Φάε. Η Μόνικα είναι αυτή που δεν το τελείωσε.

Η αδερφή μου έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό. Υπερβάλλει συνεχώς τον γιό της και θεωρεί πως όλοι γύρω της πρέπει να μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα που έχει εκείνη. Μα αυτό προφανώς δεν συμβαίνει.

Το παιδί της είναι μόλις πέντε χρονών. Δεν έχω απολύτως τίποτα με το παιδάκι όλοι τον αγαπάμε, εννοείται, όπως κάθε συγγενή, αλλά μέχρι εκεί. Έχουμε κι εμείς τα δικά μας παιδιά και τις έγνοιες μας.

Η αδερφή μου, όμως, έχει πείσει τον εαυτό της πως η κόρη της είναι μοναδικό πλάσμα. Πρέπει να της μιλάμε λες και είναι αγγελούδι. Και φυσικά, μιας και τα αγγελούδια δεν κάνουν λάθη, όλα όσα κάνει αυτή η αγγελίνα πρέπει να τα συγχωρούμε.

Τέλος πάντων, αυτό τουλάχιστον θέλει εκείνη. Γι αυτό, όταν μας επισκέπτεται κανείς δεν τρελαίνεται στη χαρά, για να πω την αλήθεια. Και για να πάμε εμείς στο σπίτι της, το ίδιο άβολο είναι. Τυχαίνει όμως να δουλεύουμε και στην ίδια εταιρεία. Έτσι, είχα κάποιο λόγο να πάρω τηλέφωνο.

Έλα από το σπίτι, μου λέει στο τηλέφωνο. Θα σου φτιάξω την αγαπημένη σου ομελέτα. Στη μία σε περιμένω.

Να πω την αλήθεια, μαγειρεύει καταπληκτικά, ειδικά την περίφημη ομελέτα της.

Σε λίγο έρχομαι, της απάντησα κοφτά και το κλεισα.

Άρχισα να ψάχνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. Είπα να κάνω μια στάση στο φούρνο στη Λεωφόρο Κηφισίας, να πάρω και μερικά κουλουράκια. Χωρίς τσάι δεν πάει. Πήγα λοιπόν, και καθώς φτάνω βλέπω την αδερφή μου να ταΐζει το παιδί της και μου κάνει νόημα να καθίσω μαζί τους στο τραπέζι. Κάθομαι κι εγώ, ξεκινά η κουβέντα, και ξαφνικά μου λέει:

Φάε, και δίνει μια πιατέλα με μια ομελέτα που άφησε στη μέση. Η Δανάη δεν την τελείωσε.

Εκεί με έπιασαν τα νεύρα μου:

Δεν υπάρχουν καθαρά πιάτα σ αυτό το σπίτι; ρώτησα όσο γινόταν πιο ήρεμα.

Η Δανάη μου είναι το πιο καθαρό παιδί. Και τα χεράκια της πάντα πεντακάθαρα, απαντάει σφιχταγκαλιάζοντας την κόρη της, που έσκαβε τη μύτη της εκείνη τη στιγμή.

Εκεί τελείωσε για μένα, και δεν ξαναπήγα ποτέ μεσημεριανό στου σπιτιού της.

Εσύ στη θέση μου, τι θα έκανες;Κι όμως, όσο περνούσε ο καιρός, κάτι παράξενο άρχισε να μου λείπει. Όχι η ομελέτα έχω μάθει πια να φτιάχνω μια χαρά μόνος μου. Ούτε οι ατελείωτες συζητήσεις περί αγγελιοφόρων και τελειότητας αυτές θα μπορούσα να τις κάνω και δίχως την αδερφή μου. Μου έλειπε η ίδια η αδερφή μου, αυτή που κάποτε γελούσε μαζί μου για αστεία μικρά, που νοιαζόταν για τους πάντες χωρίς να χρειάζεται να το δείξει. Κι αν και το πείσμα της καλά κρατεί ακόμα, ήξερα πως κάτω απ όλα αυτά υπάρχει μια αγάπη παντοτινή, μπερδεμένη μέσα μ ένα σωρό λοξές πεποιθήσεις και ανορθόδοξες μαγειρικές.

Ένα απόγευμα πήρα το θάρρος και της τηλεφώνησα. Δεν ανέφερα ούτε ομελέτες, ούτε Δανάες, ούτε τίποτα από τα συνηθισμένα. Της είπα μόνο πως ήθελα να πιούμε έναν καφέ κάπου αλλού αυτή τη φορά, εκτός του σπιτιού της. Το δέχτηκε μετά από μια μικρή σιωπή, κι εκεί, ανάμεσα σε δυο κούπες και μια βιαστική μπουκιά κρουασάν, γελάσαμε ξανά σαν παιδιά. Δεν άλλαξαν οι συνήθειές της, ούτε εγώ τις δικές μου. Μα πάψαμε για λίγο να προσπαθούμε να φτιάξουμε ο ένας τον άλλο στα δικά του καλούπια, κι ίσως αυτό ήταν το πρώτο βήμα για κάτι απροσδόκητα ωραίο: να αποδεχτούμε την ατέλεια ο ένας του άλλου σαν μια ομελέτα, που έστω και αν δεν έμεινε μισοφαγωμένη, ήταν τελικά καλύτερη όταν τη μοιραζόμασταν απ την αρχή.

Oceń artykuł
Φάε. Η Μόνικα είναι αυτή που δεν το τελείωσε.