Η μητέρα μου θέλει να δώσει το διαμέρισμα και τα χρήματα που μου άφησε ο πατέρας μου στον γιο της!

Οι γονείς μου έζησαν μαζί μόνο για λίγο, σαν να ήταν φιγούρες που ξεγλιστρούν μέσα σε πυκνή αχλύ. Όταν ήμουν τεσσάρων, ο πατέρας μου έφυγε από το σπίτι και δεν ξαναγύρισε ποτέ ατύχημα, λένε, αλλά στις αναμνήσεις μου είναι απλώς μια σκιά που έσβησε ξαφνικά. Μου άφησε, όμως, μερικές ξεθωριασμένες φωτογραφίες παιδικές μορφές στις αμμουδιές της Νάξου και έναν λογαριασμό στην τράπεζα στο όνομά μου, που κάθε χρόνο γέμιζε με όλο και περισσότερα ευρώ, σαν μαγικό πιθάρι.
Χρόνια μετά, η μητέρα μου παντρεύτηκε ξανά έναν άνδρα με την όψη παλιού θαλασσινού από τον Πειραιά και μου χάρισε έναν αδελφό, Βαγγέλη τον φώναζαν. Παράξενο παιχνίδι της τύχης, βρέθηκα υπηρέτρια του πατριού και της μάνας μου, ταυτόχρονα νταντά του μικρού Βαγγέλη, ξεχνώντας σχεδόν τη δική μου παιδικότητα.
Όταν κοίταζα τη μάνα μου να αγκαλιάζει τον αδελφό μου, μια μαξιλαρωμένη μελαγχολία φώλιαζε στο στήθος μου. Εκείνον τον φιλούσε κάθε βράδυ, του έβαζε παραμύθια να ακούει ελληνικά παραμύθια, του αγόραζε παιχνίδια από το Μοναστηράκι, στολίδια και ρούχα καινούργια. Ο πατριός μου λάτρευε τον μοναχογιό του. Εμένα κανείς δεν μ αγαπούσε στη σκιά αυτού του ονείρου.
Κι ύστερα τα πράγματα πήραν στριφνή τροπή. Η μάνα μου και ο πατριός μου μαλώνανε συνεχώς, γινόταν φασαρίες εκείνος άρχισε να πίνει ρακές, να ουρλιάζει, κι εγώ ήμουν πάντα ο σάκος του μποξ. Ό,τι στράβωνε, σ εμένα το φορτώνανε. Ύστερα χώρισαν, σαν βάρκες που παρασέρνει η καταιγίδα.
Μόλις άνοιξα τα φτερά μου, έφυγα για σπουδές στη Θεσσαλονίκη η μητέρα κι ο αδελφός μου έμειναν στο διαμέρισμα του πατέρα μου στο Παγκράτι, λες και εκεί ήταν μια ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στα όνειρα και στη λήθη. Εγώ γυρνούσα σπάνια, γιατί δούλευα κιόλας, να τα βγάζω πέρα.
Όταν μετά από καιρό επέστρεψα, τα πράγματα είχαν γίνει ακόμα πιο αλλόκοτα, σαν σκηνές βγαλμένες από κακό όνειρο. Ξένοι νέοι κατοικούσαν στο διαμέρισμα φίλοι του αδελφού μου ενώ η μάνα μου κοιμόταν σε έναν παλιό καναπέ στην κουζίνα, στροβιλίζοντας καπνό τσιγάρου στον αέρα. Πήγα να μιλήσω μαζί τους, αλλά το όνειρο έγινε εφιάλτης. Με ξύπνησαν το πρωί και με ανάγκασαν να πάω στην τράπεζα να σηκώσω το ποσό της κατάθεσης που μου άφησε ο πατέρας μου. Ο Βαγγέλης είχε χάσει όλα του τα λεφτά στο τάβλι· στο όνομά μου όμως ξοδεύονταν.
Ήταν λες κι επέστρεφα πάλι στο σώμα της μικρής παραγκωνισμένης κόρης, μαριονέτας σε ξένες βουλές.
Το παράξενο ήταν πως είχα έρθει για να τους πω τα ευχάριστα νέα της εγκυμοσύνης μου, ελπίζοντας να γίνουμε και πάλι οικογένεια. Αντί για θαλπωρή όμως, βρήκα αδιέξοδο. Τους ανακοίνωσα πως ήρθε η ώρα να μαζέψουν τα πράγματά τους και να πάνε στη γιαγιά στο χωριό, σ ένα σπιτάκι έξω από τα Μεσόγεια το διαμέρισμα ήταν δικό μου κι ήθελα επιτέλους να ανασάνω.
Η μάνα και ο αδελφός μου με κοίταξαν και βάλαν τα γέλια, όπως γελούν όσοι θεωρούν πως τα όνειρα των άλλων είναι αστειότητες. Αυτό επιβεβαίωσε την απόφασή μου. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία οι αστυνομικοί, σαν φιγούρες γκρίζες, τους βοήθησαν να μαζέψουν τα μπαγκάζια τους και να φύγουν. Μαζί με τον αρραβωνιαστικό μου αλλάξαμε τις κλειδαριές, βάλθήκαμε να πουλήσουμε το παλιό διαμέρισμα για να αγοράσουμε καινούργιο σε μια ήσυχη γειτονιά, κάπου μακριά από τις φωνές και τα παλιά φαντάσματα. Ταυτόχρονα, άλλαξα και τα στοιχεία του τραπεζικού μου λογαριασμού, γιατί η μάνα μου είχε ήδη προσπαθήσει να βάλει χέρι στα λεφτά.
Είμαι βέβαιη πως αν κάπου με βλέπει ο πατέρας μου ίσκιος κάτω από πεύκο σε αιγαιοπελαγίτικο νησί θα συμφωνεί πως αυτό ήταν το καλύτερο για εμένα.

Oceń artykuł
Η μητέρα μου θέλει να δώσει το διαμέρισμα και τα χρήματα που μου άφησε ο πατέρας μου στον γιο της!