Λοιπόν, να σου πω τι έγινε με τον Νίκο. Γύρισε σπίτι το απόγευμα, όπως κάθε μέρα, αλλά μόλις μπήκε, κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η γυναίκα του πουθενά και ο μικρός τους, ο Πέτρος, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Τον έπιασε άγχος, να σου πω την αλήθεια, γιατί δεν υπήρχε καμία ειδοποίηση, τίποτα απολύτως. Με το που βγαίνει στο κλιμακοστάσιο να δει τι συμβαίνει, βλέπει τη γειτόνισσα, τη θεία Ελένη, να βγαίνει από το διαμέρισμά της κρατώντας τον Πέτρο στην αγκαλιά!
Τελικά, όπως κατάλαβες, η Μαρία είχε αφήσει τον μικρό στην Ελένη επειδή έπρεπε να φύγει κάπου επειγόντως και δεν πρόλαβε να πει τίποτα στον Νίκο.
Ο Νίκος, να σου πω, έχει κάποια εμπειρία με τα μωρά· δεν είναι άσχετος. Όμως, όσο και να ήξερε τι να κάνει με τον Πέτρο, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τι ήταν τόσο σοβαρό που έκανε τη Μαρία να εξαφανιστεί έτσι ξαφνικά. Παρ όλα αυτά, ένιωσε μια μικρή ανακούφιση όταν βρήκε μερίδα φαγητού στο μικροκυμάτων για τόσο είχε προνοήσει η Μαρία.
Περνούσε η ώρα μισή, μία, δυο, τρεις, πέντε. Το άγχος του Νίκου μεγάλωνε. Τηλεφωνούσε και ξανατηλεφωνούσε στη Μαρία, αλλά εκείνη δεν απαντούσε πουθενά. Όσο περνούσαν οι ώρες, η αγωνία τον έτρωγε. Κατάφερε να βάλει τον Πέτρο για ύπνο, αλλά ο ίδιος δεν σταματούσε να κρυφοκοιτάζει το κινητό, μήπως είχε χάσει κάποια ειδοποίηση.
Ώσπου, επιτέλους, κατά τις τρεις τα ξημερώματα, χτυπάει το κινητό. Τρέμοντας από προσμονή, το σηκώνει και από την άλλη άκρη είναι η Μαρία. Ο Νίκος βάλθηκε να τη ρωτά τι έγινε, πού βρίσκεται, τι τρέχει. Όμως η Μαρία απέφευγε κάθε απάντηση· μόνο του είπε πως δεν θα επιστρέψει σπίτι και πως αποφάσισε να αφήσει τον Πέτρο οριστικά στην ευθύνη του Νίκου.
Ο Νίκος έμεινε κόκαλο. Δεν πίστευε στα αυτιά του, νόμιζε ότι κάτι κατάλαβε λάθος, πως ήταν κακόγουστο αστείο. Όμως κατάλαβε γρήγορα πως από δω και πέρα αυτός έπρεπε να σταθεί και μάνα και πατέρας για τον Πέτρο, και να μεγαλώσει το παιδί μόνος του. Κι είναι δύσκολη υπόθεση, όπως καταλαβαίνεις, αλλά δεν έχει και άλλη επιλογή παρά να φανεί δυνατός και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεωνΓια μια στιγμή, ο χρόνος πάγωσε. Ο Νίκος ακούμπησε το μέτωπό του στο κρύο τζάμι του παραθύρου. Ο έξω κόσμος ήταν σιωπηλός, μόνο κάτι αδέσποτα γάβγιζαν από μακριά. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα μείνει μόνος με τον Πέτρο όχι έτσι, τόσο απότομα, τόσο βίαια στη ροή της καθημερινότητας.
Έπειτα κοίταξε τον μικρό να κοιμάται ήσυχος, με τα χείλη μισάνοιχτα και το χέρι του σφιγμένο γύρω από το λούτρινο λαγουδάκι. Κι εκεί, στον απόηχο της εγκατάλειψης, μέσα στη μαύρη νύχτα και την αβεβαιότητα, κάτι άλλαξε μέσα του. Ένιωσε παράλληλα μια ορμή προστασίας και ελπίδας να φουντώνει. Ίσως να φοβόταν, ίσως να πενθούσε, αλλά ξαφνικά κατάλαβε: ήταν ακόμα εδώ και, για τον Πέτρο, θα γινόταν ό,τι χρειαζόταν.
Σηκώθηκε αθόρυβα, κουλουριάστηκε δίπλα στο παιδί και του ψιθύρισε: «Μικρέ, ό,τι κι αν γίνει, δε θα σ’ αφήσω ποτέ». Και το πρωί, όταν ο ήλιος έλουσε το δωμάτιο με ζεστό φως, ο Νίκος χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από ώρες. Βρήκε τη δύναμη να μαγειρέψει, να γελάσει με ένα αδέξιο αστείο του Πέτρου, να σχεδιάσει μια μέρα που ξεκινούσε μόνο για τους δυο τους.
Μπορεί να μη γνώριζε πια τι τον περίμενε, αλλά στα μάτια του μικρού του ανακάλυψε το πιο απίθανο: μέσα από το τέλος, γεννιόταν μια νέα αρχή. Ίσως ήταν μόνοι, μα δεν έπαψαν ποτέ να είναι οικογένεια.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




