Γιατί ήρθες, Ολίνα; – Η μάνα στεκόταν στην πόρτα, μισάνοιχτη, γεμάτη παράπονο. – Πώς να αντικρίσω τώ…

Γιατί ήρθες; Η μητέρα κράταγε την πόρτα μισοκλειστή, λες και περίμενε να περάσει ο Χάροντας. Πώς να αντικρίσω τώρα τον κόσμο; Δεν είσαι πια κόρη μου. Μόλις άρχισαν να σταματούν τα κουτσομπολιά, εμείς με τον πατέρα σου μισό χρόνο δεν πατήσαμε στο μανάβικο. Γιατί ήρθες; Ε, για πες;

Ποιος είναι, Γεωργία;

Η μεγάλη σου κόρη γύρισε.

Η Καλλιόπη;

Ο πατέρας άνοιξε την βαριά ξύλινη πόρτα με δύναμη. Άκουσαν μέχρι και οι γείτονες απ τα τζάμια πώς έτριξε.

Κοίταξε την κόρη του απ την κορφή μέχρι τα νύχια. Της κοβόταν η ανάσα.

Πήγαινε όπου θες, δεν θέλω να σε βλέπω. Άντε φύγε! Κι έτσι όπως είσαι

Η Καλλιόπη δεν μίλησε. Κοίταζε από κάτω απ το πυκνό της μαύρο φρύδι, ελπίζοντας μέχρι τελευταία στιγμή. Περίμενε ότι θα την λυπηθούν οι γονείς της, θα την αφήσουν να μπει μέσα. Πού αλλού να πάει; Έγκυος, διωγμένη από τη δουλειά, το νοίκι απλησίαστο, τα ευρώ λίγα κι αυτά. Κανείς δεν ήθελε να ακούσει, να καταλάβει. Της φάνηκε ο κόσμος άγριος.

Κατέβηκε τα τρία στενά σκαλάκια, κρατώντας την κοιλιά της.

Μην κουράζεσαι, δεν θα μαλακώσω, γύρισε την πλάτη η μάνα.

Ο πατέρας έκλεισε δυνατά την πόρτα.

Η Καλλιόπη μαζεύτηκε, μην τυχόν ξεσπάσει σε κλάματα. Το μωρό μέσα της στριφογύρισε, λες και ήξερε την ταραχή της. Εδώ κατέληξε τελικά, πίσω στους δικούς της

Το χιόνι ναι, ακόμα κι η Αρκαδία μπορεί να χιονίσει έτριζε κάτω απ τις μπότες της, κάπως σαν να της έλεγε «κουράγιο». Έκλεισε πίσω της το σιδερένιο πορτάκι, κοίταξε το φωτισμένο παράθυρο της κουζίνας. Οι κουρτίνες, σφαλιστές.

Στο μικρό μινιμάρκετ του χωριού ήταν ζεστά. Πέρασε διστακτικά μέσα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Δεξιά ο πάγκος, πίσω η κυρα-Ειρήνη, αριστερά οι βιτρίνες και μια μπλε ντουλάπα με το λουκέτο της.

Μια φρατζόλα ψωμί, παρακαλώ, μέτρησε ρέστα σε ευρώ.

Ά, η Καλλιόπη παρουσιάστηκε!

Η Καλλιόπη κοιτούσε το πάτωμα:

Το ψωμί, σας παρακαλώ.

Πάρε, αν και δεν θα πρεπε κανονικά Αλλά εγώ σ αυτό το πανί στηρίζομαι.

Η κυρα-Ειρήνη της έδωσε τη φρατζόλα και ετοιμάστηκε να πει κι άλλα. Αλλά τότε άνοιξε η πόρτα, μπήκε ένα νεαρό ζευγάρι.

Έφυγε η Καλλιόπη όπως είχε έρθει με την ίδια μικρή βαλίτσα στο χέρι, όπως τότε που έφυγε απ το χωριό.

Προσπάθησε να κρύψει το ψωμί, αλλά η φρατζόλα τεράστια, φρέσκια, έμοιαζε έτοιμη να ξεφύγει παντού και να διαλαλεί την επιστροφή της. Η κυρα-Ειρήνη άρχισε να κουβεντιάζει για την Καλλιόπη με το ζευγάρι, δείχνοντας με το κεφάλι της προς το μέρος της, αλλά εκείνη έκανε πως δεν ακούει, έφυγε βιαστικά για έξω.

Άρχισε να πέφτει χιόνι. Η Καλλιόπη έκοψε κομμάτι απ το ψωμί, έκλεισε τα μάτια. Ένα λιγότερο πρόβλημα, σκέφτηκε.

Πήγε πίσω από το μαγαζί, στηρίχτηκε στον τοίχο, έφαγε σιωπηλά, λες και το ψωμί έκρυβε αναμνήσεις, μυρωδιές και λίγη παρηγοριά.

Καλλιόπη; ήρθε μια φωνή μπροστά της.

Άνοιξε τα μάτια πάγωσε μες στη νύχτα.

Καλησπέρα, είπε χαμηλόφωνα, κάτι ανάμεσα σε απολογία και ανακούφιση. Ήταν η γιαγιά του Ανδρέα, η κυρα-Δέσποινα.

Τι κάνεις εδώ, κρυμμένη σαν κλέφτρα;

Η γιαγιά κοίταξε διακριτικά την κοιλιά της.

Δεν έχω πού αλλού να πάω, με έδιωξαν οι δικοί μου.

Εκεί που έμεινες, δεν χώρεσες;

Η Καλλιόπη σήκωσε τους ώμους.

Έλα, είπε η γιαγιά, και δεν ρώτησε τίποτα άλλο.

Έφυγε μπροστά με το μπαστούνι της, αποφασιστική.

Η Καλλιόπη κάθισε λίγο, παίρνοντας ανάσα, και ύστερα την ακολούθησε. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο, ήθελε μόνο ύπνο είχε εξαντληθεί.

Το μικρό σπιτάκι στο τέλος του χωριού της φάνηκε γνώριμο. Πόσες φορές, μικρά, είχαν περάσει με τον Ανδρέα από εκεί, πηγαίνοντας προς το μυστικό τους μέρος στο ρέμα. Μια φορά ο Ανδρέας της φώναξε:

Γιαγιά, τα λέμε το πρωί!

Καλησπέρα! είχε χαιρετήσει τότε η Καλλιόπη για να κάνει καλές εντυπώσεις.

Η γιαγιά, που τη θυμόταν καλά (και πώς να την ξεχάσει μετά από όσα είχαν γίνει), την κοίταξε με πονηρό βλέμμα. Ήθελε να μπορούσε να γυρίσει ο χρόνος πίσω η Καλλιόπη, να ξεφορτωθεί την ντροπή της και να νιώσει ξανά ανέμελη, να φλερτάρει, να ελπίζει, να φιλάει αθώα μεθυσμένη από πρώτο έρωτα.

Δεν ήξερε ακριβώς γιατί ο Νεκτάριος, συμμαθητής απ το γυμνάσιο, της είχε δείξει ξαφνικά ενδιαφέρον. Δεν ήταν ούτε πιο όμορφη, ούτε πιο κοινωνική από τις άλλες. Ο ίδιος το έλεγε: „τι να πω, έτσι μου ήρθε.” Εκείνη αποδέχτηκε το φλερτ ποιος δεν θέλει να αρέσει κάπου; Ο Νεκτάριος κρατούσε πάντα την τσάντα της, την πήγαινε σπίτι, και τελικά άρχισαν να βγαίνουν. Το πήραν σοβαρά, ονειρεύονταν μέχρι και γάμους. Οι γονείς που πότε λένε όχι; χαμογέλαγαν, αποθήκευαν μελομακάρονα για τη μοιραία στιγμή.

Η γνωριμία της με τον Ανδρέα έγινε εντελώς τυχαία, από κείνες που οι μάνες λένε „ήταν γραφτό”. Καλοκαίρι, γύριζε από την Τρίπολη όπου προσπαθούσε να πιάσει μια σχολή. Ο Νεκτάριος είχε ξεμείνει να βοηθάει τον πατέρα του παραδοσιακές δουλειές. Από τη στάση μέχρι το χωριό δυο χιλιόμετρα, όλη της η ζωή μπροστά της: χωράφια, ήλιος, αέρας.

Ξαφνικά έσκασε μύτη καταιγίδα και πάγωσε σαν να την στόχευε καιρό τώρα ο καιρός. Ουρανός μισός μπλε, μισός μαύρος. Έβγαλε τα πέδιλα, τάχωσε σε μια σακούλα, έριξε τη σακούλα στο κεφάλι. Περπατούσε γρήγορα κι ύστερα έτρεξε αλλά το νερό την πρόλαβε. Και μαζί με το νερό, ήρθαν τα φρένα του αυτοκινήτου του Ανδρέα:

Σου κάνω σήμα, εσύ αλλού. Φοβάσαι τη βροχή; της φώναξε.

Ο Ανδρέας, γιος του κυρίου Κώστα του σιδερά. Μάνα του δεν υπήρχε από τότε που ήταν μικρός, μόνος με τον πατέρα του. Καλή ψυχή, πρακτικός τύπος. Της έδωσε στεγνά ρούχα, έριξε μια μπλούζα πάνω της μη φοβάσαι, είμαι δικός σου άνθρωπος.

Τα είπαν, βρήκαν χημεία που δεν είχε βρει ποτέ με τον Νεκτάριο. Όλη τη διαδρομή γέλαγαν, ένιωθαν λες και γνωρίζονταν χρόνια ολόκληρα. Στα φιλιά του Νεκτάριου, η Καλλιόπη κουνούσε το κεφάλι, τίποτα απολύτως, σκεφτόταν. Στα αστεία του Ανδρέα, η καρδιά της χοροπήδαγε σαν πεινασμένη γάτα.

Η μάνα της το κατάλαβε πως άλλαξε το κέφι της, αλλά όχι το γιατί. Η Καλλιόπη άρχισε να ψάχνει κάθε αυτοκίνητο που περνούσε απ το χωριό, μήπως φανεί ο Ανδρέας.

Τον Νεκτάριο τον χώρισε μια μέρα στα ξαφνικά.

Τι έγινε ρε Καλλιόπη; απορημένος εκείνος.

Εσύ θα πας φαντάρος, εγώ θα σπουδάσω. Ας χωρίσουμε φίλοι, αν μας ξαναβγάλει η ζωή μαζί, βλέπουμε.

Ποιος θα με περιμένει εμένα μωρέ; Εγώ γι αυτόν τον έρωτα από το γυμνάσιο

Την άλλη μέρα ήρθαν οι γονείς του Νεκτάριου έξαλλοι. Καβγάς, τσιρίδες, κατηγορίες. Η Καλλιόπη ξέφυγε από την πίσω αυλή, περπάτησε με τις ώρες μέχρι που έπεσε πάνω στον Ανδρέα.

Τι έπαθες; τη ρώτησε.

Σκέφτομαι συνέχεια εσένα, του απάντησε.

Κι εγώ, από εκείνη τη μέρα.

Φιλήθηκαν, τρυφερά και σπιρτόζικα. Ένιωθαν παντοδύναμοι, σίγουροι πως όλα θ αντέξουν.

Ένα τυχαίο σούσουρο στο χωριό όμως τους πρόδωσε, τους είδε κάποια κυρά, και λίγες μέρες μετά οι φήμες είχαν φτάσει στον Νεκτάριο. Έγινε φασαρία, πιάστηκαν στα χέρια στο πάρκο, ένα τσούρμο κόσμος μαζεύτηκε να παρακολουθήσει το ελληνικό δράμα. Ο Ανδρέας βρέθηκε στο ποτάμι, ο πατέρας του έπεσε μέσα να τον σώσει. Η Καλλιόπη νόμιζε πως όλα τέλειωσαν.

Το ίδιο βράδυ πήρε τα λιγοστά της πράγματα, τα ευρώ απ το ταμείο, και εξαφανίστηκε για την Αθήνα.

Στου σπιτιού της κυρα-Δέσποινας έφτασαν αργά έξω έπεφτε πια χιόνι. Η γιαγιά έβγαλε τα παπούτσια με κόπο.

Κάτσε να σε βοηθήσω, γιαγιάκα, είπε η Καλλιόπη, σηκώνοντας την κοιλιά σα να σήκωνε ψώνια.

Άστα, αν αρχίσω να κάθομαι θα καταντήσω σαν τις γριές που όλη μέρα μονίμως παραπονιούνται! Εσύ πότε έχεις να γεννήσεις;

Φλεβάρη.

Σύντομα, ε; Του Ανδρέα το μωρό, έτσι;

Η Καλλιόπη την κοίταξε στα μάτια με σιγουριά:

Ναι.

Καλά τότε. Θα σου στρώσω, αύριο βλέπουμε.

Το σπίτι μικρό, δύο δωμάτια όλο κι όλο. Μύριζε γνώριμα σαν τις πίτες που της είχε φέρει κάποτε ο Ανδρέας από εδώ. Δεν πρόλαβε να κλείσει μάτι, νιαουρίζει ο γάτος της γιαγιάς, πήδηξε πάνω στο στρώμα κάνοντας κατάληψη στην κοιλιά της. Ευτυχώς την πήρε ο ύπνος παρέα του.

Ξύπνησε απ τη μυρωδιά ζύμης η κυρα-Δέσποινα ετοίμαζε τηγανίτες.

Με μαρμελάδα ή με χόρτα τις θες;

Μαρμελάδα, είπε κρατώντας την κοιλιά σαν τρόπαιο.

Πώς σε λένε; Βλέπεις, εγώ γιαγιά στο χωριό μόνο είμαι γνωστή!

Δέσποινα είπαμε!

Ε, έλα, μου φαίνεται θα γεννήσεις και νωρίτερα. Δύο εβδομάδες ακόμα…

Αμ γιατί κορίτσι; απόρησε πάλι η Καλλιόπη.

Καρδιά της γιαγιάς μου το λέει!

Μέσα στη βδομάδα η Καλλιόπη γέννησε κοριτσάκι. Με τη γιαγιά να χαμογελάει πλατιά:

Ευχαριστώ, Καλλιόπη μου.

Γιατί, γιαγιά;

Γιατί το μωρό σου είναι της οικογένειας μας, το είδα απ το δαχτυλάκι του ποδιού που το χε κι ο γιος μου. Θα χαρεί κι ο Ανδρέας.

Ορίστε; Ζει;

Ασφαλώς και ζει. Μην τρομάζεις, αγόρι μου. Μες στο χωριό είναι. Αδύναμος, αλλά στο σπίτι του. Μείνε ήσυχη να ταΐζεις το παιδί, θα τον δεις όταν μπορέσεις. Να ησυχάσεις λίγο, κι αυτός εδώ δεν πάει πουθενά!

Η Καλλιόπη έκλαιγε με το μωρό στην αγκαλιά.

Λίγες μέρες μετά, η κυρα Δέσποινα γύρισε στο σπίτι με τον πατέρα του Ανδρέα.

Κοίτα την Κατερίνα Ανδρέου, ακούγεται ωραία;

Ο πατέρας δεν την κοίταξε καθόλου την Καλλιόπη, μόνο την εγγονή του χάιδεψε και χαμογέλασε πλατιά.

Στο όνομα του Ανδρέα την δηλώσατε; ρώτησε.

Ασφαλώς. Κοίτα το δαχτυλάκι της, ίδιο με του γιου σου.

Ευχαριστώ, Καλλιόπη μου. Για την εγγονή. Δεν το πα ακόμα του γιου μου. Να πάμε;

Έξω απ το σπίτι η Καλλιόπη σταμάτησε, πήρε βαθιά ανάσα. Μπήκαν, ο Ανδρέας στο κρεβάτι, κοιτούσε το κινητό. Η Καλλιόπη έτρεξε κοντά του κι αγκαλιάστηκαν.

Ορίστε, μπαμπά! Πάρε την Κατερίνα.

Ποια;

Αυτήν! δικιά σου είναι, είπε ο πατέρας.

Έμειναν μόνοι, η γιαγιά με το μωρό και ο παππούς στην κουζίνα. Η Καλλιόπη δίπλα στον Ανδρέα, πρώτη φορά ήσυχη.

Δεν ήξερα πως ζεις, Ανδρέα Κανείς δεν μου είπε. Μα τώρα δεν φεύγω πια.

Μην φύγεις ποτέ. Είμαι ευτυχισμένος. Εσείς οι δύο είστε το σπίτι μου.

Αν σας άρεσε ο παραπάνω συρφετός της ελληνικής οικογενειακής ψυχολογίας, αφήστε σχόλιο, πατήστε καμιά καρδούλα να χαιρόμαστε, και τα λέμε στα επόμενα καυτά επεισόδια!

Oceń artykuł
Γιατί ήρθες, Ολίνα; – Η μάνα στεκόταν στην πόρτα, μισάνοιχτη, γεμάτη παράπονο. – Πώς να αντικρίσω τώ…