– Γιώργο, με ακούς καθόλου; Δηλαδή πρέπει εγώ να μείνω έγκυος στα σαράντα για να διορθώσω τα λάθη τη…

Ντίνο, ακούς τι λες; Δηλαδή πρέπει εγώ στα σαράντα μου να κυκλοφορώ με φουσκωμένη κοιλιά, μόνο και μόνο για να διορθώσω τα λάθη της νιότης σου;

Και γιατί πρέπει εγώ ξαφνικά να πληρώνω για το ότι εσύ προτιμούσες το συνεργείο σου από τον ίδιο σου τον γιο; ρώτησε η Μαρίνα με εμφανή απορία στη φωνή της.

Ρε Μαρίνα, πάλι τα ίδια! επέμεινε ο Ντίνος. Ναι, τότε ήμουν αδέξιος, δεν καταλάβαινα, δεν ήξερα τι χάνω. Και τώρα τα χασα όλα, ο Πέτρος ούτε καν με βλέπει για πατέρα!

Και πού έχει άδικο; χαμογέλασε πικρά η Μαρίνα. Δεκαεπτά χρόνια ζούσε με έναν συγκάτοικο και όχι με έναν πατέρα. Τι νόμιζες δηλαδή, το παιδί ανάβει και σβήνει σαν τηλεόραση όταν τάχα θες να παίξεις τον μπαμπά;

Το πρόσωπο του Ντίνου σκοτείνιασε. Τα μάτια του γέμισαν με το ίδιο ενοχλημένο ύφος, που η Μαρίνα αναγνώριζε όποτε γινόταν κουβέντα για τις ευθύνες του ως γονιός.

Σταμάτα, αυτά είναι για τα παλιά. Δώσε μου μία δεύτερη ευκαιρία, το θέλω. επέμεινε με σκληρότητα.

Για να παίξεις λίγο ακόμα μπαμπά και να τα παρατήσεις όλα πάλι πάνω μου; Να μεγαλώνει ακόμη ένα παιδί χωρίς πατέρα; η Μαρίνα σταύρωσε τα χέρια της. Ευχαριστώ πολύ, μια φορά μου έφτανε. Όχι, δεν το συζητώ καν, Ντίνο.

Η αντίδραση του ήταν ένα άγριο, προσβεβλημένο γέλιο, που σφράγισε με τον θυμό του. Δεν είχε να απαντήσει τίποτε, βυθίστηκε στο κινητό του με ενοχλημένη σιωπή.

Ο καβγάς έληξε. Για την ώρα. Αλλά η λύση δε βρέθηκε. Στην ψυχή της Μαρίνας έμεινε βάρος. Και πιο πολύ για τον γιο της, τον Πέτρο.

…Ήταν είκοσι τριών όταν ο Πέτρος γεννήθηκε. Θυμόταν ακόμα πόσο κουρασμένη μα και ευτυχισμένη στεκόταν έξω από το νοσοκομείο, κρατώντας το βρέφος τυλιγμένο σε λευκή κουβέρτα σφιχτά στην αγκαλιά της.

Ο Ντίνος πετούσε από πάνω τους σαν γεράκι, δεν πήγαινε πουθενά μακριά. Λάμπανε τα μάτια του από χαρά, τακτοποιούσε την κουβέρτα, φιλούσε τη Μαρίνα στο μέτωπο, έπαιρνε μαγεμένος τον γιο του στην αγκαλιά.

Φτυστός εγώ! Κοίτα τη λακκούβα στο πηγούνι! έλεγε καμαρωτά με ενθουσιασμό. Πατέρας, Μαρίνα! Εγώ είμαι τώρα πατέρας!

Τώρα το συνειδητοποιώ πραγματικά… Θα τα κάνω όλα γι’ αυτόν, και μαζί του! Βόλτες, πάνες, μαθήματα μπάλα… Θα γίνω ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, θα δεις!

Κι η Μαρίνα τον κοίταζε με πίστη και λαχτάρα. Της φάνηκε πως η ευτυχία τους θα ταν πλήρης, γεμάτη αγάπη, φροντίδα και κοινές χαρές.

Η πραγματικότητα, όμως, είχε άλλα σχέδια πιο πεζά και βαριά…

…Βαθιά νύχτα. Με τους μαύρους κύκλους να βαθαίνουν κάτω από τα μάτια της, η Μαρίνα κάνει βόλτες αγκαλιά με το μωρό που ουρλιάζει απ τους κολικούς. Τρίτη φορά μέσα στη βραδιά. Ο Ντίνος γυρίζει με βαριά δυσφορία στο κρεβάτι, τραβώντας το πάπλωμα πάνω απ το κεφάλι.

Κάν το να σταματήσει! μουρμουρίζει ενοχλημένος. Αύριο δουλεύω από νωρίς!

Η Μαρίνα έφευγε στην άλλη μεριά του σπιτιού με δάκρυα αδυναμίας. Το παιδί έκλαιγε ακόμα πιο δυνατά, μα δεν είχε επιλογή. Έκλεινε την πόρτα και κουνούσε τον Πέτρο για ώρες, μόνο και μόνο για να ξεκουραστεί ο άντρας της.

Σαββατοκύριακο. Εξαντλημένη από την αϋπνία, ζητά με μισή καρδιά.

Ντίνο, μπορείς να τον πας μια βόλτα για δυο ωρίτσες; Δεν αντέχω άλλο, θέλω να κοιμηθώ λιγάκι

Μαρίνα άσ το για αργότερα, τώρα δεν προλαβαίνω! Τα παιδιά φέρνουν αυτοκίνητο στο συνεργείο, πρέπει να το δω

Αλλά εγώ…

Έλα, είσαι δυνατή, θα τα καταφέρεις! Θα γυρίσω και θα βοηθήσω.

Η πόρτα έκλεινε και η Μαρίνα έμενε μόνη, να παλεύει με τη „δύναμή” της και το αγκομαχητό της μητρότητας. Το «μετά» όλο αναβαλλόταν.

Ο χρόνος περνούσε. Ο Πέτρος μεγάλωνε. Η Μαρίνα προσπαθούσε να φέρει σε επαφή πατέρα και γιο. Πλησίαζε τον Ντίνο, αραχτό στην πολυθρόνα μπροστά στα αθλητικά, προσφέροντάς του το ροδαλό αγοράκι με απλωμένα χέρια.

Πάρε τον, παίξε λίγο μαζί του, έλεγε, όχι πια για να ξεκουραστεί, αλλά για να τους ενώσει ως οικογένεια.

Ο Ντίνος τον έπαιρνε με απροθυμία, λες και του έδωσαν κάτι ύποπτο. Τον κρατούσε τεντωμένα χέρια, κοίταζε πάνω απ το κεφάλι του την τηλεόραση. Με το που τέλειωνε το διάλειμμα, ακουμπούσε τον μικρό στο πάτωμα και ξανά στον καναπέ μπροστά στον αγώνα.

Και να ο Πέτρος πέντε χρονών, κάθεται στο χαλί μέσα στο σαλόνι, χτίζει κάστρα με τουβλάκια. Ο Ντίνος περνάει, δεν του δίνει σημασία. Ο μικρός ούτε που τον κοιτάει. Έχει συνηθίσει πια την απουσία του μπαμπά.

Δεν ήταν τελείως άχρηστος ο Ντίνος έφερνε ευρώ στο σπίτι, βοηθούσε λίγο στο μαγείρεμα ή στο συμμάζεμα. Μα το σημαντικότερο, την παιδική ηλικία του παιδιού του, την είχε σπαταλήσει αλλού. Και τώρα ο Πέτρος μεγάλος πια δεν τον έβλεπε πλέον σαν πατέρα.

Πέτρο, πώς πάνε τα πράγματα στο σχολείο; τον ρώτησε κάποια στιγμή ο Ντίνος.

Εμμ… Καλά, απάντησε ο γιος αμήχανα.

Και με τα διαβάσματά σου, όλα εντάξει; Πες μου αν θες βοήθεια, μπορώ να σε βοηθήσω. Η μόρφωση είναι σημαντική!

Δεν θέλω να καταλήξεις να μαζεύεις σκουπίδια στους δρόμους!

Όχι, εντάξει μπαμπά, όλα καλά, έλεγε ο Πέτρος και έκανε να φύγει τρέχοντας για το δωμάτιό του.

Ε, αν θες, το ΣΚ πάμε για ψάρεμα! φώναζε ο Ντίνος πίσω του.

Ο Πέτρος δεν απαντούσε πια. Μόνο η Μαρίνα ήξερε ότι απόψε είχε πάρτι στο σχολείο, ότι είχε καλέσει μια συμμαθήτρια που του άρεσε και εκείνη του αρνήθηκε και πως, το ψάρεμα καθόλου δεν τον νοιάζει.

Όλα είχαν δρομολογηθεί. Ο Πέτρος είχε πάψει πια να είναι το μικρό παιδί που ζητούσε πατρική προσοχή. Η παιδικότητα που ο Ντίνος βάσκανα ήλπιζε να ξαναβρεί, είχε περάσει ανεπιστρεπτί.

Όταν το συνειδητοποίησε ο Ντίνος, άρχισε να θέλει ένα «καθαρόγραφο» δεύτερο παιδί. Η Μαρίνα, που θυμόταν κάθε αϋπνία της, ήταν ανένδοτη.

Τα προβλήματα έφτασαν στ αυτιά των συγγενών.

Μαρίνα μου, τα ξέρω όλα, ο Ντίνος μου τα είπε. Άκουσέ με, παιδάκι μου, κάνε δεύτερο. Ο Ντίνος έχει αλλάξει! Μην του στερείς μια δεύτερη ευκαιρία. Τι ευτυχία να ξαναμεγαλώνεις μωρό!

Η πεθερά πήρε σειρά.

Μαρίνα, αν δεν το τολμήσεις, θα τον χάσεις, της είπε αυστηρά. Ένα όνειρο έχει ο άντρας: να ξαναγίνει πατέρας.

Δεν το κάνεις εσύ, το κάνει κάποια άλλη. Κι εσύ θα έχεις το όφελός σου. Σκέψου το μέλλον: ο γιος φεύγει από το σπίτι, με τον δεύτερο θα κρατήσεις το γάμο σου, θα έχεις υποστήριξη όταν γεράσεις.

Η Μαρίνα ένιωσε διπλά προδομένη ακούγοντας τα λόγια των άλλων γυναικών. Ήταν λες και το σώμα και η ζωή της έγιναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Όλοι την έβλεπαν μόνο σαν μάνα ή ως σύζυγο κανείς, ως εξαντλημένη γυναίκα που είχε ήδη ζήσει αυτή τη διαδρομή και ήξερε καλά πού καταλήγει.

Σε μια στιγμή απόγνωσης, συνέλαβε ένα σχέδιο, κάπως παράλογο αλλά αποδεικτικό. Βρήκε σε μια παλιά κούτα τα παιδικά πράγματα του Πέτρου και μέσα εκεί ένα ταμαγκότσι, παλιά ηλεκτρονική παιχνιδιά που έπρεπε να ταΐζεις, να παίζεις μαζί της, να καθαρίζεις, να τη φροντίζεις. Όταν γύρισε ο Ντίνος σπίτι από τη δουλειά, του έδωσε το πλαστικό αυγουλάκι με τη μικρή οθόνη.

Και αυτό; ρώτησε σαστισμένος.

Θα δοκιμαστείς. Αν μπορέσεις να κάνεις έστω το ένα δέκατο απ όσα απαιτούνται για να μεγαλώσεις παιδί, τότε τα ξαναλέμε. Πρέπει να το ταΐζεις, να του δίνεις προσοχή, ώρες, φροντίδα.

Σαν μωρό, αλλά απλά πατώντας κουμπάκια. Αν τα καταφέρεις και μετά από ένα χρόνο ζει ακόμα το ταμαγκότσι σου, τότε μπορείς να μιλήσεις για δεύτερο παιδί.

Στην αρχή ο Ντίνος γέλασε δυνατά νόμιζε πως ήταν αστείο. Όταν όμως κατάλαβε πως η Μαρίνα ήταν σοβαρή, το γέλιο έγινε νευρικότητα.

Σοβαρά; Συγκρίνεις ένα μωρό με αυτό το πλαστικό πράγμα;

Ξεκίνα τουλάχιστον από αυτό. Άμα δε βγάλει ούτε το ταμαγκότσι τη βδομάδα, τι κουβεντιάζεις για παιδί;

Ο Ντίνος το έβαλε στην τσέπη του γελώντας. Τις τρεις πρώτες μέρες ξυπνούσε κάθε βράδυ για να ταΐσει το ηλεκτρονικό ζωντανό. Στην πέμπτη μέρα άρχισε η γκρίνια, αλλά άντεχε. Στη βδομάδα διαμαρτυρήθηκε πως δεν την παλεύει στη δουλειά απ την αϋπνία.

Την όγδοη μέρα γύρισε σπίτι, πέταξε το ταμαγκότσι στο τραπέζι. Ένας σταυρός στην οθόνη το είχε τελειώσει.

Ξέχασα να το ταΐσω. Έτρεχα στη δουλειά… είπε αποφεύγοντας το βλέμμα της.

Από τότε οι καβγάδες και οι λογομαχίες δεν σταμάτησαν, μα η ένταση έπεσε. Η ασυνεννοησία έμεινε, ο Ντίνος όμως δεν επέμεινε ξανά με τόσο πάθος.

Τρία χρόνια αργότερα, η ζωή έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Ο Πέτρος, φοιτητής πια, έφερε τη φίλη του στο σπίτι και σε λίγο ανακοίνωσαν πως περίμεναν παιδί.

Ο Ντίνος άλλαξε ξανά. Ο ενθουσιασμός του δεν είχε όρια. Άρχισε πάλι να μιλά για νέο ξεκίνημα τώρα ως παππούς.

Έφερε καρότσι αγορασμένο με τις οικονομίες του, αγόρασε φορμάκια σε λάθος μέγεθος, παιχνίδια με μικροκομμάτια. Έδινε όρκους πως θα γίνει ο καλύτερος παππούς, πως θα βοηθά, θα προσέχει, θα κάνει βόλτες.

Η Μαρίνα παρακολουθούσε όλο αυτό γεμάτη σκεπτικισμό.

Όταν ο εγγονός γεννήθηκε, η ιστορία επαναλήφθηκε. Τις πρώτες εβδομάδες ο Ντίνος έτρεχε να βοηθήσει, κούνησε για λίγο το μωρό, έβγαλε φωτογραφίες. Γρήγορα, μόλις πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός, η φλόγα έσβησε.

Με δική του πίεση, οι νέοι νοίκιασαν δικό τους σπίτι, και η βοήθεια του Ντίνου περιορίστηκε σε μετρημένες Κυριακές, με το παιδί καθαρό και ταϊσμένο.

Μόλις το μωρό έκλαιγε, ο Ντίνος είχε «επείγουσα» δουλειά: τηλέφωνο απ το γραφείο, συνάντηση, κάτι στη μητέρα του και το εξοχικό.

Η Μαρίνα έτρεχε να βοηθήσει, κοίταζε τον γιο της, τη νύφη της και το κουρασμένο τους πρόσωπο, και καταλάβαινε πόσο σωστά είχε πράξει.

Ο Πέτρος μεγάλωσε άντρας υπεύθυνος και τρυφερός, δεν άφησε μόνη τη γυναίκα του ποτέ. Ο Ντίνος… έμεινε πάντα απλά αυτός που ήταν που αγαπούσε την ιδέα της πατρότητας, μα ποτέ την ουσία της.

Γράψτε στα σχόλια τη γνώμη σας. Έπραξε σωστά η Μαρίνα; Περιμένουμε τις σκέψεις σας, βάλτε καρδουλες!

Oceń artykuł
– Γιώργο, με ακούς καθόλου; Δηλαδή πρέπει εγώ να μείνω έγκυος στα σαράντα για να διορθώσω τα λάθη τη…