Για τους τελευταίους τρεις μήνες, ο αδερφός μου μου έχει κάνει συνεχώς παράπονα για τη μητέρα μας. Από τότε που έπαθε το εγκεφαλικό, δεν είναι πια η ίδια. Συχνά δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω της και χρειάζεται να είναι πάντα κάποιος μαζί της. Ουσιαστικά, χρειάζεται φροντίδα σαν να είναι μικρό παιδί. Εγώ τώρα έχω δουλειά, σπίτι, οικογένεια. Σκέφτομαι πώς να το διαχειριστώ. Της πρότεινα να την πάμε σε οίκο ευγηρίας, αλλά ο αδερφός μου άρχισε τα παράπονα, με κατηγόρησε πως δεν έχω καρδιά. Την ίδια στιγμή, αρνείται να την πάρει σπίτι του. Άλλωστε, μένει με τη γυναίκα του στο δικό της διαμέρισμα στην Κηφισιά.
Κάποτε ήμασταν δεμένη οικογένεια οι τέσσερίς μας, σαν πρότυπο ελληνικό σπίτι. Εγώ και ο αδελφός μου έχουμε μόνο έναν χρόνο διαφορά. Οι γονείς μας μάς απέκτησαν αργά στη ζωή τους. Σήμερα εγώ είμαι 36, ο Κώστας 35, η μητέρα μας Μαριάννα είναι 72. Όσο ζούσε ο πατέρας μου, όλα κυλούσαν όμορφα.
Ύστερα ο αδερφός μου έφυγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και τελικά έμεινε εκεί, παντρεύτηκε. Εγώ έμεινα στην Αθήνα, στη Νέα Σμύρνη. Στην αρχή έμενα με τους γονείς μου, αλλά μόλις παντρεύτηκα με τη γυναίκα μου Σοφία, αποφασίσαμε να νοικιάσουμε δικό μας μικρό διαμέρισμα, με σχέδια να αγοράσουμε σπίτι και να κάνουμε δικά μας παιδιά. Αυτά ήταν τα όνειρα.
Μόλις πριν δύο χρόνια πέθανε ο πατέρας μας, και από τότε η μάνα μας βυθίστηκε στη μελαγχολία. Έγινε άλλος άνθρωπος από τη θλίψη, μαράζωσε. Και όταν πριν έξι μήνες έπαθε εγκεφαλικό, νομίζαμε πως θα την χάσουμε. Μόνο χάρη στους γιατρούς του Ευαγγελισμού σώθηκε. Στην αρχή δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει καλά, ούτε να κουνήσει χέρια και πόδια. Μετά βελτιώθηκε σιγά-σιγά, αλλά η ψυχολογία της έμεινε διαλυμένη.
Οι γιατροί μάς είπαν πως κάποιες ζημιές είναι μόνιμες. Έπρεπε να φροντίζω τη μάνα μου. Επιστρέψαμε με τη γυναίκα μου στο σπίτι της μητέρας μου. Άλλαξα δουλειά δούλευα πλέον εξ’ αποστάσεως ως ελεύθερος επαγγελματίας, για να είμαι κοντά της. Δεν γινόταν να αφήσω τη μάνα μου μόνη ούτε λεπτό. Κι ας είχε ξανακερδίσει την κίνησή της, εκείνη συνέχιζε να είναι ανήσυχη, συχνά έλεγε περίεργα πράγματα, έμοιαζε χαμένη, έβγαινε έξω και δεν την βρίσκαμε, φώναζε τον πατέρα μου, έκλαιγε. Κοιμόμουν λίγο και ανήσυχα, με το φόβο μήπως φύγει. Δουλειά δεν έβγαινε δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Ο άντρας μου πρότεινε να τη βάλουμε σε οίκο ευγηρίας.
Οι τιμές ήταν πολύ υψηλές, πάνω από 1.200 ευρώ το μήνα, αλλά αν δούλευα όσο μπορούσα, έφταναν ίσα-ίσα. Και υπάρχει και ο αδερφός να βοηθήσει κι αυτός οικονομικά. Έτσι είναι το δίκαιο.
Μου πήρε καιρό να το αποφασίσω, αλλά κατάλαβα πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Πόσο ακόμη θα αντέξουμε; Στον οίκο θα έχει 24ωρη φροντίδα και ιατρική επίβλεψη. Τους επισκέφτηκα, τα έψαξα όλα. Πανάκριβο αλλά τι επιλογή είχα;
Πήρα τον αδερφό μου τηλέφωνο, του είπα τα πράγματα όπως είναι. Περίμενα να καταλάβει. Αντί γι αυτό, έκανε μεγάλη φασαρία.
«Τρελάθηκες; Να στείλεις τη μάνα μας σε οίκο ευγηρίας; Εκεί δεν είναι κανένας δικός της, τι ξέρεις αν την προσέξουν; Πώς μπορείς να είσαι τόσο αναίσθητος; Ή θες απλά να ξεφορτωθείς τη μάνα μας απ το σπίτι;» ούρλιαζε στο τηλέφωνο.
Προσπάθησα να του εξηγήσω, αλλά δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Το ένα παράπονο μετά το άλλο. Εγώ, όμως, δεν αντέχω πια. Προσπάθησα ξανά να του μιλήσω. Τίποτα.
«Εγώ δεν θέλω να κάνω τέτοιο πράγμα στη μάνα μας. Εκείνη μας μεγάλωσε, μας τάισε. Στο σπίτι μεγαλώσαμε, όχι σε ίδρυμα. Δεν παραπονέθηκε που της ήμασταν βάρος», μου είπε θυμωμένος.
«Όλο το βάρος σε μένα πέφτει», του είπα. «Αν δεν σου αρέσει, πάρ τη εσύ σπίτι σου και δείξε, λοιπόν, την καλοσύνη σου.»
«Ξέρεις πως μένω με τη γυναίκα μου στο δικό της σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Να βάλω τη μάνα μας εκεί; Πώς θα το δεχτεί η γυναίκα μου;»
«Δηλαδή εγώ και η γυναίκα μου πρέπει να φροντίζουμε τη μάνα μας, όχι εσύ;»
Θύμωσα πολύ «Κώστα, αν θες, φεύγω εγώ. Φέρ τη εσύ, κάνε το χρέος σου.»
Μου είπε πως δουλεύει ασταμάτητα, δεν μπορεί να βοηθήσει. Εγώ απλώς, λέει, ψάχνω αφορμή για να πετάξω τις ευθύνες μου.
Η ζωή μου έγινε εφιάλτης. Από τη μία γνωρίζω πως ο οίκος ευγηρίας θα ελαφρύνει τη ζωή όλων, από την άλλη νιώθω ενοχές, λες και είμαι αχάριστος γιος. Ο άντρας μου με στηρίζει. Θέλει κι εκείνος να τη βάλουμε σε οίκο. Θα την προσέξουν, θα προχωρήσουμε κι εμείς τη ζωή μας δεν γίνεται αλλιώς.
Αποφάσισα να περιμένω μια ακόμη εβδομάδα. Αν δεν αποφασίσει ο αδερφός μου, θα κάνω αυτό που πρέπει. Κανείς εύκολα δεν δίνει συμβουλές από μακριά. Μόνο όποιος έχει ζήσει το ζόρι της φροντίδας άρρωστου συγγενή ξέρει τι εστί αγώνας. Έμαθα τελικά πως ο καθένας πρέπει να ζυγίζει τις αντοχές του, να μιλάει ανοιχτά και να παίρνει δύσκολες αποφάσεις γιατί αλλιώς χάνει και τον εαυτό του.





