Δε Θέλω

Δεν θέλω

Όλα είναι πάνω μου! Τι άλλο να κάνω; η Ελισάβετ μιλούσε αγανακτισμένη.
Ο άνδρας της δεν είπε τίποτα. Όπως πάντα, προτίμησε να «κρύψει το κεφάλι στην άμμο», ελπίζοντας πως τα πράγματα θα τακτοποιηθούν από μόνα τους. Συνήθως αυτό δεν συνέβαινε τα μάζευε όλα η Ελισάβετ.

Δούλευε από το σπίτι, στον υπολογιστή. Το ωράριό της ευέλικτο. Ο μισθός της αρχικά δεν ήταν μεγάλος, με τον καιρό όμως, ανέβασε το επίπεδό της κι έτσι αυξήθηκαν και οι αποδοχές της. Έπαιρνε πια πολύ περισσότερα από τον σύζυγο. Με τα δικά της χρήματα πληρώναν το δάνειο για το αυτοκίνητο, τις διακοπές τους, τις ηλεκτρικές συσκευές. Ακόμα και τα ρούχα. Μετά ήρθε και η άδεια μητρότητας. Η Ελισάβετ, σχεδόν χωρίς να μειώσει ρυθμούς, κυοφόρησε και γέννησε το παιδί τους. Ξεθεωνόταν, αλλά δεν ήθελε να χάσει αυτό το καλό εισόδημα.

Το αγοράκι ξεκίνησε βρεφονηπιακό σταθμό. Κατάφερε να ξεκουράζεται λίγο περισσότερο κι από την χαρά της ρίχτηκε ακόμη πιο πολύ στη δουλειά. Ειδικά τώρα που υπήρχε και νέα υποχρέωση η συνδρομή στον σταθμό που είχε διαλέξει πολύ προσεκτικά για το παιδί της. Ήθελε το καλύτερο γι αυτό. Ο άντρας της, ο Άγγελος, για ακόμη μια φορά άφηνε σε αυτήν όλες τις αποφάσεις, και όχι μόνο για το παιδί.

Όλο αυτό το διάστημα έμεναν σε δικό της διαμέρισμα, κληρονομιά από την γιαγιά της. Ο Άγγελος δεν είχε δικό του σπίτι πριν τον γάμο ζούσε με την μητέρα του, την Καλλιόπη, και την ανιψιά του, την κόρη της μεγαλύτερης αδερφής του. Η αδερφή είχε φύγει από τη ζωή πριν τρία χρόνια. Αυτό λύγισε πολύ την μητέρα του, που άρχισε να έχει πολύ συχνά κρίσεις υπερτασικής πίεσης.

Όταν ο Άγγελος παντρεύτηκε την Ελισάβετ και έφυγε από το πατρικό, η ανιψιά ήταν ήδη φοιτήτρια και είχε τη δική της ζωή. Έβγαινε με τις φίλες της, ταξίδευε, είχε σχέση, σχεδόν δεν πατούσε σπίτι.

Η Καλλιόπη για οποιοδήποτε πρόβλημα στρεφόταν στην οικογένεια του γιου της στην πραγματικότητα, στην Ελισάβετ. Από τους άλλους δεν έπαιρνε καμία βοήθεια. Στην εγγονή της, όμως, την αγαπημένη Μαρία, δεν τσιγγουνευόταν τη φροντίδα της πλήρωνε ό,τι ζητούσε. Εξάλλου ήταν ορφανή· η μητέρα της την είχε γεννήσει εκτός γάμου, υπήρχε σκοτεινή ιστορία γύρω από αυτό και η πεθερά της Ελισάβετ προτιμούσε να μην αναφέρεται.

Έτσι κυλούσε η ζωή τους. Όλα κυλούσαν ομαλά μέχρι που η Καλλιόπη μπήκε στο νοσοκομείο μετά από σοβαρή κρίση υπέρτασης. Τις τρεις βδομάδες βελτιώθηκε κάπως, αλλά παρέμεινε κατάκοιτη και οι γιατροί δεν έδιναν συγκεκριμένες ελπίδες.

Ο Άγγελος, όπως πάντα, απέφυγε να αναλάβει ευθύνες αφήνοντας τα όλα στην Ελισάβετ.
Οι γυναίκες τα ξέρουν καλύτερα αυτά είπε, κάνοντας μία αόριστη χειρονομία.
Τι δηλαδή; αγανάκτησε η Ελισάβετ.
Ξέρεις, φροντίδα ασθενών αποκατάσταση κι αυτά απάντησε αμήχανα ο Άγγελος.
Σχεδιάστρια είμαι, όχι νοσηλεύτρια, ξανακοίταξε την Ελισάβετ. Τέλος πάντων, θα πάω να ακούσω τι έχει να πει ο γιατρός.

Η σχέση της με την πεθερά, έμοιαζε με μια διαρκή ανακωχή. Τσακώθηκαν πολύ στην αρχή, μετά όμως, μιας και δεν έμεναν μαζί, προσπάθησαν να αποφύγουν τις εντάσεις. Καθεμιά είχε μεγάλες διαφωνίες, που όμως ποτέ δεν εκφράζονταν ξεκάθαρα. Η Ελισάβετ ανεχόταν την Καλλιόπη από ευγένεια και σεβασμό. Εκείνη καταλάβαινε ότι ο γιος της δεν ήταν ακριβώς ο «κουβαλητής» της οικογένειας και πως τα μόνα σταθερά χρήματα ερχόταν από τη νύφη της.

Με τον εγγονό ήταν σπάνιες οι επαφές εξαιτίας της υγείας της. Ξαφνικά όμως, όλοι βασίστηκαν σ εκείνη. Έφερε την Καλλιόπη σπίτι της η Ελισάβετ άλλωστε δουλεύει από το σπίτι, ενώ του Άγγελου δεν του δίνουν άδεια. Αποφασίστηκε να μετακομίσουν προσωρινά όλοι μαζί· να βοηθήσουν την πεθερά.

Έτσι κι έγινε. Μέσα σε τρεις εβδομάδες η Ελισάβετ αδυνάτισε τόσο που έμοιαζε με κρεμάστρα. Κατάφερνε να δουλεύει μα ταυτόχρονα φρόντιζε και την πεθερά, μαγείρευε σούπες, πολτοποιούσε λαχανικά, την τάιζε, την έπλενε, την γύριζε στο κρεβάτι.

Η εγγονή Μαρία, η αγαπημένη της πεθεράς, χώριζε κάθε φορά διακριτικά, τρύπωνε στο δωμάτιο της και δεν έβγαινε πριν νυχτώσει, σαν ποντικάκι, για να μην βρεθεί να βοηθήσει. Το πρωί πανεπιστήμιο, μετά έξω με παρέες. Ζωή είναι αυτή! Η γιαγιά-γιαγιά, εκείνη τι φταίει;

Ο άντρας σχεδόν δεν βοηθούσε. Η Ελισάβετ προσπαθούσε να του μιλήσει στη συνείδησή του:
Είναι η μάνα σου! Βοήθα λίγο επιτέλους. Μόνη μου δεν αντέχω!
Εε Δεν μπορώ Αυτά είναι γυναικεία θέματα, μούγκριζε ο Άγγελος. Εγώ πήγα σούπερ μάρκετ, ψώνισα. Τι άλλο να κάνω;

Τα «γυναικεία θέματα» αποδείχθηκαν βουνό. Η Καλλιόπη δεν καλυτέρευε. Γινόταν γκρινιάρα, νευρίαζε με την Ελισάβετ, τον γιο, όλους. Ήταν απαιτητική και ξεσπούσε, λέγοντας πράγματα που πριν δεν θα τολμούσε. Έμαθε η Ελισάβετ πολλά για τον εαυτό της: κατά την πεθερά της, της είχε τύχει μια χαρισματική μοίρα, μια και πήρε καλές σπουδές, βρήκε δουλειά απ το σπίτι όλοι οι άλλοι άτυχοι ήταν, ειδικά ο Άγγελος που είχε μόνο κακούς δασκάλους, δεν τα κατάφερε στο πανεπιστήμιο, κι ό,τι έκανε ήταν πάντα θέμα ατυχίας. Εκείνη, πάλι, είχε σηκώσει το βάρος όλων: πήρε και δάνειο για να τον σπουδάσει, αλλά ο Άγγελος με το ζόρι πήρε πτυχίο, αν και σπούδαζε ιδιωτικά. Εκείνη πάντα μιλούσε για «καλούς και κακούς δασκάλους» για τη μικρή Μαρία, την εγγονή της, καμάρωνε που μπήκε με υποτροφία στο πανεπιστήμιο.

Η Ελισάβετ, ακούγοντας για εκατοστή φορά το παραμύθι αυτό, κατάλαβε ότι δεν αντέχει πια. Σπίτι όλοι αστέρια, μόνον εκείνη από «τύχη».

«Τι βρήκα στο Άγγελο; Πού ήταν τα μάτια μου, ο νους μου;» σκεφτόταν μελαγχολικά και ολοένα πιο συχνά. Κάποια στιγμή πρότεινε να προσλάβουν νοσηλεύτρια και να επιστρέψουν σπίτι τους.
Νοσηλεύτρια; ξαφνιάστηκε ο Άγγελος, Ε είναι ακριβό, δεν το αντέχω Δες εσύ, αν θέλεις πάρε, απλά να το πληρώσεις εσύ.

Εκείνος πλήρωνε τα βασικά έξοδα νερό, ρεύμα, κτλ. Η Ελισάβετ όλα τα υπόλοιπα. Σαφώς, η νοσηλεύτρια θα ήταν δική της ευθύνη. «Αυτονόητο, προφανώς», θύμωσε η Ελισάβετ, «Αλλά πώς το είπε! Δηλαδή όλα είναι υποχρέωσή μου; Μπα, παραήρθαν βολικά. Ακόμα θέλω να ζήσω κι εγώ. Τώρα μοιάζω με σκιά του εαυτού μου κι ούτε που νοιάζεται κανείς»

Κάποια στιγμή κατάλαβε πως δεν μπορεί άλλο. Δεν θέλει άλλο. Μια μέρα είπε στην πεθερά ότι πάει στο σούπερ μάρκετ, άρπαξε τον γιο από τον παιδικό και πήγε στο σπίτι τους.

«Αχ, τι ωραία», σκεφτόταν, ξαπλωμένη στο τεράστιο διπλό κρεβάτι της και χαζεύοντας το ταβάνι, «Σπίτι μου! Δεν θέλω τίποτα. Μόνο να ξαπλώνω. Πόσο κουράστηκα»

Φώναξε το μικρό Κωστή να φάνε. Τρώγανε και στο μυαλό της έπαιζε σκηνή-σκηνή το χάος στο σπίτι της πεθεράς. Είχε φροντίσει όμως για την Καλλιόπη την είχε ταΐσει, αλλάξει, και σε μιάμιση ώρα θα γύριζε ο Άγγελος. Είχε αφήσει σημείωμα στον άνδρα της, να του εξηγεί πως δεν αντέχει άλλο, και φεύγει. Στη δε Καλλιόπη εύχεται περαστικά και την παρακαλεί να μην της κρατήσει κακία Το κινητό το είχε κλείσει.

Ο Άγγελος ήρθε αργά το βράδυ. Η Ελισάβετ δεν τον άφησε καν να μπει μίλησαν στην πόρτα. Δεν υπήρχε άλλο να πουν. Εκείνον δεν τον ένοιαζε η Ελισάβετ, ούτε το γιατί της φυγής της. Ούτε λόγος για αγάπη ή για το παιδί. Το πρόβλημα ήταν τι θα κάνει χωρίς εκείνη.

Σου προτείνω να βρείτε νοσηλεύτρια. Εξειδικευμένη φροντίδα, ξέρεις, είναι καλύτερα, είπε σκεφτική η Ελισάβετ. Και ναι. Θα καταθέσω για διαζύγιο. Δεν είμαι να με καβαλούν όλοι. Αντίο.

Ο Άγγελος έφυγε με άδεια χέρια. Η Ελισάβετ άνοιξε τελικά το κινητό της ίσως χρειαζόταν για τη δουλειά της.

Την κάλεσε η Καλλιόπη. Την ικέτευε να γυρίσει, να μην αφήσει εκείνη και τον Άγγελο. Ζητούσε συγγνώμη για τα λόγια της, μα η φωνή της δεν παρέλειψε μια δόση αυταρέσκειας, λες κι έλεγε «συγχώρεσέ μας και γύρνα να συνεχίσεις αυτό που οφείλεις».

Η Ελισάβετ εξήγησε ότι δεν είναι υποχρεωμένη σε κανέναν. Υπάρχει ο γιος της, η εγγονή, να αναλάβουν αυτοί τη φροντίδα, εκείνοι την οφείλουν περισσότερο. Η πεθερά έκλεισε το τηλέφωνο.

Το διαζύγιο βγήκε.

Έτσι ξαφνικά, η Ελισάβετ βρέθηκε μόνη της. Κι όμως, τίποτα δεν άλλαξε πραγματικά πάλι τα έκανε όλα μόνη της, μόνο που τώρα είχε λιγότερα βάρη. Ευχαριστούσε την τύχη που της άνοιξε τα μάτια στη συμπεριφορά των δήθεν στενών της ανθρώπων.

Η Καλλιόπη άρχισε να συνέρχεται. Ευτύχησε να έχει πολύ καλή νοσηλεύτρια, που εκτός των άλλων δούλεψε με ειδικές ασκήσεις αποκατάστασης. Ο Άγγελος βρήκε επιτέλους δεύτερη εργασία («κοίτα να δεις, γίνεται!» σκέφτηκε πικρόχολα η Ελισάβετ όταν το άκουσε εκ των υστέρων από τη Μαρία) και μπόρεσαν να προσλάβουν νοσηλεύτρια με τα ευρώ που έβγαζαν. Μέχρι τότε, βοήθησε και η εγγονή Μαρία φρόντιζε κανονικά τη γιαγιά, όλα πήγαν ρολόι.

«Τελικά, καλό τους έκανε όλους», σκεφτόταν η Ελισάβετ καθώς εργαζόταν στον υπολογιστή στο καινούργιο της project. «Τους ξεφόρτωσα από πάνω μου και ωφελήθηκα κι εγώ. Τώρα, τουλάχιστον, έγινα πιο σοφή για το μέλλον»Μια μέρα, καθώς παρατηρούσε τον μικρό Κωστή να χτίζει παλάτια με τα τουβλάκια του στο χαλί, η Ελισάβετ ένιωσε για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια εκείνο το αίσθημα ανάσας. Το διαμέρισμα έμοιαζε μεγαλύτερο από ποτέ γεμάτο φως, γεμάτο δυνατότητες, χωρίς βαρίδια. Έβγαλε το laptop από το τραπέζι, το έκλεισε με μια αποφασιστική κίνηση και κάθισε δίπλα στο παιδί της. Εκείνος της χαμογέλασε πλατιά και της πρότεινε ένα μπλε κομμάτι για να συμπληρώσουν μαζί το κάστρο του.

Και τότε, με έναν απλό και ήσυχο τρόπο, κατάλαβε ότι η ελευθερία δεν ήταν ούτε πολυτέλεια, ούτε εγωισμός. Ήταν βασικό συστατικό της αγάπης πρώτα για τον εαυτό της, και ύστερα για τους άλλους. Έκλεισε τα μάτια για ένα λεπτό, ακούγοντας τη ρυθμική ανάσα του Κωστή και τον ήχο της βροχής να απαλύνει το τζάμι.

«Θα ζήσω τη ζωή που θέλω», ψιθύρισε.

Για πρώτη φορά, δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Και αυτό ήταν αρκετό.

Oceń artykuł
Δε Θέλω