Έρωτας
Κάποιο βράδυ καθάριζα στο ιατρείο του χωριού, ακούω την πόρτα να τρίζει βαριά, λες και κάποιος σπρώχνει με τον ώμο. Γυρνάωκαι τι να δω! Στέκεται ο Λευτέρης, ο γνωστός μας Πειραιώτης, αξιοσέβαστος μάστορας με χρυσά χέρια, συνήθως με γενειάδα στον άσπρο σαν φέτα και πάντα να μυρίζει πριονίδι και χειροποίητο καπνό. Αλλά αυτός τώρα φαίνεται άτριχος, σοβαρός, με μάγουλα άδεια και ένα αιμάτωμα στο λαιμό με τσιρότο, και το άρωμα VAP να κάνει εμετική επέλαση στα ρουθούνια μου. Μπα, ο Λευτέρης ξύρισε τη γενειάδα του;
Λευτέρη Αντωνίου, εσύ είσαι; Ή έστειλες κανέναν ξάδερφο;
Κάνει πως δε με βλέπει, κρατάει το καπέλο του και κοιτάει κάτω:
Εγώ είμαι, Φωτεινή, εγώ Δώσε μου κάτι, να ηρεμήσω. Από την καρδιά αλλά και τα νεύρα.
Αμέσως πιάνω την καλύτερή μου νοσοκομειακή στάση, τον στήνω στο ντιβάνι και βγάζω πιεσόμετρο.
Τι έγινε; Πού πονάς;
Παντού, μουρμουράει. Χτυπάει μέσα μου σαν σφυρί στη λαμαρίνα. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τρέμουν και τα χέρια μου.
Πίεση 160 με 100, τσιμπημένη για τον Λευτέρη, που ούτε για καρφί πάει στους γιατρούς και κόβει τα καρφιά με τα χέρια.
Έλα, λέω με αυστηρότητα. Κοίτα, είχες υπερκόπωση ή μαλώσατε με τη Δήμητρα;
Με το που άκουσε το όνομα της γυναίκας του τινάχτηκε, έγινε κόκκινος σαν ντοματάκι, τα σαγόνια του δουλεύανε σαν μύλος. Η Δήμητρα Αντωνίου πάντα σιωπηλή, διακριτική, όλη της τη ζωή δίπλα του, σαν κλωστή στη βελόνα, με Λευτεράκι και Λευτεράκι. Κι αυτός μάστορας, αλλά με χαρακτήρα σαν καπάκι πικροδάφνης.
Άσε τα πολλά, μου λέει. Δώσε μου σταγόνες και άσ το εκεί. Δική σου δουλειά να με φροντίσεις, μην κάνεις τον ντέτεκτιβ.
Του στάζω λίγο corvalol, βάζω μια valedol κάτω από τη γλώσσα. Κάθεται, αναπνέει βαθιά, βγάζει ένα ευχαριστώ και φεύγει. Κοιτάω από το παράθυρο: περπατάει γρήγορα, μοδέρνα.
Ρε σύ, σκέφτομαι, μπας και τον χτύπησε ο έρωτας; Τι; Ερωτεύτηκε στην τρίτη ηλικία;
Το χωριό είναι σαν μέλισσα. Αν γελάς στη μια άκρη, στην άλλη άκρη νομίζουν πως πεθαίνεις.
Την επόμενη μέρα, αργά το απόγευμα, έρχεται τρέχοντας η Καλυψώ, η ταχυδρόμος:
Φωτεινή! Το ξέρεις το νέο με τον Λευτέρη; Έχει χάσει τα λογικά του ο άνθρωπος! Όχι μόνο ξύρισε τη γενειάδα, αλλά πήγε και στον Πειραιά με το λεωφορείο, γύρισε με σακούλες και τις έκρυβε κάτω από το μπουφάν. Η Αλκμήνη, η πωλήτρια από το πολυκατάστημα, πήρε τηλέφωνο και ρωτούσε γιατί ο Λευτέρης ψώνιζε υφάσματα και μπήκε και σε κοσμηματοπωλείο.
Η καρδιά μου πάει να σκάσει. Σίγουρα έχει βάλει στο μάτι κάποια! Αλλά ποια; Όλες φαίνονται στο χωριό μας.
Και η Δήμητρα; ρωτάω σιγανά.
Η Καλυψώ τραβάει λυπημένη μούρη:
Τι να σου πω, μαυρίλα πάνω της. Τα μάτια της όλο στο νερό. Οι γειτόνισσες λένε ότι την έστειλε να κοιμηθεί στη καλοκαιρινή κουζίνα. Μη με ενοχλείς, έχω έργο, της λέει. Τι είδους έργο έχει μαραγκός βραδιάτικα; Γνωστό το έργο, ξέρουμε.
Σε δύο μέρες ήρθε κι η Δήμητρα Αντωνίου, μικρή κι αδύναμη, με ένα παλιό, μάλλινο μαντήλι.
Φωτεινή, μπορώ;
Την έβαλα κοντά στη σόμπα, της έδωσα τσάι με μέλι. Κάθεται, πιάνει με τα δυο χέρια το ποτήρι, ζεσταίνεται και κοιτάζει μπροστά.
Φεύγει από κοντά μου, Φωτεινή. Σαράντα χρόνια μαζί, παιδιά κάναμε, εγγόνια περιμέναμε Τώρα, όλα χάθηκαν.
Τι ναι αυτά που λες, Δήμητρα; την καθησυχάζω, αλλά νιώθω τα γατιά να ξύνουν την ψυχή μου.
Ξένος έγινε. Ξυρίζεται κάθε μέρα, κι αυτό το άρωμα σφίγγει το πρόσωπό της. Χθες βρήκα στην τσέπη του μια απόδειξη από το Χρυσή Κλωστή. Μου λέει ψέματα, δεν με κοιτάζει στα μάτια, και κλαίει αθόρυβα. Γιατί άνοιξε το σεντούκι με τα παλιά μου φορέματα; Μπήκα μέσα, μου λέει Τι ψάχνεις, ε; και μου βροντάει την πόρτα. Σίγουρα γέρασα, άσχημη έγινα. Αλλά κι αυτός δεν είναι βούζας
Την χαϊδεύω στην αδύναμη πλάτη, σκέφτομαι: Άντρες, τι κάνετε;
Περίμενε, Δήμητρα. Ίσως να μην είναι αυτό που νομίζεις.
Πώς να μην είναι; μισογελάει πικρά. Τραγουδάει! Κλείνεται στο συνεργείο, χτυπάει με το σφυρί και τραγουδάει Ένα μάζεμα, ένα μάζεμα. Δεν τραγουδάει ποτέ. Σίγουρα ερωτεύτηκε.
Έφυγε, αλλά εγώ όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Αποκλείεται ο Λευτέρης, στιβαρός σαν ελιά, να κάνει οικογενειακή καταστροφή στα γεράματα. Σκληρός, ναι. Μουγκός, ναι. Αλλά όχι βλακεία.
Περνάει η εβδομάδα. Η ένταση στο χωριό φούσκωνε σαν φύλλο για σπανακόπιτα. Ιδέες ultra: από τη βιβλιοθηκάριο του δήμου ως την Αθηναία που αγόρασε εξοχικό παραδίπλα.
Ο Λευτέρης περπατάει αφοσιωμένος, με μάτια που πυρπολούν, πιο αδύνατος, μα πετάει, τρόπον τινά. Δεν βλέπει κανέναν.
Σάββατο αργά τρέχει ο γείτονας, ο μικρός Γιώργος:
Θεία Φωτεινή! Ο παππούς Λευτέρης έπεσε! Η γιαγιά Δήμητρα σε φωνάζει!
Παίρνω τη βαλίτσα του γιατρού και τρέχω. Τα πόδια μου γλιστράνε, η σκέψη μου μία: Όχι έμφραγμα! Θεέ μου, όχι έμφραγμα
Μπαίνω σα σίφουνας στη αυλήο Λευτέρης ξαπλωμένος στο χορτάρι, πρόσωπο γκρίζο, χείλη μπλε. Η Δήμητρα γονατιστή, του κρατάει το κεφάλι. Όλη η αυλή γεμάτη σανίδες, καδρόνια, βαζάκια μπογιάς και, στη μέση, μισοχτισμένη, μια λευκή, αέρινη, κάπως δαντελένια κιόσκι.
Τρέχω, πιάνω τον Λευτέρη, ψάχνω σφυγμότρέχει. Μετράω πίεσηψηλή.
Τι έγινε;
Σανίδα βαριά σήκωσα, ψιθυρίζει. Σκοτείνιασαν τα μάτια στην πλάτη πόνος και εδώ δείχνει το στήθος.
Απλά υπερκόπωση. Δυο ενέσεις για ανακούφιση και να πέσει η πίεση. Ξαπλώνει, αναπνοή σταθερή.
Δήμητρα, φώναξε τον γείτονα, τον βάζουμε μέσα. Μη μένει στη χλωρή γη.
Βάζουμε τον Λευτέρη στο κρεβάτι.
Γιατί το κιόσκι τώρα, Λευτέρη; Φθινόπωρο, χειμώνα μυρίζει.
Ο Λευτέρης την κοιτάζει στην ψυχή, γεμίζει τα πνευμόνια του, ψάχνει κάτω απ το μαξιλάρι και βγάζει ένα βελούδινο κουτί και ένα παλιό τετράδιο, κιτρινισμένο.
Δεν το φανταζόμουν έτσι, Δήμητρα, και η φωνή του τρέμει σαν παιδικό. Θυμάσαι τι μέρα έχουμε αύριο;
Η Δήμητρα μένει άφωνη, χαμογελά ελαφρώς:
Είκοσι Οκτωβρίου Κυριακή
Πριν σαράντα χρόνια τι έγινε;
Σκοντάφτει, καλύπτει το στόμα με το χέρι.
Θεέ μου, Λευτέρη, το ξέχασα τελείως! Με τα χιλιάδες μυαλά και τις στεναχώριες η ρουμπινένια μας επέτειος!
Ο Λευτέρης της δίνει το τετράδιο:
Είναι το παλιό σου ημερολόγιο, Δήμητρα. Το βρήκα στο σεντούκι στη σοφίτα.
Το διάβασες; κοκκινίζει.
Το διάβασα, και συγγνώμη. Έκλαψα διαβάζοντάς το.
Παίρνω βαθιά ανάσα. Ησυχία, μόνο το ρολόι χτυπάει: τικ-τακ, τικ-τακ.
Ονειρευόσουν, λέει, να έχουμε σπίτι, κήπο, και οπωσδήποτε κιόσκι δίπλα στο ρέμα, να πίνουμε τσάι και να ακούς δίσκους. Να φοράς γαλάζιο φόρεμα με δαντέλα Κι εγώ δουλειά, δουλειά Το σπίτι το χτισα, το κιόσκι πάντα μετά. Ούτε χρήματα, ούτε χρόνος Ούτε δύναμη. Κι εσύ το άντεξες τον γκρινιάρη μου χαρακτήρα.
Γυρνάει στη γυναίκα του:
Κι έτσι περάσαμε τη ζωή, χωρίς ποτέ να σε κάνω να νιώσεις πιο παραμυθένια, ούτε ένα γαλάζιο φόρεμα. Είπα να προλάβω πριν την επέτειο. Πήγα στην Αθήνα για υφάσματα και δαχτυλίδι. Η Όλγα, η μοδίστρα, έραψε το φόρεμα με τις παλιές σου μετρήσεις. Το κιόσκι δεν τα κατάφερα, γέρασα. Ήθελα έκπληξη. Και τελικά μπέρδεψα τους ανθρώπους, σε τράβηξα στα άγχη.
Η Δήμητρα πέρασε δίπλα του, έπεσε στα γόνατα, και κόλλησε το πρόσωπο στο χέρι τουτο χέρι το μαραγκόδικο, τραχύ, αγαπημένο.
Είσαι χαζός, Λευτέρη μου, λέει κλαμένη, αλλά με χαμόγελο που γεμίζει το σαλόνι. Πόσο χαζός Νόμιζα πως είχες βρει νέα, νεαρή. Ότι με ξέχασες. Αλλά το κιόσκι!
Τι λες, Δήμητρα; ανασηκώνεται. Καμιά άλλη; Έλα πάρ το φόρεμα από την ντουλάπα, στο πακέτο. Δοκίμασέ το.
Θα μου κάνει, γνέφει χωρίς να σηκώνει το κεφάλι. Και στενό αν είναι, θα το βάλω.
Σκουπίζω τη μύτη, τα μάτια μου βρέχουν. Μαζεύω το πιεσόμετρο.
Έτσι, λέω με επίτηδες τραχιά φωνή. Ο ασθενής σε κρεβάτι. Όχι καδρόνια, όχι σφυριά. Αύριο εδώ να κάνω έλεγχο.
Ο Λευτέρης με κοιτάει σαν να του φερα λουλούδια:
Φωτεινή μην το λες στο χωριό. Θα γελάσουν. Θα πουν, ο γέρος πήρε την κάτω βόλτα.
Άντε, λέω. Δεν ξέρουν τίποτα. Καλό κουράγιο!
Βγαίνω στη βεράντα. Τα σύννεφα έχουν φύγει, εμφανίζεται τεράστια, κίτρινη πανσέληνος. Ο αέρας καθαρός, μυρίζει φύλλα, λίγο καπνό, κι από κάπου μήλα!
Στο χωριό δεν κρύβεται τίποτα. Πήραν είδηση ότι ο Λευτέρης ετοιμάζει έκπληξη στη Δήμητρα και ταλαιπωρήθηκε.
Την επόμενη μέρα, κόσμος πάει στο σπίτι των Αντωνίωνάντρες με εργαλεία, σιδεράς φέρνει διακοσμητικά, μαραγκός χρώματα. Δουλειά φουλ!
Το απόγευμα το κιόσκι στέκεταιλευκό, κομψό, σαν νύφη. Βάλαμε τραπέζι με κεντημένη τραπεζομάντιλα, και πάνω ζεστό ελληνικό καφεδάκι και πιατάκια. Πανηγύρι! Κόσμος μέσα κι έξω απ το κιόσκι.
Μετά βγαίνει η Δήμητρα με γαλάζιο φόρεμα και δαχτυλίδι στο δάχτυλο, μαλλιά χτενισμένα, χείλη φωτεινά και μάτια σαν προβολείς, και δίπλα, ο Λευτέρης, ακόμα χλωμός αλλά με γιορτινή ζακέτα και εργατικά παράσημα.
Έφερε ο Λευτέρης τον παλιό γραμμόφωνο που είχε ανταλλάξει στην Αθήνα. Βάζει δίσκο. Ακούγεται το Σ αγαπώ γιατί είσαι ωραία
Ο Λευτέρης προσκαλεί την γυναίκα του και κάνουν αργά ένα χορό. Τα πόδια δεν είναι όπως παλιά, αλλά βλέπει μόνο εκείνη. Σαν να πέρασαν σαράντα λεπτά, όχι σαράντα χρόνια.
Όλοι κοιτάνε. Οι γυναικες κλαίνε και σκουπίζουν τα μάτια με το μαντίλι. Οι άντρες καπνίζουν βαριά, κοιτάζουν κάτω σκέφτονται τη δικιά τους, πότε της χάρισαν τελευταία λουλούδι ή είπαν ευχαριστώ.
Σκέφτομαι πόση ενέργεια ξοδεύουμε σε πείσματα, ζήλιες, λόγια χωρίς ουσία, και η ζωή είναι πιο μικρή απ όσο νομίζουμε. Ό,τι αξίζει είναι το ζεστό χέρι του δικού σου, όταν τον κοιτάς στα μάτια και βλέπεις φωςμόνο για σένα.





