Φίλοι μας παρακάλεσαν να έρθουν μαζί μας στο ταξίδι με το αμάξι μας, υποσχέθηκαν ότι θα συνεισφέρουν στα έξοδα. Όταν φτάσαμε, μας είπαν: «Έτσι κι αλλιώς θα πηγαίνατε»

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Όλα ξεκίνησαν τόσο απλά, όπως κάθε καλοκαιρινό πλάνο που κάνουμε με τη Μαρία. Ο παλιός μας Nissan Qashqai, ο χάρτης της διαδρομής για τη Μάνη, πάνω από χίλια χιλιόμετρα να μας χωρίζουν απ τη θάλασσα του Νότου, και το γλυκό εκείνο αίσθημα ελευθερίας που μόνο το αυτοκίνητο σου χαρίζει. Διαλέγεις πού σταματάς, πού πας, πότε ξεκουράζεσαι. Μακριά από δρομολόγια λεωφορείων, κλασμένα βαγόνια, καθυστερημένες πτήσεις και νεύρα.

Κι όμως, αυτήν τη φορά, κάναμε το μοιραίο λάθος αναφέραμε τυχαία τα σχέδιά μας μπροστά σε κόσμο.

Ήταν σε μια παρέα πάνω στη βεράντα της Ειρήνης, με σουβλάκια, σαλάτες και μπύρες. Μίλησα απρόσεχτα πως αναχωρούμε για Πελοπόννησο σε δυο βδομάδες και πάντα με το αυτοκίνητό μας.

Α, τι ημερομηνία; πετάχτηκε γεμάτος ενδιαφέρον ο Ανδρέας, με την Εύα να τον στηρίζει δίπλα του.

Γνωστοί, όχι φίλοι καρδιακοί, αλλά συμπορεύτηκε η παρέα κάμποσες φορές.

Στις δεκαπέντε του μήνα φεύγουμε, είπα εγώ, χωρίς να προβλέψω τι θα ακολουθήσει.

Τέλεια, εκείνες τις μέρες ξεκινάει και η άδειά μας! Θα ερχόμαστε έτσι κι αλλιώς για Καλαμάτα, είχαμε πει με τρένο μιας και εισητήρια δεν υπάρχουν, μόνο κάτι random δίπλα στη τουαλέτα. Να έρθουμε μαζί; Οδήγημα πιο όμορφο, βενζίνες μισές. Είμαστε ήσυχοι, δεν θα σας πρήξουμε.

Έριξα ματιά στη Μαρία και τα μάτια της φώναζαν «όχι». Άρχισα τα μισόλογα γεμάτο το αμάξι, κινούμαστε αργά, όλο σταματάμε.

Ε, μωρέ, ένα βαλιτσάκι μόνο έχουμε, επέμεινε ο Ανδρέας. Σε χρήματα το λες και κελεπούρι. Η βενζίνη φτάνει 2 ευρώ το λίτρο, τουλάχιστον έτσι γλυτώνουμε τα μισά. Βοήθα, δεν είμαστε ξένοι πια.

Και ενδώσαμε. Το επιχείρημα της οικονομίας έγειρε τη ζυγαριά και η αμηχανία του να πεις όχι κατάμουτρα. Αυτή η χαρακτηριστική μας αδυναμία, που τελικά μας κόστισε.

«Θέλεις ήσυχο ταξίδι; Μη λυπάσαι να πεις όχι»

Στις 5 το πρωί τους περιμέναμε κάτω από την πολυκατοικία. Βαλίτσες, νερά, ρίχτες, εργαλεία, κουβέρτες όλα στην τρίχα. Ο Ανδρέας με την Εύα ήρθαν με καθυστέρηση σαράντα λεπτών.

Α, το ταξί αργούσε, απάντησε η Εύα, σύροντας μια βαλίτσα που έμοιαζε μικρό ψυγείο και άλλες σακούλες με κεφτεδάκια και τυρόπιτες.

Είχαμε πει λίγα πράγματα, αγανάκτησα.

Έλα μωρέ, είναι κορίτσι, πρέπει να αλλάζει. γέλασε ο Ανδρέας.

Αρχίσαμε το παιγνίδι του βρες χώρο, να χωρέσουν όλα.

Μια ώρα μετά ξεκίνησαν τα μαρτύρια: στη μισή διαδρομή, η Εύα ήθελε το κλιματιστικό στο φουλ. Σε δέκα λεπτά ο Ανδρέας πάγωσε. Η μουσική που παίζαμε, ξενέρα. Κάθε τόσο: μπορούμε να σταματήσουμε για τουαλέτα;, θέλω καφέ, νιώθω τα πόδια μου. Μέχρι και για τσιγάρο.

Το πλάνο μου να περάσουμε τα δύσκολα σημεία πριν το μποτιλιάρισμα κατέρρευσε. Αντί για δυο τρία μεγάλα διαλείμματα, σταματούσαμε σαν ταξί.

Η κορύφωση ήρθε στο βενζινάδικο. Έβαλα ρεζερβουάρ γεμάτο 120 ευρώ. Γυρνάω στο αμάξι, ο Ανδρέας τρώει χοτ ντογκ.

Τι λέτε, να βάλουμε τα λεφτά για τη βενζίνη; ρώτησα σιγανά.

Θα τα βρούμε όλα στο τέλος του ταξιδιού, μην το κάνουμε θέμα τώρα, απάντησε αδιάφορα.

Με ενόχλησε, αλλά η Μαρία μου ψιθύρισε μη το αρχίσεις, θα τα δώσουν στο τέλος. Πλήρωσα και τα διόδια, ούτε που ρώτησαν πόσα.

Μόνο τα δικά τους φαγώσιμα είχαν, τα ψίχουλα παντού. Ζήτησα προσοχή: ήρθα αντιμέτωπος με χαμόγελα. Έλα ρε, αμάξι είναι, ένα καλό καθάρισμα θα τα λύσει όλα.

Φτάσαμε στη Μάνη κατάκοποι, όχι από τον δρόμο, αλλά από την παρέα.

«Μα αφού απλώς είμασταν μαζί»

Το πρωί, στο κοινό κουζινάκι του ξενώνα, πήρα μπλοκάκι και όλα τα έξοδα. Λοιπόν, είπα, Βενζίνη και διόδια βγήκαν 250 ευρώ. Μισάμισά, δηλαδή 125 από εσάς.

Ο Ανδρέας πνίγηκε στο τσάι, η Εύα άνοιξε διάπλατα τα μάτια.

Τόσα πολλά; Σοβαρολογείς;

Ακριβώς, ήταν η συμφωνία εξ αρχής.

Ανδρέας: «Ρε συ, εσύ έτσι κι αλλιώς θα πήγαινες. Τα λεφτά αυτά θα τα χάλαγες χωρίς εμάς. Εμείς γεμίσαμε κενές θέσεις, τέλος».

Άρχισα να νευριάζω. «Το συζητήσαμε. Έχω φάει την ταλαιπωρία, τα δικά σας πραγματάκια, τις στάσεις σας. Ήταν μέρος της συμφωνίας!»

Η Εύα: «Μα έλα τώρα, μια χαρά περάσαμε, χιούμορ είχε, κουβέντα είχε, για φίλους μιλάμε. Αν θες λεφτά, να βρίσκαμε blablacar με λιγότερα».

Η Μαρία δεν άντεξε: «Οποιοσδήποτε άλλος, θα σας άφηνε στον δρόμο με τόση γκρίνια και βρωμιά».

Ο Ανδρέας το έκλεισε: «Το πολύ να μαζέψουμε 2030 ευρώ, τυπικά. Αλλά μισόμισό είναι αστείο.»

Σηκώθηκα: «ΟΚ, τίποτα δεν θέλω. Σκεφτείτε ότι σας φιλοξένησα. Αλλά στον γυρισμό, βρίσκετε μόνοι σας μεταφορικό.»

Ξεσηκώθηκαν: «Τι εννοείς; Δεν υπάρχουν εισητήρια! Συμφωνήσαμε για να γυρίσουμε όλοι!»

«Συμφωνήσαμε για εξίσου έξοδα. Καλή διαμονή!»

Τις υπόλοιπες δέκα ημέρες, ελάχιστα διασταυρωθήκαμε μια κουβέντα στην παραλία κι από μακριά. Την τελευταία μέρα, sms απ τον Ανδρέα: «Έλα, μην επιμένεις. Θα δώσουμε 60 ευρώ πήγαινεέλα. Έλα να φύγουμε κανονικά. Η Εύα δεν αντέχει τα λεωφορεία».

Δεν απάντησα.

Μαζέψαμε ήσυχα, βάλαμε μουσική, ετοιμάσαμε καφέ φύγαμε με την αυγή. Το ταξίδι πίσω; Απόλαυση: καμία φασαρία, ακριβώς ό,τι θέλαμε.

Αργότερα έμαθα από φίλους πώς με παρουσιάζουν κακός, παράτησε τους φίλους του. Εκείνοι πήραν ΚΤΕΛ, με ταλαιπωρία, τα ξόδεψαν τα διπλά.

Αλλά, κέρδισα ένα πράγμα: εμπειρία. Από τότε, όταν ακούω «πάτε εκδρομή, να μας πάτε;», απαντώ χαμογελώντας, ευγενικά αλλά σταθερά: «Συγγνώμη, προτιμάμε τις διαδρομές μας οι δυο μας».

Oceń artykuł
Φίλοι μας παρακάλεσαν να έρθουν μαζί μας στο ταξίδι με το αμάξι μας, υποσχέθηκαν ότι θα συνεισφέρουν στα έξοδα. Όταν φτάσαμε, μας είπαν: «Έτσι κι αλλιώς θα πηγαίνατε»