Έχω παντρευτεί πολλά χρόνια, γνώρισα τον άντρα μου στο πανεπιστήμιο. Δεν γνώρισα κανέναν άλλον, τον διάλεξα και έμεινα μαζί του. Ήμουν από εκείνες τις „δεινόσαυρους” που μένουν πιστές σε έναν άντρα και δεν ρίχνουν μάτι αλλού.
Παντρευτήκαμε στο τρίτο έτος των σπουδών μας. Νέοι και άπειροι. Δεν ξέρω αν η αγάπη μας ήταν τόσο δυνατή, αλλά μάλλον ήταν, αφού ζούμε κάτω απ την ίδια στέγη τόσα χρόνια. Όλοι οι συμφοιτητές μας μάς είχαν πρότυπο, παρόλο που δεν ήμασταν το μοναδικό ζευγάρι της τάξης. Γιατί; Ίσως επειδή πάντα ήμασταν ενωμένοι, ό,τι κι αν τύχαινε.
Στο τέταρτο έτος έγινα μητέρα. Δεν παρατήσαμε τις σπουδές μας, αρκετοί καθηγητές το σεβάστηκαν και κι εμείς δεν γίναμε προκλητικοί. Με υπομονή και θέληση τελειώσαμε το πανεπιστήμιο, πήραμε τα πτυχία μας και το γιορτάσαμε. Ο άντρας μου πάντα βοηθούσε, μοιραζόμασταν τις δουλειές στο σπίτι.
Δεν μπορούσα να φανταστώ άλλον άντρα στη ζωή μου. Ο σύζυγός μου ήταν το ιδανικό μου, το άλλο μου μισό. Συμπληρώναμε ο ένας τον άλλον και τσακωνόμασταν σπάνια. Σε μια τέτοια οικογενειακή ευτυχία έπρεπε να μεγαλώνουν τα παιδιά, έτσι μετά από δυο χρόνια αποφασίσαμε να κάνουμε μια κόρη.
Γιατί όχι; Είχα στο πλευρό μου έναν φροντιστικό σύζυγο, έναν υγιή και ανεξάρτητο γιο… Μια κόρη θα συμπλήρωνε απλά την εικόνα!
Θα νόμιζε κανείς ότι είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στην Ελλάδα. Ο άντρας μου με αγαπούσε, βοηθούσε πάντα. Όσο κι αν έλειπε στη δουλειά, γύριζε σπίτι και έπαιζε με τα παιδιά, κι εγώ προλάβαινα να ασχοληθώ λίγο με τον εαυτό μου. Τίποτα δεν προμήνυε τα προβλήματα, όμως ξαφνικά παρατήρησα ότι ο άντρας μου είχε ψυχρανθεί απέναντί μου.
Άρχισε να αργεί στη δουλειά, να μου μιλάει απότομα, όλο νεύρα και ένταση. Μια μέρα, όταν τον ρώτησα «Τι έχεις;», μου απάντησε πως η δουλειά μου είναι να μαγειρεύω φασολάδα, να καθαρίζω τη μύτη των παιδιών και τα βράδια να ικανοποιώ τον άντρα μου.
Με αυτή τη συμπεριφορά, έχασα κάθε διάθεση τόσο να μπω στο κρεβάτι, όσο και να σταθώ μπροστά στην κουζίνα. Ελπίζα πως θα καταλάβει το λάθος και θα διορθωθεί, αλλά τα πράγματα μόνο χειροτέρευαν. Με τον καιρό, άρχισε να πίνει, να χάνεται τα βράδια. Αντί για τον τρυφερό πατέρα, στο σπίτι επέστρεφε ένας πραγματικός δυνάστης.
Μια μέρα γύρισε σπίτι και άρχισε να φωνάζει:
Βαρέθηκα τις φωνές των παιδιών και τη φόρμα σου την παλιά. Ποτέ δεν ήμουν περήφανος για εσένα, ούτε βάφεσαι, ούτε ντύνεσαι για μένα. Δεν θέλω να βγαίνω πουθενά μαζί σου, γιατί δεν προσέχεις τον εαυτό σου. Ζητάς μόνο ευρώ και κανείς δεν νοιάζεται για το τι θέλω εγώ!
Τηλεφώνησα στην πεθερά μου και αυτή έτρεξε να τον δικαιολογήσει, παρακαλώντας να μην πάω για διαζύγιο. Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα με τα παιδιά για ένα ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Μια φίλη με βοήθησε να γράψω την κόρη μου σε παιδικό σταθμό και βρήκα δεύτερη δουλειά. Η ζωή δύσκολη, αλλά τα βγάζουμε πέρα. Τουλάχιστον, δεν σηκώνει κανείς χέρι πάνω μας!
Στο δικαστήριο αποκαλύφθηκε πως ο άντρας μου αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Η οικογένειά του μου το είχε κρύψει επίτηδες. Μας έσπρωξαν να παντρευτούμε, γιατί ήμουν το ιδανικό ταίρι για τον «δύσκολο» γιο τους: ήσυχη και υποχωρητική. Η πεθερά μου τον έστειλε για θεραπεία στη Γερμανία, δίχως αποτέλεσμα. Μετά συνέχισε με χάπια απλώς για να φαίνεται φυσιολογικός. Τον λυπάμαι, αλλά δεν αντέχω να ζω με έναν ψυχικά ασταθή στο ίδιο σπίτι. Το σημαντικότερο όμως είναι πως η αρρώστια του δεν έχει κληρονομηθεί στα παιδιά μας.





