Собάκι ήταν ήδη έτοιμο να αφήσει τον σκληρό αυτό κόσμο πίσω της
Η Αικατερίνη ζούσε εδώ και πολλά χρόνια σε ένα μικρό σπιτάκι στο άκρο ενός χωριού της Αρκαδίας. Όταν κάποιος ανέφερε πως είναι μόνη, της ερχόταν να γελάσει. Μα πού μόνη; απαντούσε γελαστά. Η οικογένειά μου είναι τεράστια!
Οι χωριανές της έγνεφαν συγκαταβατικά, όμως όταν η Αικατερίνη γύριζε την πλάτη, αντάλλασσαν γρήγορα βλέμματα και έκαναν νεύματα με το δάχτυλο στον κρόταφο. „Τι οικογένεια, μωρέ; Ούτε άντρα, ούτε παιδιά, μόνο ζώα” Όμως αυτά ακριβώς τα τετράποδα και φτερωτά θεωρούσε συγγενείς της. Έδινε μικρή σημασία σε όσους πίστευαν πως ζώα έχει κανείς μόνο για το γάλα, τα αυγά ή για φύλαξη. Μέσα στο σπιτάκι της η Αικατερίνη έμενε μαζί με πέντε γάτες και τέσσερα σκυλιά· όλα τους κοιμόντουσαν στο ζεστό σαλόνι της, κάτι που προκαλούσε την απορία των γειτόνων.
Αυτή η απορία δεν εκδηλωνόταν ποτέ μπροστά της, οι χωριανοί ήξεραν πως δεν έχει νόημα να μαλώνεις με «παράξενους» ανθρώπους. Τα σχόλια των άλλων την έκαναν απλώς να γελά: Αφήστε τα αυτά εκεί έξω έχουν χορτάσει δρόμο και μοναξιά, στο σπίτι μας είμαστε όλοι οικογένεια.
Πριν από πέντε χρόνια, το νήμα της ζωής της κόπηκε μέσα σε μια στιγμή έχασε τον άντρα της και τον γιο τους σ ένα ατύχημα καθώς γύριζαν από ψάρεμα. Τότε κατάλαβε πως δεν μπορούσε να μένει πια στην ίδια πολυκατοικία που τα πάντα θύμιζαν το παρελθόν. Την πονούσε να περνά στους ίδιους δρόμους, να βλέπει τα μαγαζιά που σύχναζαν οι δικοί της, να δέχεται τα συμπονετικά βλέμματα των γειτόνων.
Έξι μήνες αργότερα, πούλησε το διαμέρισμα και μαζί με τη γάτα της, τη Φλώρα, μετακόμισε στο χωριό, αγοράζοντας ένα μικρό παλιό σπιτάκι στην άκρη. Τα καλοκαίρια έχωνε τα χέρια της στο μποστάνι και τα χειμωνιάτικα δούλευε στη λέσχη του τοπικού ΚΑΠΗ. Σιγά σιγά μάζεψε την οικογένειά της αδέσποτα από τον σταθμό του λεωφορείου, πεινασμένα γατιά στο προαύλιο της καφετέριας ή ζώα που περπατούσαν ασκόπως έξω από τη λέσχη. Όλους όσους το σπίτι της τους αγκάλιαζε, εκείνη τους θεράπευε με τη ζεστή αγκαλιά και την άνευρη αγάπη της κι εκείνοι της ανταπέδιδαν με αφοσίωση.
Τους τάιζε όλους, ακόμα κι όταν τα ευρώ ίσα που έφταναν. Πολλές φορές υποσχόταν στον εαυτό της πως δεν θα πάρει άλλα πλάσματα. Όμως, κάποιον ξένο Μάρτη, ενώ ο χιονιάς θύμιζε ακόμα Φλεβάρη, όλα ανατράπηκαν: παγερός αέρας σφύριζε και χιόνι έθαβε τα πάντα.
Το βράδυ εκείνο η Αικατερίνη βιαζόταν να προλάβει το τελευταίο ΚΤΕΛ για το χωριό της. Δύο μέρες ρεπό μπροστά της, είχε προλάβει να ψωνίσει για την ίδια και την οικογένειά της και κρατούσε σακούλες με τρόφιμα αλλά και περισσεύματα φαγητού από τη δουλειά. Τα χέρια της βάραιναν, βαδίζοντας σκεφτική, είχε το νου της μοναχά στη ζεστασιά του σπιτιού. Όμως η καρδιά, όπως σε παραμύθι, είδε ό,τι δεν πρόλαβε το μάτι: λίγα βήματα πριν το λεωφορείο σταμάτησε ξαφνικά και γύρισε.
Κάτω από το παγκάκι, ένα σκυλί. Της κοιτούσε ευθεία στα μάτια, το βλέμμα του θαμπό, σπασμένο, σαν γυαλί. Κορμί μισοσκεπασμένο με χιόνι, φαινόταν ότι έμενε έτσι ώρες ολόκληρες. Ο κόσμος περνούσε κουκουλωμένος και καμιά ματιά δεν σταματούσε. „Δε γίνεται, κανείς δεν το είδε;” σκέφτηκε.
Ένα άγχος της έσφιξε το στήθος. Ξέχασε επιτόπου το λεωφορείο και τα υποσχέσεις στο ίδιο της τον εαυτό, έτρεξε ώς το παγκάκι, πέταξε τις σακούλες και άπλωσε το χέρι. Το σκυλί ανοιγόκλεισε τα μάτια αργά. Δόξα τω Θεώ, ζωντανή είσαι! ψιθύρισε ανακουφισμένη. Έλα, καρδιά μου, σήκω
Το ζώο δεν αντέδρασε, δεν αντιστάθηκε καν, όταν η Αικατερίνη άρχισε να το τραβά απαλά. Σχεδόν σα να της ήταν αδιάφορα όλα έμοιαζε έτοιμο να αφήσει τον κόσμο.
Δεν θυμόταν ποτέ πώς κατάφερε να μαζέψει και τις σακούλες και το σκυλί στην αγκαλιά της ως τον σταθμό. Κάθισε σε μια γωνίτσα, πήρε τα παγωμένα πόδια του στα χέρια της να τα ζεστάνει, του ψιθύρισε: Έλα, δυνατό κορίτσι είσαι. Θα γίνεις η πέμπτη μας, να ταιριάζουν τα νούμερα.
Έβγαλε μια μπιφτέκα από τη σακούλα και την πρόσφερε στη μικρή. Αρχικά το ζώο δεν έδειξε ενδιαφέρον, ύστερα όμως, μόλις ζεστάθηκε λίγο, άστραψε ένα φως στα μάτια της, τέντωσε τα ρουθούνια, και πήρε τη λιχουδιά.
Ώρα αργότερα, η Αικατερίνη στεκόταν στην άκρη του δρόμου με το σκυλί που το ονόμασε Μαρίνα κάνοντας σήμα σε κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Το λεωφορείο είχε φύγει προ πολλού, αλλά η Μαρίνα περπατούσε πλάι της, ακουμπώντας τη γούνα στα πόδια της. Μετά από λίγο, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε.
Ευχαριστώ πολύ! της είπε η Αικατερίνη. Μη σας νοιάζει, θα την πάρω αγκαλιά, δεν λερώνει.
Και να λερώσει, δεν πειράζει, γέλασε ο οδηγός. Ας καθίσει κι αυτή κατά χαμέ στα καθίσματα.
Η Μαρίνα όμως έτρεμε σφιχτά στην αγκαλιά της Αικατερίνης έτσι βολεύτηκαν κι οι δυο στα γόνατά της. Πιο ζεστά έτσι μουρμούρισε η Αικατερίνη χαμογελαστά.
Ο οδηγός της έδωσε ένα νεύμα και αύξησε τη θέρμανση. Πήγαιναν σιωπηλά. Η Αικατερίνη αγκάλιαζε το νέο πλάσμα της, κοιτώντας νιφάδες που γυάλιζαν στα φώτα. Ο άντρας έκλεβε βλέμματα προς το κουρασμένο αλλά ήρεμο προφίλ της, μαντεύοντας πως δεν έφερε κατοικίδιο από σπίτι το είχε μόλις βρει.
Έξω από το σπιτάκι της, ο οδηγός τη βοήθησε και με τις σακούλες. Με χιονοστιβάδες στις μπότες, έσπρωξε τη σκουριασμένη καγκελόπορτα μέχρι που λύγισε στο πλάι. Ε, δεν πειράζει, αναστέναξε η Αικατερίνη. Από καιρό ήθελε φτιάξιμο.
Από το σπίτι ακούστηκαν γάβγισμα και νιαούρισμα όλη η «παρέα» ξεχύθηκε στην αυλή. Ε, τη βλέπετε τη νέα μας φίλη; τους σύστησε, με τη Μαρίνα ν αναδύεται μέσα από τα πόδια της.
Τα σκυλιά κούνησαν ουρές, οι γάτες έτριβαν μουσούδες στις σακούλες του άντρα. Τι κάθεστε έξω με το χιόνι, είπε η Αικατερίνη. Μπείτε αν δεν σας τρομάζει η μεγάλη μας οικογένεια. Να βράσουμε κανένα τσαγάκι;
Ευχαριστώ, είναι αργά όμως, απάντησε ο άντρας. Ταΐστε τα δικά σας, αυτά έχουν περισσότερη ανάγκη να σας δουν.
Το μεσημέρι της επομένης, άκουσε θόρυβο στην αυλή. Ντύθηκε και βγήκε: ο χθεσινός οδηγός τοποθετούσε νέους μεντεσέδες στην καγκελόπορτα, εργαλεία παραδίπλα.
Καλημέρα! χαμογέλασε. Εγώ σας την έσπασα την πόρτα, είπα να τη φτιάξω. Μανώλης με λένε. Εσάς;
Αικατερίνη
Η τριχωτή της οικογένεια τον περικύκλωσε, χάιδεμα και γερές ουρές γύρω του.
Πηγαίνετε μέσα, Αικατερίνη, μη κρυώνετε. Τελειώνω και έρχομαι για τσάι με χαρά. Έχω και μια μπουγάτσα στο αυτοκίνητο και λιχουδιές για την οικογένειά σας.
Σα να ήταν όλα όνειρο, το σπίτι της Αρκαδίας μύριζε ξανά ζωή.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




