Μία κόρη για δύο μαμάδες
Η αγάπη ανάμεσα στην Ελένη και τον Κωνσταντίνο άναψε αμέσως, από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν. Μετά από ένα μήνα σχέσης, ο Κωνσταντίνος την κοίταξε στα μάτια και της είπε:
– Ελένη, θέλω να γίνεις η γυναίκα μου εκείνη έμεινε άφωνη.
– Τι; Τι σημαίνει να γίνω γυναίκα σου; Έχουμε βγει μόλις έναν μήνα!
– Και τι μ αυτό; Αυτός ο μήνας μου έφτασε για να καταλάβω πως είσαι η μοίρα μου Δεν υπάρχει άλλη για μένα, μόνο εσύ
– Κωνσταντίνε, συμφωνώ είπε χαμογελώντας γλυκά και τον αγκάλιασε.
– Κόρη μου, μήπως βιάστηκες; ρωτούσε η μητέρα της Ελένης για την απόφαση, μήπως είσαι έγκυος;
– Μαμά, τι λες; Όχι, απλώς ο Κωνσταντίνος είπε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα, κι εγώ το ίδιο Έχουμε μεγάλη αγάπη, μαμά.
Σύντομα, όσοι είχαν απορήσει για τον γρήγορο γάμο, κατάλαβαν πως αυτοί οι δύο ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Όλα πήγαιναν καλά, όλοι έβλεπαν πόσο τρυφερός ήταν ο Κωνσταντίνος με τη γυναίκα του, κι εκείνη τον αγαπούσε και τον φρόντιζε.
Η αγάπη τους ήταν αληθινή και ειλικρινής, αλλά υπήρχε ένα εμπόδιο που σκιές το ευτυχία τους. Και οι δύο λαχταρούσαν να αποκτήσουν παιδιά, όμως η πολύμενη εγκυμοσύνη δεν ήρθε ποτέ.
– Κωνσταντίνε, πρέπει να κάνουμε εξετάσεις, ίσως υπάρχει λόγος που δεν μπορώ να μείνω έγκυος.
– Συμφωνώ, είπε αμέσως ο σύζυγος.
Πόση ελπίδα, πόσοι γιατροί, ταξίδια και προσευχές, αλλά όλα ήταν μάταια. Η Ελένη δεν κατάφερε να μείνει έγκυος.
– Ελένη, σκέφτηκα μήπως να πάμε σε ένα ίδρυμα, να πάρουμε ένα παιδάκι και να το μεγαλώσουμε σαν δικό μας πρότεινε διστακτικά ο Κωνσταντίνος.
– Συμφωνώ ξεστόμισε η Ελένη, που το ήθελε καιρό αλλά φοβόταν πως εκείνος θα ήταν αντίθετος. Το έχω σκεφτεί κι εγώ
– Τότε ας πάμε είπε ο Κωνσταντίνος ξέρω ένα ίδρυμα, όταν γυρίζω από τη δουλειά περνάω από μπροστά και το είχα σκεφτεί.
Όταν πήγαν μαζί, εκεί ανάμεσα στα διστακτικά και κουρασμένα παιδιά, μία τρίχρονη με ανοιχτά μαλλιά και γαλανά μάτια έτρεξε στην Ελένη, την αγκάλιασε και φώναξε:
– Μαμά! η γυναίκα δεν μπορούσε να την αποχωριστεί.
Έτσι βρέθηκε σπίτι τους η μικρή Λυδία, ένα ζωηρό κοριτσάκι, το γέλιο της ξυπνούσε όλη τη γειτονιά. Η Ελένη ένιωσε πραγματικά ευτυχισμένη, τα μητρικά συναισθήματά της ήρθαν στην επιφάνεια για πρώτη φορά. Αγαπούσε πολύ τη Λυδία. Κι ο Κωνσταντίνος τη λάτρευε.
Όλα πήγαιναν καλά, ζούσαν στο χωριό, όπου όλοι ήξεραν ο ένας τον άλλον. Φυσικά, οι γείτονες ήξεραν ότι η Λυδία ήταν υιοθετημένη. Όσο ήταν μικρή δεν υπήρχαν προβλήματα. Όταν μεγάλωσε, πήγαινε πια στο σχολείο, κάποιος της είπε ότι δεν είναι βιολογική κόρη.
Η Λυδία ήταν δεκατεσσάρων, γύρισε σπίτι και ξέσπασε.
– Μαμά, γιατί δεν μου είπατε ποτέ ότι δεν είμαι δικό σας παιδί; Ξέρω πως με πήρατε από το ίδρυμα
– Κόρη μου, ησυχία Θέλαμε να στο πούμε όταν μεγαλώσεις, για να μην το πάρεις τόσο βαριά. Τώρα όμως, αφού κάποιοι σου το είπαν Πάντα το φοβόμασταν αυτό.
Η Λυδία έκλαψε, φώναξε, μετά κλείστηκε στον εαυτό της και έγινε απότομη. Σ αυτήν την ηλικία, όλα τα παιδιά ψάχνουν τον δρόμο τους. Μιλούσε άσχημα στους γονείς της, χτυπούσε πόρτες, μιλούσε δυνατά.
Κι εκεί που όλα ήταν δύσκολα, συνέβη το αναπάντεχο. Ο Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε τροχαίο. Η Ελένη έμεινε άφωνη, ο άντρας της σκοτώθηκε όταν γύριζε από το κέντρο μαζί με έναν συνάδελφο, μέρες πριν την Πρωτοχρονιά, μέσα σε χιονοθύελλα.
Ο Κωνσταντίνος έλειπε συχνά σε ταξίδια, και αν αργούσε, έστελνε κάρτα τότε δεν υπήρχαν κινητά. Μετά τον χαμό του, η Ελένη ήταν σαρανταέξι χρονών. Αντί να την στηρίξει η Λυδία, εκείνη έγινε ακόμα πιο άγρια. Έφευγε από το σπίτι, δεν άκουγε τη μητέρα της, ξεσπούσε.
Η Ελένη προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις να βρει κοινή γλώσσα με τη κόρη της, έκλαιγε, παρακαλούσε, μα ποτέ δεν σήκωσε τη φωνή. Έτσι ζούσαν μαζί, με τη Λυδία να μεγαλώνει γρήγορα. Μια μέρα, τελειώνοντας το σχολείο, είπε:
– Θα φύγω για την πόλη, είπε αποφασισμένη.
Η Ελένη σήκωσε τα κουρασμένα μάτια της, κρατώντας ένα πανί.
– Για να σπουδάσεις, κόρη μου;
– Όχι, θα ψάξω να βρω την βιολογική μου μητέρα
Η Ελένη ένιωσε αγωνία, ρώτησε αμήχανα:
– Γιατί, Λυδία; Δεν είμαι εγώ η μητέρα σου;
Η Λυδία κοίταξε έξω από το παράθυρο, σιωπηλή.
– Πρέπει να τη βρω. Το έχω ανάγκη, μαμά. Πρέπει να μάθω γιατί με άφησε, γιατί με εγκατέλειψε. Δικαιούμαι να ξέρω.
– Δικαιούσαι, κόρη μου, συμφώνησε η Ελένη, καταλαβαίνοντας ότι δεν θα την σταματούσε.
Η Λυδία, σχεδόν δεκαεννιά, γρήγορα μάζεψε τα λίγα πράγματα της, φίλησε τη μητέρα της στο μάγουλο, υποσχέθηκε πως θα έρχεται πού και πού. Η Ελένη την κοίταξε με λαχτάρα καθώς η κόρη της έφευγε για το λεωφορείο. Έμεινε μόνη.
Ο χρόνος περνούσε αργά. Η Ελένη, πια συνταξιούχος, τις μακριές χειμωνιάτικες βραδιές ξεφύλλιζε τις κάρτες του Κωνσταντίνου, που φυλούσε σε ένα παλιό κουτί δεμένο με κορδέλα. Δεν ήταν πολλές. Η τελευταία, με κλαδιά ελάτης, κιτρινισμένη, έγραφε: «Ελενάκι, θα αργήσω τρεις μέρες, μου λείπεις και σε φιλάω, ο Κωνσταντίνος σου».
Η Ελένη χάιδεψε την κάρτα, την κράτησε στο στήθος σαν να αγκαλιάζει τον άντρα της. Πέρασαν πολλά χρόνια και άλλαξαν πολλά. Σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια από τότε.
Καθόταν στο παράθυρο περικυκλωμένη από αναμνήσεις. Είχε μεγαλώσει, παλιά καθόταν στη πλατεία με τις γυναίκες του χωριού, τώρα σπάνια έβγαινε, μόνο πήγαινε στο μπακάλικο.
Τα παράθυρα κλειστά, το γραμματοκιβώτιο άδειο, και στο σπίτι σιωπή. Χαρά γέμιζε το σπίτι όταν έρχονταν η Λυδία με τα παιδιά. Αλλά αυτό συνέβαινε σπάνια. Στο κομοδίνο ήταν μια φωτογραφία του Κωνσταντίνου που κρατά τη μικρή Λυδία στην αγκαλιά του, και οι δύο χαμογελούσαν.
– Αχ, Κωνσταντίνε, νωρίς έφυγες και με άφησες μόνη, μονολογούσε η Ελένη. Έμεινα τελείως μόνη.
Μόνο ο γάτος της, ο Αλέκος, διακοπεί τη σιωπή, πηδάει απ το παράθυρο και νιαουρίζει. Η Ελένη τον τάισε, ήπιε το τσάι της, αποφάσισε να πάει στο μπακάλικο. Πριν βγει, κοίταξε τη φωτογραφία.
Έπινε το τσάι της όταν κάποιος χτύπησε την αυλόπορτα. Θυμήθηκε πάλι πως η Λυδία έφυγε για να βρει τη βιολογική της μαμά. Ζούσε ξανά εκείνο το πρωινό, την ήσυχη μέρα. Φορούσε τη ζακέτα της, βγήκε στην αυλή, άνοιξε την πόρτα και είδε μπροστά της μια γυναίκα, πολύ νεότερη.
– Καλημέρα Είστε η Ελένη, τη ρώτησε νευρικά.
– Ναι, ποια είστε;
Η άγνωστη γυναίκα δίσταζε.
– Είμαι η μητέρα της Λυδίας δηλαδή η άλλη μαμά, η βιολογική Με λένε Βάσω Τέλος πάντων, καταλάβατε
Η Ελένη πάγωσε. Μόλις πριν λίγο καιρό είχε φύγει η Λυδία και τώρα στεκόταν μπροστά της η βιολογική μητέρα, αλλά πώς τη βρήκε;
– Μήπως έγινε κάτι με τη Λυδία που είστε εδώ; ρώτησε ανήσυχα η Ελένη, την βρήκε τελικά
Η Βάσω μίλησε γρήγορα:
– Η Λυδία είναι στο νοσοκομείο Στην πόλη, έχει κάποιο πρόβλημα με το στομάχι Περπατούσαμε στη πλατεία, πιάστηκε, κάθισε σε ένα παγκάκι, χλωμιάστηκε, και κάλεσα ασθενοφόρο.
Κοιτάχτηκαν σιωπηλές.
– Με είχε βρει καιρό τώρα η Λυδία, αλλά φοβόταν να σας το πει είπε κλαίγοντας η Βάσω.
– Α, τι στεκόμαστε έξω; Ελάτε μέσα είπε η Ελένη, περάστε.
Έβαλε ζεστό τσάι στη Βάσω, κι εκείνη είπε:
– Ήμουν πολύ νέα όταν γέννησα τη Λυδία. Οι γονείς μου ήταν πολύ αυστηροί και με ανάγκασαν να δώσω το παιδί. Ο αρραβωνιαστικός μου μόλις έμαθε ότι είμαι έγκυος εξαφανίστηκε, οι γονείς μου απείλησαν να με διώξουν. Υπέγραψα στην κλινική Πολλά χρόνια ζούσα με τύψεις Αλλά τώρα δεν είναι ώρα για αυτό Η Λυδία θέλει να έρθετε στο νοσοκομείο.
Η Ελένη πετάχτηκε όρθια.
– Γιατί δεν μου τηλεφώνησε;
– Της έκλεψαν το κινητό, μάλλον μαζί με τη τσάντα. Ήρθαν γρήγορα οι νοσοκόμοι, πήραν τη Λυδία και όταν γύρισα, η τσάντα είχε φύγει
– Θεέ μου, το παιδί μου ψιθύρισε η Ελένη.
– Μου έδωσε τη διεύθυνσή σας, μου είπε: «Βρες την μαμά μου».
Κοίταξαν η μία την άλλη, χωρίς αντιπάθεια, μόνο αγωνία και κούραση.
– Πάμε, είπε η Ελένη, κλείδωσε σπίτι, γρήγορα να πάμε.
Ο παλιός λεωφορείο προχωρούσε αργά, αρχικά σιωπηλές μα σε λίγο μίλησαν.
– Κι εγώ μόνη είμαι αναστέναξε η Βάσω, ο άντρας μου πέθανε πριν τρία χρόνια, ήταν πολύ άρρωστος. Ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω άλλο παιδί. Ξέρω ότι είναι τιμωρία για αυτό που έκανα, που άφησα τη κόρη μου.
– Έχουμε μόνο τη Λυδία… είπε η Ελένη.
– Έτσι ακριβώς Μία κόρη για δύο μαμάδες… απάντησε θλιμμένα η Βάσω.
Στο νοσοκομείο τους ρώτησαν:
– Για ποιον ήρθατε;
– Για τη Λυδία Παπαδοπούλου, απάντησαν μαζί.
– Και ποια είστε για εκείνη;
– Μαμάδες είπαν πάλι μαζί και χαμογέλασαν μεταξύ τους.
– Δύο μαμάδες; Εντάξει, περάστε
Η Λυδία, χλωμή, ξαπλωμένη με ορό, όταν τις είδε χαμογέλασε.
– Μαμά και μαμά ψιθύρισε.
Ελένη τη φίλησε πρώτη.
– Ήσυχα, κόρη μου, είμαι εδώ είπε η Βάσω και κάθισε δίπλα της.
– Τώρα όλα θα πάνε καλά, δεν είσαι μόνη, είπε η Βάσω, στρώνοντας το πάπλωμα.
Κάθισαν πολλή ώρα μαζί της, μίλησαν για πολλά.
Έκτοτε η Λυδία είχε δύο μαμάδες, αργότερα απέκτησε σύζυγο και δύο αγόρια. Για την Ελένη και τη Βάσω, ήταν πάντα μία κόρη για δύο μαμάδες, κι όλες οι οικογένειες μαζεύονταν κάποιες φορές.
Αν η ζωή σε χτυπήσει δυνατά, η αγάπη σε ανταμείβει διπλά. Η οικογένεια δεν είναι πάντα θέμα αίματος, αλλά καρδιάς. Η ευτυχία γεννιέται εκεί όπου υπάρχει αποδοχή και καλοσύνη.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




