Είμαι 41 χρονών και ποτέ, μα ποτέ, δεν έχω απατήσει τη γυναίκα μου. Πριν τη γνωρίσω όμως, δεν μπορώ να πω πως ήμουν κανένας Άγιος. Δεν είχα ποτέ σοβαρή σχέση, ήμουν ελεύθερος και το ζούσα σαν γνήσιος Έλληνας εργένης. Έβγαινα με μια, μετά με άλλη, Παρασκευές ραντεβού, Σάββατα πάρτι. Εξαφανιζόμουν το επόμενο πρωί χωρίς πολλά-πολλά, διότι δεν χρωστούσα λογαριασμό σε κανέναν δεν είχα υποσχεθεί τίποτα.
Δούλευα σε ηλεκτρολογικό συνεργείο στην Αθήνα και έβγαζα αξιοπρεπώς τα ευρώ μου. Μετά τη δουλειά τρέχαμε με τους φίλους στα μπαρ του Γκάζι, σε κλαμπ της Ναυαρίνου, σε γενέθλια με σουβλάκια και ρετσίνα. Μερικές φορές κοιμόμουν στο σπίτι κάποιας κοπέλας και το επόμενο πρωινό έφευγα όχι επειδή ήμουν «κακός», αλλά γιατί δεν έψαχνα κάτι σταθερό. Πάντα έλεγα, «Μην περιμένετε να δεθώ, το δέσιμο δεν είναι για μένα».
Όλα άλλαξαν εκείνη τη μέρα που γνώρισα τη γυναίκα μου. Έγινε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου έκανε πρακτική ως νοσηλεύτρια. Είχα πάει να τσεκάρω κάτι με την ηλεκτρική εγκατάσταση. Ζήτησε τη βοήθειά μου για έναν χαλασμένο πρίζα και όπως καταλαβαίνετε, αρχίσαμε τη συζήτηση. Με ρώτησε πώς με λένε, τη ρώτησα κι εγώ, γελάσαμε, και πριν φύγω μου έδωσε τον αριθμό της. Της έστειλα μήνυμα το ίδιο βράδυ όχι με το θράσος που είχα παλαιότερα, αλλά με το νευρικότητα δεκαπεντάχρονου.
Οι πρώτες μας «έξοδοι» ήταν απλές: βόλτες στο Ζάππειο, παγωτό στο Μοναστηράκι, τυρόπιτα μετά τη δουλειά. Σιγά-σιγά άρχισα να αδιαφορώ για τις άλλες γυναίκες όχι επειδή μου το ζήτησε, αλλά γιατί δεν ήθελα να σκορπίσω χρόνο και προσπάθεια αλλού. Ήξερα πως αυτή δεν ήταν «ακόμα μια».
Όταν τη ζήτησα να γίνει η κοπέλα μου, ήμουν ξεκάθαρος: «Αν ξεκινήσουμε κάτι, θα το κάνουμε σωστά. Δεν θέλω μισό-μισό». Με κοίταξε σοβαρά και είπε: «Εγώ δεν μοιράζομαι». Κι εγώ: «Ούτε εγώ». Από εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως η πίστη δεν είναι να σταματήσεις να κοιτάς άλλες γυναίκες, αλλά να κρατήσεις τον λόγο σου.
Παντρευτήκαμε χωρίς λούσα ένα διαμέρισμα στην Καισαριανή, κρεβάτι δανεικό, μικρή κουζίνα. Δουλεύαμε σαν τα σκυλιά. Εκείνη νυχτερινές βάρδιες, εγώ υπερωρίες. Δεν υπήρχε χρόνος ούτε κουράγιο για περιπέτειες. Είχαμε φουσκωμένους λογαριασμούς, κούραση και κοινές ελπίδες.
Πειρασμοί όμως υπήρχαν. Μια συνάδελφος στη δουλειά μού έστελνε μηνύματα μεσημεριάτικα. Έστελνε «τυχαίες» φωτογραφίες και μου έλεγε ότι αξίζω κάτι καλύτερο από μια εξουθενωμένη σύζυγο. Μια φορά με περίμενε στο πάρκινγκ να πάμε σε μοτέλ. Της είπα «όχι». Μπήκα στο αυτοκίνητο και γύρισα σπίτι.
Σε ένα πάρτι φίλου, μια τύπισσα, τύφλα στο μεθύσι, ήρθε και με χαϊδευε στο χέρι. Σηκώθηκα, βρήκα τη γυναίκα μου και φύγαμε χωρίς καν να λέμε αντίο. Προτίμησα να φανώ αγενής παρά να περάσω μια γραμμή που δεν σβήνει ποτέ.
Οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν. Λένε πως πριν ήμουν «ζωντανός», ενώ τώρα είμαι «βαρετός». Και ναι δεν είμαι ο ίδιος. Πριν ζούσα μόνο για μένα. Τώρα ζω με κάποιον.
Πρόσφατα, με ρώτησε ο γιος μου αν είχα άλλες γυναίκες όσο ήμουν παντρεμένος. Του είπα «όχι». Με κοίταξε έκπληκτος και είπε πως σχεδόν όλοι οι φίλοι του έχουν γονείς που χώρισαν λόγω απιστίας. Τότε κατάλαβα πως η επιλογή μου δεν αφορά μόνο τον γάμο μου, αλλά και τα παιδιά μου.
Ήμουν γυναικάς όταν ήμουν ελεύθερος κανένα χρέος, καμιά δέσμευση. Όταν όμως διάλεξα πως αυτή είναι η γυναίκα με την οποία θέλω να γεράσω, κατάλαβα ότι η πίστη δεν είναι φυλακή, αλλά καθημερινή απόφαση. Μέχρι σήμερα, δεν μετάνιωσα στιγμή που την επέλεξα.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




