Δεν είσαι δικός μου άντρας, Βασίλη… Η γιαγιά καθόταν δίπλα στο κρεβάτι του άντρα της και με μια βρεγ…

Δεν είσαι δικός μου, Βασίλη…

Καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι του Βασίλη, κρατώντας μια υγρή πετσέτα και σκουπίζοντας το ζεστό του μέτωπο. Τόσα χρόνια μαζί, κι όμως αυτή τη νύχτα η καρδιά μου έβραζε από μια ανομολόγητη εξομολόγηση. Έπρεπε να του τα πω όλα. «Βασίλη,» ψιθύρισα, «πάντα ήθελα να σου πω την αλήθεια, μα δεν έβρισκα το κουράγιο. Δεν είσαι ο άνδρας μου»

Άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε απορημένος, λες κι άκουγε πρώτη φορά τη φωνή μου.

«Μη με διακόψεις. Αν μας χωρίσει η μοίρα μια για πάντα, να μ’ έχεις ακούσει. Θυμάσαι όταν μετά τον εμφύλιο πέστρεψες κατά λάθος στο χωριό μας; Είχα μείνει μόνη με δυο παιδιά και η γραφή από το μέτωπο έλεγε πως ο άνδρας μου είχε χαθεί. Εσύ τόσο πολύ του έμοιαζες, που μου κόπηκε η μιλιά και έπεσα στην αγκαλιά σου. Νόμιζα πως είχαν κάνει λάθος στα χαρτιά κι ο δικός μου επέστρεψε ζωντανός. Μόλις σε έπιασα όμως, κατάλαβα το λάθος μου. Ντράπηκα, ζήτησα συγγνώμη. Σε άφησα να κοιμηθείς στο υπόστεγο.»

Το πρωί, θυμάμαι, είχες τη γενναία διάθεση να φτιάξεις την πόρτα του υπόστεγου. Έλα όμως που έπεσε πάνω σου το δοκάρι κι έμεινες αναίσθητος. Φοβήθηκα πως θα πρέπει να θάψω και εσένα, αλλά όταν σε είδα να αναπνέεις, κάλεσα τον γιατρό. Είπε πως στάθηκες τυχερός, εκτός από μια μικρή απώλεια μνήμης. Κι έτσι αποφάσισα να σου πω πως είσαι ο άνδρας μου. Είσαι δυνατός, αρχοντικός και μ εμένα στο πλευρό σου, θα μπορούσες να σταθείς στα παιδιά. Είπα το ψέμα κι εσύ το πίστεψες. Η συνείδησή μου με βασάνιζε, μα συνηθίσαμε, αγαπηθήκαμε, η ζωή μας κύλησε μαζί. Μονάχα τώρα το ομολογώ: εσύ δεν το επέλεξες. Μήπως αλλιώς η ζωή σου να 'χει πάρει άλλο δρόμο»

Ο Βασίλης με κοίταξε σιωπηλός. Ξαφνικά ξέσπασε σε γέλιο. «Είσαι μεγάλη χαζούλα, Κυριακή! Γιατί να ήθελα άλλη ζωή; Σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα εκείνο το πρωί στο χωριό σου. Δεν ήξερα πώς να σου μιλήσω, είπα να βοηθήσω λίγο στα χωράφια, μπας και με προσέξεις. Και τότε που το δοκάρι με χτύπησε, όλα σκοτείνιασαν. Μόλις ξύπνησα, ο γιατρός κι εσύ ήσασταν από πάνω μου, κι εγώ του ζήτησα να πει πως έχω αμνησία για να μείνω περισσότερο στο σπίτι σου. Και τότε, σαν να βάλθηκα να παίξω κι εγώ το ρόλο σου. Χάρηκα που με ονόμασες άντρα σου, οπότε δεν χρειάστηκε να εφεύρω τίποτα.»

«Πονηρέ!» γέλασα μέσα από τα δάκρυα. «Δεν μπορούσες να το πεις νωρίτερα; Θα γελούσαμε μαζί.»
«Ήθελα, αλλά όλο δουλειές και τα παιδιά, μετά γεννήσαμε και τρία ακόμη Πώς να βρούμε στιγμή; Έτσι κουβαλούσαμε τα μυστικά μας, που τελικά μυστικά δεν ήταν.»

«Τουλάχιστον τώρα όλα βγήκαν στη φόρα και δεν θα γελάσουν οι άγγελοι με εμάς όταν τους τα διηγηθούμε,» είπα χαμογελαστά. «Μόνο, Βασίλη μου, μην φύγεις πρώτος. Δεν θα τα καταφέρω χωρίς εσένα.»

«Έλα τώρα, σταμάτα τα κλάματα,» μου είπε κι αφέθηκε γαλήνιος. «Άφησέ με να ξεκουραστώ. Πήγαινε κι εσύ να κοιμηθείς, το πρωί είναι πιο σοφό από το βράδυ.»

Ξαπλώσαμε, μα εγώ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Οι ανησυχίες στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Ξημέρωσα νωρίς, το κρεβάτι του Βασίλη άδειο. Η καρδιά μου σφίχτηκε από αγωνία. Άνοιξα την πόρτα και τον βρήκα να κάθεται στο σκαλάκι, να καπνίζει. Αναστέναξα με ανακούφιση. Για άλλη μια φορά ο θάνατος προσπέρασε το σπίτι μας. Θα συνεχίσουμε να περπατάμε μαζί, να «τρίζουμε» μες στη ζωή μας, μέχρι να νικήσουμε και τα σπασμένα μας κουτσομυαλιά.

Oceń artykuł
Δεν είσαι δικός μου άντρας, Βασίλη… Η γιαγιά καθόταν δίπλα στο κρεβάτι του άντρα της και με μια βρεγ…