεραν να κάνουν τίποτα. Χωρίς δράμα, χωρίς τελευταία λόγια.
Δεν υπήρχαν τελευταία φράσεις, ούτε αγκαλιές, ούτε χρόνος. Κοιτούσα μια λευκή τοιχογραφία της κλινικής καθώς εξηγούσαν χαρτιά, υπογραφές, διαδικασίες. Με φωνή που έσπαγε τηλεφώνησα στον αδερφό μου, τον Πέτρο, και είπα το πιο δύσκολο πράγμα που είχα ποτέ να πω: «Η μαμά έφυγε».
Το πραγματικό σοκ δεν ήρθε στην κλινική, αλλά όταν μπήκα μόνη στο σπίτι της, για να μαζέψω τα πράγματά της. Ανοίγω τη ντουλάπα τα ρούχα της ακόμα εκεί, μερικά για το πλυντήριο. Τα σανδάλια ακουμπισμένα δίπλα στην πόρτα, το πορτοφόλι στηριγμένο πίσω από την καρέκλα, τα ψώνια μισοτακτοποιημένα. Όλα σταματημένα στο ακριβές σημείο που κόπηκε η ζωή.
Πήρα μία μπλούζα της για να τη βάλω στη τσάντα και μύρισα το σαπούνι της. Έμεινα εκεί, κρατώντας το ύφασμα χωρίς να μπορώ να κινηθώ. Κάθισα στο κρεβάτι της και για ώρα κοίταζα το πάτωμα. Ένιωσα θυμό.
Ύστερα ήρθαν τα μικρά πράγματα που πονάνε περισσότερο: να πατάς μηχανικά τον αριθμό της και να σου θυμίζει η σιωπή πως δεν υπάρχει πια, να γυρνάς από τη δουλειά και να μην σε ρωτάει κανείς αν έφτασες καλά, να περνάς έξω από το σπίτι της και να μην μπαίνεις μέσα. Κανείς δεν σε προετοιμάζει γι’ αυτή τη σιωπή.
Όλοι λένε: «Ήρθε η ώρα της», «Ο Θεός ξέρει», «Τώρα αναπαύεται». Αλλά εγώ νιώθω μόνο απουσία. Νιώθω πως έφυγε σε μία τυχαία στιγμή, χωρίς άδεια, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς χρόνο να χαϊδέψει λίγο την καρδιά μου.
Και αυτό πονά πιο πολύ: δεν ήταν αποχαιρετισμός. Ήταν ξαφνικός, στεγνός κοψίματος μιας ζωής.





