13 Μαρτίου
Όταν η συνάδελφός μου, η Ειρήνη Παπαδοπούλου, με κάλεσε στον γάμο της, δούλευα στον εκδοτικό οίκο μόλις τέσσερις μήνες. Είχαμε ταιριάξει αμέσως από τις πρώτες μέρες και γίναμε γρήγορα φίλες, παρόλο που δεν γνώριζα καν τον αρραβωνιαστικό της. Παρ’ όλα αυτά, ενθουσιάστηκα με την ιδέα και κυρίως γιατί ήταν μια καλή αφορμή να φορέσω το νέο μου φόρεμα ένα όμορφο μπλε μάξι που είχα λατρέψει.
Δεν ήμουν η μόνη από το γραφείο· η Ειρήνη είχε καλέσει κι άλλους τρεις συναδέλφους κι έτσι κατεβήκαμε όλοι μαζί στη δεξίωση, αν και λίγο αργοπορημένοι. Όταν φτάσαμε στην αίθουσα, οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν ήδη καθίσει, κι εμείς περάσαμε όσο πιο διακριτικά μπορούσαμε μέσα στο στολισμένο σαλόνι.
Η αίθουσα του κέντρου δεξιώσεων στην Κηφισιά ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, γεμάτη χρώματα, γαρδένιες και φωτιστικά σαν αστέρια. Τα τραπέζια ήταν φορτωμένα με μεζέδες, γεμιστά ντοματάκια, ντολμαδάκια, φρέσκο ψάρι, και μυρωδάτο κρασί από τη Νεμέα. Παρά όλα αυτά, δεν ήταν το φαγητό ή τα στολίδια που με συνεπήραν. Όταν αντίκρισα τον γαμπρό, τον Κωνσταντίνο Αλεξίου, ένιωσα σαν να έχασα την ανάσα μου σα να χτύπησε η καρδιά μου πιο γρήγορα και να κοκκίνισε το πρόσωπό μου. Ειλικρινά, ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά! Και το χειρότερο ή το καλύτερο δεν ξέρω ήταν πως καταλάβαινα ότι ένιωθε ακριβώς το ίδιο κι εκείνος.
Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ, αισθανόμουν πως βρισκόμουν σε ένα σύννεφο. Δεν άγγιξα σχεδόν τίποτα από τα φαγητά ή το κρασί. Προς το τέλος, όταν πια ένιωθα ότι δεν άντεχα άλλο, αποφάσισα να φύγω νωρίτερα το μυαλό και η ψυχή μου καιγόντουσαν, έπρεπε επειγόντως να μείνω μόνη μου να ηρεμήσω.
Την επόμενη μέρα, καθώς έβγαινα από το κτίριο της δουλειάς στο Κολωνάκι, τον είδα. Περίμενε έξω, κάτω από τον ήλιο του αθηναϊκού απογεύματος. Η σύζυγός του, η Ειρήνη, έλειπε σε άδεια. Χωρίς να πούμε λέξη, ήρθε προς το μέρος μου, πήρε το χέρι μου και με οδήγησε στο αυτοκίνητό του. Ήταν απίστευτο αλλά δε μπορούσα να του αντισταθώ. Με φίλησε και αφήσαμε τον χρόνο να σταματήσει. Είχαμε ατελείωτες συζητήσεις και φιλιά μέχρι αργά μέσα στη νύχτα.
Τελικά, πήγαμε στο σπίτι μου στα Πατήσια. Εκεί έγινε αυτό που δεν πίστευα πως θα συμβεί ποτέ. Ο Κωνσταντίνος μου υποσχέθηκε ότι θα χωρίσει και θα παντρευτούμε. Πράγματι, γύρισε σπίτι του, μίλησε στην Ειρήνη και το ίδιο βράδυ επέστρεψε με τις βαλίτσες του σε μένα. Δεν ζήτησα να μάθω τίποτα για την τελευταία τους συζήτηση προτίμησα να μην μπω σ αυτή τη λεπτομέρεια.
Δεν πέρασε καιρός, κάναμε πολιτικό γάμο κι έπειτα αγοράσαμε το πρώτο μας σπίτι στα Βριλήσσια, με ένα δάνειο και τις οικονομίες μας τα ευρώ μας περασμένα στα χέρια, κάθε λεπτό μετρημένο και πολύτιμο. Παραιτήθηκα αμέσως από τη δουλειά μου ήξερα καλά ότι τα σχόλια και οι κακίες είχαν ήδη ξεκινήσει. Η Ειρήνη άλλωστε δούλευε χρόνια στον εκδοτικό κι εγώ ήμουν ακόμα η καινούρια, η ξένη. Όλοι τη λυπόντουσαν και δεν ξέρω πια πώς έχει φτιάξει τη ζωή της. Ο Κωνσταντίνος κι εγώ συμφωνήσαμε να μην ανοίξουμε ποτέ ξανά αυτή την πόρτα του παρελθόντος.
Ξεκινήσαμε τη ζωή μας από την αρχή, με ανοιχτή καρδιά και ειλικρίνεια. Πολλοί προέβλεπαν ότι δε θα κρατήσουμε, ότι ο έρωτας μας θα ήταν πυροτέχνημα. Ήδη όμως έχουμε τρία χρόνια κοινής ζωής, γεμάτα αγάπη και ευτυχία. Ξέρω πια καλά πως αξίζει να αγωνίζεσαι για το δικό σου όνειρο και να μην κοιτάς πίσω.





