Είχα άθελά μου το προνόμιο (ή μάλλον την κατάρα) να είμαι το μεγαλύτερο παιδί σε μια πολυμελή ελληνική οικογένεια. Αυτό σήμαινε ότι όλα τα καθήκοντα του σπιτιού βάρυναν εμένα, μαζί με την φροντίδα των μικρότερων αδελφών μου γιατί ως γνωστόν, κάθε σπίτι χρειάζεται έναν „νοικοκύρη” και η μαμά είχε βάλει στο μάτι εμένα. Δεν ήταν μια θέση που διάλεξα οικειοθελώς, αλλά μια που μου προσφέρθηκε με το ζόρι και το ελληνικό πάθος.
Στη γειτονιά της Αθήνας, και στο σχολείο, ήμουν το κλασικό θέμα για πειράγματα: πάντα τριγυρισμένη από πιτσιρίκια, και με μια φήμη που με ακολουθούσε σαν σπιτική μυρωδιά. Πολλές φορές έκλαιγα στη ντουλάπα μου ναι, έχουμε κάτι με τις ντουλάπες στην Ελλάδα και ορκιζόμουν ότι ποτέ, ΠΟΤΕ δεν θα αποκτήσω παιδιά. Ο πατέρας μου, ο Γιώργος, απαντούσε σε αυτά τα δραματικά ορκίσματα με (πολύ) παραδοσιακή βία κι ένα «θα σε κάνω παστίτσιο», που ειλικρινά δε είμαι σίγουρη τι σημαίνει, αλλά πάντα κατέληγα με δάκρυα και καινούρια σημάδια.
Μετά την τρίτη γυμνασίου, με έστειλαν να σπουδάσω μαγειρική γιατί, λέει, κάθε καλό παιδί πρέπει να έχει ένα επάγγελμα. Αποφοίτησα κι έπιασα δουλειά σε μια καφετέρια στο Παγκράτι. Οι γονείς μου, κυρίως η μαμά Δέσποινα, με κυνηγούσαν καθημερινά: «Πάρε μερικά μπουγάτσα από τη δουλειά, μην είσαι χαζή! Η οικογένεια πρέπει να τρώει!» Επίσης, τον μισθό μου σε ευρώ τον έλεγχαν αυτοί, γιατί έτσι πρέπει.
Κάπου εκεί, αποφάσισα ότι είχε φτάσει η ώρα για αλλαγή. Αγόρασα εισιτήριο για τη Θεσσαλονίκη (άλλοι πάνε αλλού, εγώ πήγα βόρεια!) και απομακρύνθηκα από την οικογένεια. Ήξερα ότι αυτή η επιλογή δεν είχε επιστροφή, αλλά δεν με ένοιαζε. Η πόλη με υποδέχτηκε με έναν «χαλαρά» τρόπο, και βρήκα δουλειά ως λαντζέρης. Μίσθωσα ένα δωμάτιο από τη κυρία Σταματία, μια χήρα που ήξερε από τα βάσανα και είχε καρδιά μεγαλύτερη κι από την Πλατεία Αριστοτέλους. Η σχέση μας ήταν αμοιβαία: εκείνη ήθελε ένα νοικοκυρεμένο σπίτι κι εγώ ήθελα ησυχία και καλή μπουγάτσα.
Μετά από λίγο καιρό, η κυρία Σταματία μου γνώρισε έναν ωραίο τύπο, τον Κωνσταντίνο. Κάπως έτσι μπήκε στη ζωή μου το «παντρευτείτε να δείτε τι καλά!», και μαντέψτε: παντρεύτηκα. Η οικογένειά του, φιλική κι αυτή, συμφώνησε. Ένα χρόνο αργότερα, ήρθε η κόρη μας, η Ευγενία, κι αμέσως μετά ο γιος μας, ο Νικόλας. Όλα μέσα στη χαρά, με τη Σταματία να μας φτιάχνει γλυκό του κουταλιού και να μας δίνει συμβουλές για τις παντόφλες.
Κάποια στιγμή άρχισα να νιώθω νοσταλγία για τους γονείς μου μην τα παραλέμε, είμαστε Έλληνες, η οικογένεια είναι θρησκεία. Ετοιμάσαμε δώρα (λάδι, γλυκό του κουταλιού, φέτα) και πήγαμε οι τέσσερις στο πατρικό στην Αθήνα. Δυστυχώς, οι γονείς μου δεν συγκινήθηκαν να μας δουν μας έδιωξαν κανονικότατα, με τη Δέσποινα να μου χτυπάει την πόρτα στη μούρη, και χωρίς καν να κοιτάξουν τα παιδιά και τον άντρα μου. Η αλήθεια είναι ότι πληγώθηκα πολύ, πήρα και τα δώρα πίσω, και ορκίστηκα άλλη μια φορά αυτή τη φορά για τα καλά πως δεν θα επιστρέψω ποτέ εκεί.
Αλλά, όπως λέμε κι εδώ: «Όπου γης και πατρίς»! Πλέον, έχω τη δική μου οικογένεια, φτιάχνω μουσακά και τρέχω πίσω από τα παιδιά μου με ένα κουτάλι στο χέρι, τραγουδώντας στο ραδιόφωνο τις τελευταίες επιτυχίες της Άννας Βίσση. Στο τέλος, το μόνο που χρειάζεσαι είναι λίγη ανεξαρτησία, λίγο χιούμορ και μια ανοιχτή καρδιά όλα τα άλλα λύνονται, ακόμη κι αν η Δέσποινα παραμένει μυστήριοΚι αν στις γιορτές η οικογένεια μου δεν γεμίζει το τραπέζι, το γεμίζουν οι φίλοι, τα παιδιά μου, κι εκείνη η απίστευτη κυρία Σταματία που πάντα φέρνει γλυκό και ιστορίες. Βρήκα τη ζεστασιά αλλού, κι έμαθα ότι όσα σου δίνουν με το ζόρι, εσύ μπορείς να τα χαρίσεις με αγάπη. Ίσως η Αθήνα να μην μου έκανε χώρο, αλλά η Θεσσαλονίκη μου έδωσε φτερά και μια νέα αρχή. Και κάθε φορά που βλέπω τα παιδιά να τρέχουν στο σπίτι, γελώ γιατί, τελικά, η ζωή είναι σαν τη μπουγάτσα: καλύτερη όταν τη μοιράζεσαι και πάντα λίγο χυμένη στα γέλια και στα δάκρυα.
Κι έτσι, αν ποτέ με ρωτούσαν τι σημαίνει „νοικοκύρης”, θα έλεγα: είναι αυτός που φτιάχνει το σπίτι του όπου κι αν βρίσκεται, με αγάπη, χιούμορ και μια δόση κανέλα.





