Διάβασα κάπου την ιστορία μιας άλλης μόνης μητέρας που έλεγε πως δεν ξέρει τι να κάνει και δεν βλέπει καμία διέξοδο. Εκείνο το βράδυ, σαν μέσα σε ονειρικό πέπλο, ένιωσα πως θέλω να πω κι εγώ τη δική μου ιστορία. Όχι για να κρίνω, αλλά επειδή, όταν έχεις παιδιά και ανάγκες, δεν μπορείς να κοιτάς τον ουρανό και να ελπίζεις πως τα ευρώ θα πέσουν από τα σύννεφα. Σε μένα κανείς δεν έφερε τίποτα στο πιάτο. Μόνη μου τ άρπαξα όλα.
Στα δεκαέξι μου, ένα βράδυ που τα νησιά θρόιζαν και η Αθήνα μοσχοβολούσε γιασεμί, έφυγα από το σπίτι. Από περηφάνια, από αφέλεια, γιατί νόμιζα πως μεγάλωσα και ότι με τον τότε φίλο μου, τον Κώστα, θα ζήσω καλύτερα. Πήγαμε σε ένα μικρό δυαράκι στην Καλλιθέα η μικρή κουζίνα ήταν σχεδόν μέσα στο χολ, το δωμάτιο χώριζε μια λεπτή σαν όνειρο ψευδοτοιχία, κι η τουαλέτα ήταν σε ένα μικρό πέτρινο προαύλιο. Καμία πολυτέλεια, αλλά ήταν δικό μας.
Δύο χρόνια αργότερα, μόλις πάτησα τα δεκαοχτώ, έμεινα έγκυος στο πρώτο μου παιδί. Στην αρχή όλα κυλούσαν, ας πούμε, φυσιολογικά: ο Κώστας δούλευε ταξί, έφερνε τα απαραίτητα για το τραπέζι, πληρώναμε ενοίκιο. Δεν περίσσευε τίποτα, μα δεν πεινούσαμε.
Όταν ο γιος μου, ο Νίκος, έφτασε κοντά στον πρώτο του χρόνο, άρχισα να νιώθω πως τα χρήματα λιγόστευαν. Πάντα μια δικαιολογία κακή σεζόν, πολλοί οδηγοί, χαλασμένο αμάξι. Τον πίστευα. Ύστερα έμεινα ξανά έγκυος αυτή τη φορά ήταν η κόρη μου, η Ελευθερία. Τότε, τέταρτο μήνα, ένα μεσημέρι με δυνατό ήλιο, ο Κώστας απλώς έφυγε. Χωρίς προειδοποίηση. Ήρθε, πήρε μερικά ρούχα, κι έφυγε να πάει στης άλλης.
Το πιο σκληρό δεν ήταν ότι με παράτησε. Ήταν οι φωνές των γειτόνων, τα μουρμουρητά των θείων και των παλιών φίλων από το περίπτερο. Όλοι έλεγαν πως τον έβλεπαν μήνες μαζί της, ότι τον περίμενε σε γωνιές, πως έμενε νύχτες σπίτι της. Κανένας δεν είπε τίποτα όταν ζούσα δίπλα του. Όλα τα άκουσα μια μέρα που έμεινα μόνη, με φουσκωμένη κοιλιά κι ένα μωρό στην αγκαλιά.
Εκείνος χάθηκε, σαν να τον κατάπιε η θάλασσα. Ούτε ρώτησε για τα παιδιά. Ούτε ένα ευρώ για πάνες. Έκατσα στο πάτωμα, ανάμεσα σε σκιές που άλλαζαν σχήμα, κι έκλαψα όλη τη μέρα. Το ψυγείο σχεδόν άδειο, το γάλα τελείωνε, το νοίκι έτρεχε, το δεύτερο παιδί ερχόταν – ρούχα δεν υπήρχαν, ούτε κούνια. Έκλαψα. Μα την επομένη σηκώθηκα και είπα στον καθρέφτη: δεν μπορώ να κάθομαι έτσι.
Ξεκίνησα από εκείνο το ίδιο διαμέρισμα. Παρήγγειλα τα απαραίτητα με λίγη πίστωση. Άρχισα να φτιάχνω γλυκά του κουταλιού, ζελεδάκια, κεκάκια. Τα φωτογράφιζα όπως σε παράξενη ταινία, με το παλιό μου κινητό, και τα ανέβαζα στο WhatsApp και στο Instagram. Δεν προσποιούμουν: έγραφα καθαρά «Πουλάω γλυκά για να πάρω πάνες και γάλα στα παιδιά μου». Ο κόσμος άρχισε να αγοράζει. Κάποιοι από λύπηση, άλλοι γιατί τους άρεσαν. Με αυτά τα λίγα χρήματα, πήγαινα στη λαϊκή, μάζευα για το ενοίκιο, αγόραζα τα απολύτως απαραίτητα.
Μετά ξεκίνησα να μαγειρεύω και φαγητά πιλάφι, φακές, κοτόπουλο με πατάτες, μοσχαράκι κοκκινιστό. Ένας γείτονας, ο Γιώργος, με βοηθούσε με το παπάκι του στις διανομές, τον πλήρωνα στη διαδρομή. Ξυπνούσα στις 5, μαγειρεύοντας με τεράστια κοιλιά και τον μικρό Νίκο να τριγυρνά. Υπήρχαν μέρες που η κούραση με τσάκιζε και κάθιζα στη σκαμνίτσα, δάκρυζα αθόρυβα. Μα, την άλλη μέρα πάλι έβαζα τσουκάλι στη φωτιά.
Έκανα οικονομία, μάζευα ευρώ ευρώ. Όταν πλησίαζε η γέννα, η μάνα μου μού τηλεφώνησε να πάω σε εκείνους, να μην μείνω μόνη. Εκεί γεννήθηκε η Ελευθερία. Από τότε, οι γονείς μου είναι στήριγμα δεν με συντηρούν, με κρατάνε όρθια. Με βοηθούν με τα παιδιά, όταν έχω πολλές παραγγελίες.
Σήμερα ο Νίκος είναι έξι. Η Ελευθερία μεγαλώνει σαν γρασίδι μετά τη βροχή. Με τη μαμά μου στήσαμε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στη Νέα Σμύρνη. Δεν είναι μεγάλη επιχείρηση, αλλά έχουμε ένα μικρό χώρο, γιορτάζουμε γενέθλια, στήνουμε γλυκά τραπέζια, αναλαμβάνουμε παραγγελίες για εκδηλώσεις. Δεν είμαστε πλούσιες, αλλά ποτέ δεν πέφτω νηστική, ούτε κοιμάμαι με τον φόβο ότι δεν θα χω τίποτα να δώσω στα παιδιά μου το πρωί.
Ξέρω πώς πονάει, όταν ένας άντρας αφήνει γυναίκα με παιδιά. Είναι άδικο. Αλλά έμαθα και κάτι ακόμη δεν μπορείς να περιμένεις κάποιον να σε σώσει. Εγώ δεν είδα κανέναν να έρχεται. Όταν είσαι μάνα, δεν έχεις την πολυτέλεια να τα παρατήσεις. Όσο κι αν μοιάζει όνειρο παράξενο και πικρό, έτσι κυλάει η ζωή μας, φτιαγμένη από θάρρος, ζάχαρη και αγωνία.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




