Άκου να σου πω τι έγινε με τη Μαρία και το πώς της γύρισε όλος ο κόσμος ανάποδα, αλλά στο τέλος βγήκε θεά. Ειλικρινά, η ζωή της θα μπορούσε να είναι σενάριο για ελληνική σειρά.
«Κοίτα στον καθρέφτη σου, ποιος θα σε θέλει στα πενήντα οχτώ σου;», της είπε ο άντρας της, ο Νίκος, μια μέρα που ετοιμαζόταν να φύγει. Έκλεινε με σοβαροφάνεια το λουράκι από το ακριβό του ρολόι, το ίδιο που του είχε χαρίσει η Μαρία για τα τριάντα χρόνια γάμου τους. Ρεπόρτερ να ήσουν, θα έλεγες τι παίζει εδώ πέρα.
«Πηγαίνω στη Δανάη», είπε, κουνώντας το κεφάλι του χωρίς να τη βλέπει κατάματα. Την έβλεπε στο είδωλο του παράθυρου, όχι εκείνη μπροστά του, αλλά έναν άλλο Νίκο ξέρεις, φρέσκο, γοητευτικό, νεώτερο.
«Είναι τριανταδύο. Είναι ζωντανή, το καταλαβαίνεις;», πέταξε την ατάκα, λες και μιλούσε για καφέ και όχι για άλλη γυναίκα. Η Μαρία στον καναπέ, να νιώθει τον αέρα στο σπίτι να γίνεται βαρύς, κολλώδης, σα μελόδραμα ταβέρνας.
«Μετά από τριάντα χρόνια έτσι;» ψιθύρισε με φωνή άλλη, όχι της Μαρίας που ήξεραν.
Ο Νίκος επιτέλους γύρισε και την κοίταξε. Ούτε μια στάλα ενοχή, ούτε λύπη. Ψυχρός, υπεροπτικός, λες και τελείωνε ένα συμβόλαιο.
«Τι ήθελες δηλαδή, φωνές και πιάτα στον τοίχο; Δεν είμαστε παιδιά, Μαρία. Πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε», της είπε, λες και έκλεινε επαγγελματική πρόταση.
Πήρε τη δερμάτινη τσάντα του με κινήσεις μελετημένες σίγουρα το είχε σκεφτεί πολλές μέρες πριν. «Όλα δικά σου, το σπίτι να το κρατήσεις· το αυτοκίνητο το παίρνω. Σου άφησα αρκετά χρήματα στην τράπεζα. Θα ζήσεις καλά, φρόντισα εγώ.»
Έκανε να φύγει, αλλά πριν βγει της έριξε μια ματιά, πάνω-κάτω λες και ήταν εμπόρευμα στο ράφι που το ξεγράφεις. «Κοίτα τον εαυτό σου. Ποιος θα σε θέλει στα πενήντα οχτώ σου;» Και έφυγε, με μια απαλή αλλά τελεσίδικη πόρτα που έκλεισε πίσω του.
Η Μαρία έμεινε να στέκεται στη μέση του σαλονιού. Ούτε ένα δάκρυ. Τα δάκρυα φάνταζαν φτηνά και ξένα. Στην καρδιά της όμως φούντωνε κάτι καινούργιο, ένα καυτό κύμα ηρεμίας.
Πήγε προς το κάδρο με τη φωτογραφία του γάμου τους. Τριάντα χρόνια πριν. Χαρούμενοι, διπλά σίγουροι πως θα είναι πάντα μαζί. Δεν σκέφτηκε πολύ, το κατέβασε από τον τοίχο, προσπάθησε να το βάλει στην αποθήκη, αλλά γλίστρησε και έσκασε με θόρυβο στο πάτωμα. Το τζάμι έσπασε ακριβώς πάνω στο πρόσωπό της, κόβοντάς το στη μέση τόσο ποιητικό, αν το σκεφτείς.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό. Δυνατά, επίμονα.
Η Μαρία κοίταξε τη σπασμένη φωτογραφία, μετά στο κινητό. Δεν σταματούσε να χτυπάει. Τελικά το σήκωσε.
«Καλημέρα, κυρία Μαρία. Από την γκαλερί Κληρονομιά. Έχουμε κακά νέα. Ο κύριος Νίκος διέκοψε όλες τις συμβάσεις σήμερα και άδειασε τους λογαριασμούς. Η γκαλερί σας χρεωκόπησε.»
Άφησε το τηλέφωνο αργά στο τραπέζι. Ένα χτύπημα για το σπίτι, ένα για τη δουλειά. Ο Νίκος δεν έφυγε απλώς ανατίναξε ό,τι είχε χτίσει η ίδια.
Η γκαλερί της δεν ήταν μια δουλειά απλή. Ήταν παιδί της, δημιούργημά της, γεννημένο από το πάθος της για την τέχνη. Ξέρεις, κάποτε ο Νίκος είχε βάλει τα λεφτά για να την ανοίξει, βάζοντας τα χαρτιά στο όνομά του «Έτσι είναι πιο εύκολο, μωρό μου, με τον Εφορία και όλα αυτά», της είχε πει. Και φυσικά, τον πίστεψε. Πάντα τον πίστευε.
Το πρώτο ένστικτο της ήταν να τον καλέσει να του θυμίσει ότι εκεί υπάρχουν άνθρωποι και τέχνη, όχι μόνο αριθμοί.
Κλήσεις ατελείωτες, βαριές. Τελικά το σήκωσε.
«Ναι;» Φωνή ξένη, υπηρεσιακή, λες και ήταν γραμματέας του.
«Νίκο, εγώ είμαι. Τι έκανες στην γκαλερί; Γιατί το έκανες αυτό;»
Ένα σχεδόν ειρωνικό γελάκι ακούστηκε. Ή μάλλον έτσι της φάνηκε.
«Μαρία, σου είπα ότι σε φρόντισα. Υπάρχουν λεφτά στον λογαριασμό σου. Η γκαλερί ήταν μια επιχειρηματική αποτυχία. Έκλεισα το project απλά. Μην το παίρνεις προσωπικά.»
«Αποτυχία; Εκεί μέσα υπάρχουν άνθρωποι. Πίνακες που δώσαμε καταφύγιο!»
«Υπήρχαν. Οι δικηγόροι μου θα λύσουν τα χαρτιά. Μην με ξαναενοχλήσεις γι αυτό.»
Του το κλεισε. Ντύθηκε σχεδόν μηχανικά και πήγε στην γκαλερί, να δει τουλάχιστον τι μπορούσε να σώσει. Τίποτα. Στην πόρτα ένα χαρτί «Κλειστό λόγω τεχνικών θεμάτων».
Μέσα σκοτάδι. Μπροστά Λένα, η διοικητική, ο Πέτρος ο φύλακας, και η Κωνσταντίνα, η νεαρή ιστορικός της τέχνης. Όλοι να κοιτούν ερωτηματικά, γεμάτοι ελπίδα. Δεν μπορούσε να τους εξηγήσει. Μόνο έγνεψε πως τέλος. Ο Νίκος δεν ταπείνωσε μόνο τη Μαρία χτύπησε όποιον αγαπούσε.
Το βράδυ πήρε τηλέφωνο και η Σοφία, φίλη τους από τα παλιά.
«Μαράκι, κρατήσου Τα μαθα όλα Ο Νίκος το χει χάσει με αυτή τη Δανάη είναι σαν κόρη του κιόλας! Κάτι ακούστηκε πως είναι μοντέλο».
Η Μαρία ένιωθε κάθε φράση σαν αλάτι στην πληγή. Σκέφτηκε τη Δανάη νέα, όμορφη, λαμπερή. Αυτή τη ζωντάνια που ο Νίκος τόσο ζήλευε.
«Μου είπε πως δεν αξίζω τίποτα», ψιθύρισε στη Σοφία.
«Μα τι λες; Μην τον ακούς! Τα λέει αυτά για να δικαιολογήσει τη βρωμιά του.»
Μα οι λέξεις είχαν ριζώσει μέσα της.
Και το αποκορύφωμα ήρθε αργά τη νύχτα. Άγνωστος αριθμός. Δεν ήθελε να το σηκώσει, αλλά κάτι την τράβηξε.
«Καλησπέρα κυρία Μαρία», είπε γλυκανάλατη γυναικεία φωνή η Δανάη. «Ήθελα απλώς να σας καθησυχάσω πως ο Νίκος είναι μαζί μου, θα τον φροντίσω εγώ. Κουράστηκε μαζί σας, με την τέχνη σας. Του αξίζει ξεκούραση. Ζωή.»
Κάθε λέξη καρφί στην καρδιά. Και στο τέλος:
«Να ξέρετε, ο πίνακας εκείνου του νέου ζωγράφου που προωθούσατε νομίζω το επώνυμό του ξεκινά από Β ο Νίκος τον πήρε. Είπε πως είναι το μόνο αληθινά πολύτιμο στη γκαλερί και ταιριάζει υπέροχα στο καινούριο μου σαλόνι.»
Η Μαρία τα κατάλαβε τώρα. Όλα. Η προδοσία ήταν καθολική δεν έμεινε τίποτα να υπερασπιστείς.
Έκλεισε το τηλέφωνο. Πήγε στο παράθυρο, κοίταξε την Αθήνα με τα φώτα της. Όλα της φαίνονταν μακρινά, αδιάφορα.
Ακούστηκε πάλι στο κεφάλι της η βαριά φράση: «Ποιος θα σε θέλει στα πενήντα οχτώ σου;»
Και τότε χαμογέλασε ένα σκληρό αλλά παράξενα λυτρωτικό χαμόγελο, που ο Νίκος δεν είχε δει ποτέ. «Έλα να δούμε», σκέφτηκε.
Έχει περάσει η νύχτα χωρίς ύπνο. Όχι όμως σα νύχτα γεμάτη κλάμα. Η Μαρία δεν έμεινε στο κρεβάτι να κοιτά το ταβάνι. Δούλεψε.
Άνοιξε το παλιό λάπτοπ αυτό που ο Νίκος κορόιδευε, «γραφομηχανή» το έλεγε. Άνοιξε τα αρχεία της, παλιά mails, λίστες από οίκους δημοπρασιών.
Ο Νίκος την έβλεπε μόνο σαν γυναίκα του, νοικοκυρά και διαχειρίστρια της γκαλερί του το πάθος της για τέχνη γι αυτόν ήταν απλό χόμπι. Δεν καταλάβαινε ποτέ πως πίσω από το χαμόγελο της Μαρίας υπήρχε οξύ μυαλό και σπάνιο πάθος.
Ο πίνακας. «Η Αναγέννηση» του Γιάννη Βασιλείου.
Ο νεαρός ζωγράφος, τότε άγνωστος, που η Μαρία βρήκε σε μια ξεχασμένη σοφίτα στον Πειραιά. Ο Νίκος πίστεψε πως πήρε ένα ακριβό πανί, χωρίς να ξέρει την αλήθεια.
Η Μαρία βρήκε στο αρχείο έναν διάλογο πριν χρόνια με έναν ειδικό από το Λούβρο. Φωτογραφίες με υπεριώδη, ανάλυση χρωμάτων. Καθώς είχε διαπιστώσει, κάτω από τη «Βασιλείου» κρυβόταν άλλο έργο. Παλιά σπουδή, πρόχειρο σκίτσο με υπογραφή. Όχι του Βασιλείου, αλλά του δασκάλου του του Τσαρούχη. Ένα έργο που οι ειδικοί θεωρούσαν χαμένο και το εκτιμούσαν στα ύψη.
Η Μαρία ανατρίχιασε. Τώρα είχε πλάνο. Ένα δικό της, έξυπνο, ανελέητο πλάνο.
Το πρωί έκανε τηλέφωνο ένα και καλό. Όχι στην Αθήνα, μα στη Γενεύη.
«Κύριε Μπερκής; Καλημέρα, σας ενοχλεί η Μαρία Παπαδοπούλου.»
Στην άλλη άκρη ο Αλέν Μπερκής ένας από τους πιο διάσημους συλλέκτες στην Ευρώπη πάγωσε. Την είχε επισκεφθεί παλιά, ως πελάτης άγνωστος, αλλά η Μαρία τον είχε γνωρίσει. Το εκτίμησε αυτό.
«Κυρία Παπαδοπούλου, σας θυμάμαι. Εσείς έχετε μάτι.» Μίλησαν για την γκαλερί. Είπε κι εκείνος πως ήταν κρίμα που έκλεισε.
Η Μαρία του εξήγησε ευγενικά, χωρίς πολλές λεπτομέρειες μόνο τα γεγονότα. Για τη διπλή ζωγραφιά, την ανάλυση, τον κρυμμένο θησαυρό. Καμία λέξη για προδοσίες ή χρεοκοπίες. Μόνο μπίζνες.
«Γιατί μόνο σε μένα;», ρώτησε εκείνος.
«Γιατί μόνο εσείς ξέρετε να κάνετε μια τέτοια αγορά αθόρυβα. Και να εκτιμήσετε πως αυτό το έργο δεν είναι απλά χρήματα είναι ιστορία.»
«Θα ήθελα αποδείξεις. Και να δω τον πίνακα από κοντά.»
«Θα πάρετε φωτογραφίες. Ευκαιρία για τον καμβά θα βρούμε, τώρα είναι σε άπειρα χέρια.»
Κλείνοντας, πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα. Τηλεφώνησε στην Κωνσταντίνα: «Κώστα, θέλω μια χάρη. Πολύ διακριτική.»
Μέσα στην εβδομάδα, η Κωνσταντίνα κάτω από ψεύτικη ιδιότητα φίλης της καθαρίστριας, μπήκε στο καινούριο διαμέρισμα του Νίκου και της Δανάης στο Χαλάνδρι. Έβγαλε μυστικά δεκάδες φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης του «Αναγέννηση».
Τα αρχεία εστάλησαν το βράδυ στη Γενεύη. Σε μία ώρα ο Μπερκής απάντησε: «Μέσα. Τι να κάνω;»
Η Μαρία χαμογέλασε αληθινά μετά από καιρό. Του έγραψε: «Τίποτα. Μόνο να παρακολουθείς τον επόμενο πλειστηριασμό. Κράτα τα χρήματα στο έτοιμο.»
Ένα μήνα μετά, όλη η Αθήνα μιλούσε για το μικρό αλλά φιλόδοξο νέο οίκο δημοπρασιών της Μαρίας, στημένος κυριολεκτικά από τις στάχτες της γκαλερί. Στα πρώτα lots, ο μεγάλος πρωταγωνιστής: «Η Αναγέννηση» Γιάννη Βασιλείου.
Ο Νίκος το είδε στις ειδήσεις και γέλασε.
«Έχει τρελαθεί, η χαζή», είπε στη Δανάη. «Βγάζει σε πλειστηριασμό τη δικιά μου ζωγραφιά!»
Είπε να συμμετάσχει για να την ταπεινώσει δημόσια. Να πάρει „το δικό του” πίνακα μπροστά σε όλους.
Τα bids ξεκίνησαν online, ήπια. Ο Νίκος με το ποτήρι το Glenfiddich „εύκολα λεφτά”, σκεφτόταν. Ξαφνικά όμως, όταν η τιμή πέρασε τα 100.000 ευρώ, μπαίνει στο παιχνίδι ο „A.B. Genève”. Αυξήσεις βροχή, η τιμή να ανεβαίνει τρελά. Ο Νίκος άρχισε να αμφιβάλλει. Κάποιος ήξερε κάτι παραπάνω.
Όταν η τιμή έφτασε τα 2.000.000 ευρώ, η Μαρία άνοιξε κάμερα. Το πρόσωπο της, ήρεμο και σίγουρο, στους υποψήφιους αγοραστές.
«Κυρίες και κύριοι», είπε ψύχραιμα, «πριν ολοκληρώσουμε, θέλω να σας ανακοινώσω τα νέα στοιχεία της αυθεντικότητας. Ο πίνακας Αναγέννηση του Βασιλείου, ξεπερνά κάθε θεώρηση. Κάτω από αυτό το έργο βρίσκεται χαμένο αριστούργημα του Γιάννη Τσαρούχη. Τελευταίο του γνωστό έργο. Εκτιμώμενη αξία: τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια ευρώ.»
Στην οθόνη φαινόντουσαν τα τεχνικά στοιχεία, τα ευρήματα, η υπογραφή. Ο Νίκος πάγωσε. Τώρα ήξερε. Η παγίδα είχε κλείσει.
Η Μαρία συνέχισε: «Ο πίνακας μπήκε στον οίκο δημοπρασιών με τη συναίνεση του ίδιου του καλλιτέχνη, Γιάννη Βασιλείου, στον οποίο επέστρεψα τη νόμιμη ιδιοκτησία μετά από παράνομη ιδιοποίηση προηγούμενου ιδιοκτήτη.» Όλα νομότυπα. Κανένα περιθώριο για αντιρρήσεις.
Το σφυράκι της δημοπρασίας ακουγόταν σαν πυροβολισμός. Ο πίνακας πουλήθηκε στο „A.B. Genève” για 12,5 εκατομμύρια ευρώ.
Την άλλη μέρα ήρθαν οι Αρχές όχι για τον πίνακα, αλλά για τον Νίκο. Κατηγορίες για απάτη και υπεξαίρεση. Οι λογαριασμοί του μπλοκαρίστηκαν. Η Δανάη εξαφανίστηκε πριν το βράδυ, παίρνοντας ό,τι μπορούσε μαζί της.
Έξι μήνες μετά, όλη η Αθήνα δεν μιλούσε πια για την πτώση του Νίκου Παπαδόπουλου. Μιλούσε για τον γάμο της Μαρίας.
Να στη φέρνω μπροστά σου, με ένα φόρεμα κρεμ, να στέκεται σε μια βεράντα νεοκλασικού στην Ελβετία, δίπλα στον Αλέν Μπερκή. Εκείνος της έσφιγγε τρυφερά το χέρι.
«Είσαι ασύγκριτη», της ψιθύρισε. «Είδες εκεί που κανείς δεν έβλεπε.»
«Απλώς ήξερα κατά βάθος που να κοιτάξω», του χαμογέλασε. «Οι περισσότεροι βλέπουν το περιτύλιγμα, όχι την ουσία.»
Κοίταξε το είδωλό της στο γυαλί όμορφη, δυνατή γυναίκα, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Ο Νίκος κάποτε τη ρώτησε ποιος τη θέλει στα πενήντα οχτώ. Αποδείχτηκε: κάποιος που βλέπει το πραγματικό έργο τέχνης.
Ένας χρόνος πέρασε. Στον κόσμο της τέχνης όλοι μιλούσαν για τον «Οίκο Μπερκή και Παπαδοπούλου».
Ο οίκος τους έγινε ένας από τους κορυφαίους στην Ευρώπη. Η Μαρία όχι μόνο επέστρεψε στο προσκήνιο έδινε τον ρυθμό και έπαιρνε τις αποφάσεις. Πλέον δεν ήταν η «γυναίκα του Νίκου Παπαδόπουλου». Ήταν η Μαρία Παπαδοπούλου.
Με τον Αλέν μεταξύ Γενεύης και Παρισιού, είχαν μια ώριμη και αξιοπρεπή σχέση αυτοί οι δυο ήξεραν να στηρίζουν ο ένας τον άλλο πραγματικά, χωρίς εφήμερα δράματα.
Ο Βασιλείου έγινε διάσημος, πήρε το μερτικό του από το περίφημο «χαμένο έργο» και έκανε σπουδαία ατομική έκθεση στο Παρίσι. Οι κριτικοί τον αποθέωσαν. Τηλεφωνούσε συχνά στη Μαρία, σαν παιδί γεμάτο ευγνωμοσύνη.
Η μοίρα του Νίκου; Προβλεπτή. Με καλούς δικηγόρους γλίτωσε τα χειρότερα, αλλά η φήμη του καταστράφηκε για πάντα. Έχασε χρήματα, υπολήψεις, γνωριμίες. Τον έβλεπαν, λένε, να πίνει φτηνό καφέ στου Ζωγράφου, φανερά γερασμένο και μόνο.
Η Δανάη; Εξαφανίστηκε. Κάποιοι είπαν ότι πήγε στο Ντουμπάι, προσπάθησε να ξαναβρεί τη γλύκα της νιότης, αλλά ήταν, βλέπεις, αργά. Άλλος προστάτης, μετά κι άλλος ώσπου χάθηκε στα πλήθη.
Μια μέρα η Μαρία έλαβε ένα γράμμα χωρίς όνομα. Μέσα ένα φύλλο τετράδιου: «Κυρία Παπαδοπούλου. Δεν ξέρω γιατί σας γράφω. Ίσως γιατί θέλω να ξέρετε: Μιλάει συνέχεια για εσάς. Όχι με κακία. Με απορία. Ακόμα δεν ξέρει πώς του συνέβη όλο αυτό. Μου είπε πως ήσασταν ό,τι πιο καλό είχε κι εγώ το κατάλαβα πολύ αργά. Φεύγω σήμερα. Όχι γιατί είναι φτωχός, αλλά γιατί δεν κατάλαβε ποτέ. Συγγνώμη, Δανάη.»
Η Μαρία το κοίταξε για λίγα λεπτά, μετά το πέταξε στο τζάκι. Το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν.
Βγήκε στη βεράντα του παρισινού διαμερίσματός της, κάτω η πόλη γεμάτη φώτα και ζωή. Πήρε βαθιά ανάσα. Κανένα αίσθημα εκδίκησης, μόνο γαλήνη.
Δεν έγινε ελεύθερη απλά θυμήθηκε ότι ήταν πάντα. Κέρδισε πίσω το όνομά της, τη ζωή της, την αξιοπρέπειά της.
Καμιά φορά, για να ξαναβρείς τον εαυτό σου, πρέπει να τα χάσεις όλα. Και στα πενήντα εννιά της, ήξερε ακριβώς ποια ήταν. Και ποιος τη χρειαζόταν. Πρώτ απ όλα, η ίδια της η ψυχή.
Τι λες, δεν είναι για σενάριο αυτή η ιστορία; Περιμένω να μου πεις εντυπώσεις!





