Η σχέση μου με την πρώην μου τελείωσε με ένα σουρεαλιστικό κάλεσμα στο Δικαστήριο Αθηνών. Δεν θα πω ποιος είχε το φταίξιμο σε κάθε σχέση το βάρος τρέχει και στους δύο, σαν τις πέτρες των μύλων που βαραίνουν το όνειρο.
Η δεύτερη σύζυγός μου, η Ειρήνη Μαρκάτου, αναζήτησε καταφύγιο στις αγκαλιές άλλου. Ήταν ένας κυριλέ επιχειρηματίας, ο Βασίλης Θεοδώρου, που ήρθε από τη Θεσσαλονίκη με ένα παλιό αυτοκίνητο, και μετά άνοιξε μια μικρή καφετέρια στην Πλάκα. Στην αρχή, η Ειρήνη προσπαθούσε να κρύψει το μυστικό του καινούργιου της κόσμου, μα στο τέλος, σαν να μην ήξερε τι θα πει κρυψίνοια, τους έβλεπα μαζί στην ίδια γειτονιά.
Ένα βράδυ γεμάτο αλαφροΐσκιες και αχνοφωτισμένα καπηλειά, ήρθε και μου είπε ξεκάθαρα: Θα πάω στο δικαστήριο για διαζύγιο και απαιτώ το μισό σπίτι μας. Περίμενε να με καταπιεί άνθρωπος το άγχος, αλλά το διαμέρισμα στην Κυψέλη ήταν αγορασμένο μόνο με τις τίμιες οικονομίες μου, ευρώ που μέτρησα με τα δάκτυλά μου. Δεν είχε καμία σχέση με το σπίτι, εκτός απ το ότι έζησε εκεί δυο χρόνια, μα ζητούσε το μερίδιό της σαν να φυλλομετρούσε τις σκιές στα τείχη.
Με λίγη ηρεμία, δέχτηκα αυτά που ήταν να έρθουν. Ούτε προσπάθησα να την πείσω να μην τρέξει στο δικαστήριο. Απλώς περίμενα να χάσει τη δίκη και να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα. Είχα ήδη φάει πίκρα με την πρώτη σύζυγο, τη Δήμητρα Παπαγεωργίου. Η δικαστική μας περιπέτεια κράτησε τρία χρόνια κάθε ακροαματική διαδικασία τελειωνε με φασαρία, σα να ήμασταν θίασος σε ρεμπέτικη όπερα.
Η Δήμητρα κατάφερε τελικά, με τη βοήθεια ενός συνταξιούχου δικηγόρου, να πάρει το μισό απ την περιουσία μου. Κι έμεινα χωρίς το πατρικό που κληρονόμησα από τον πατέρα μου, σαν τον Οδυσσέα χωρίς Ιθάκη.
Αλλά με τη δεύτερη σύζυγο ήμουν πιο έξυπνος. Πριν παντρευτώ την Ειρήνη, είχα ήδη ένα διαμερισμα που ανακαίνισα μόνος, όμως το είχα γράψει στ όνομα του αδελφού μου, του Κωνσταντίνου Μαρκάτου του ανθρώπου που εμπιστεύομαι όσο το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Ήρθε η ώρα του διαζυγίου, και ξαφνικά διαπίστωσα ότι δεν είχα τίποτα να χάσω. Μετά το πρώτο αποτυχημένο γάμο, καμία γυναίκα δεν μπορούσε να με ξεγελάσει κανείς δεν θα αρπάξει τους καρπούς της προσπάθειάς μου, παρά μόνο εκείνοι που ανήκουν στη δική μου καρδιά.
Στο τέλος, ξύπνησα μ ένα λαμπερό φως να γεμίζει το δωμάτιο, το κεφάλι μου έτοιμο να ξεχάσει και το σώμα μου να μη βαραίνει πια από τους νόμους της πραγματικότητας.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




