13 Οκτωβρίου
Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Σήμερα το πρωί, λίγο πριν αρχίσει η βροχή, ο μπαμπάς ήταν αποφασισμένος: θα έπαιρνε τη Λίλι, τη μικρή μας γατούλα, και θα την έδιωχνε. Όταν το κατάλαβα, κόλλησα στο κάγκελο της αυλής, τα δάχτυλά μου λευκά από τη δύναμη που κρατούσα, κι έκλαιγα τόσο που η μύτη μου έπρηξε και κοκκίνισε.
Μπαμπά, μη φύγεις! Τη Λίλι δεν μπορούμε να τη δώσουμε, είναι δική μας! του ψιθύρισα, πνιγμένη στα δάκρυα.
Αυτή η Λίλι σου, είπε με θυμό, τα κάνει όλα χάλια! Παντού! Και στον διάδρομο και δίπλα στη σόμπα, προχθές γέμισε τα παπούτσια μου. Δεν μπορεί να μάθει; Και τι να κάνω εγώ δηλαδή;
Αλλά, μπαμπά… προσπάθησα να ψελλίσω πάλι.
Φτάνει! φώναξε, και το βλέμμα του δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
Έβαλε μπροστά το παλιό λευκό Fiat, που είχε σκουριάσει στα φτερά, κι άκουσα τη Λίλι να νιαουρίζει κλεισμένη στο κουτί της. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, μόνο κοιτούσα πώς απομακρυνόταν το αυτοκίνητο στον δρόμο, κάνοντας άλματα στις λακκούβες.
Ο καιρός ήταν βαρύςένα σκούρο, χαμηλό σύννεφο σκέπαζε το χωριό μας κοντά στο Ναύπλιο, κι ο αέρας μου τραβούσε τις κοτσίδες και τα φουστάνια. Άκουσα τη μαμά, τη Μαρία, να φωνάζει από το παράθυρο:
Κατερίνα, μέσα γρήγορα! Θα κρυώσεις! Τι κάθεσαι έτσι;
Δεν απάντησα. Τα δάκρυά μου κυλούσαν καυτά και πικρά. Η Λίλι μας, η μικρή μας φουντωτή τζίντζερ με τα λευκά ποδαράκια, που κάθε βράδυ κουλουριαζόταν στα πόδια μου και έκανε γουργούρισμα… τώρα ήταν μακριά.
Το σπίτι μύριζε λάχανα γιαχνί και σπιτική ζύμηη μαμά ετοίμαζε τυροπιτάκια. Τα αδέρφια μου, ο Νίκος (δεκατριών), η Ελευθερία (έντεκα) κι ο Μανώλης (εννιά), „διάβαζαν” μπροστά στα τετράδιά τους, αλλά μόνο προσποιούνταν. Ο Νίκος έγνεφε το στυλό με θυμό, χωρίς να βλέπει το χαρτί. Η Ελευθερία είχε χωνευτεί πίσω από το βιβλίο, αλλά τα κόκκινα μάτια της πρόδιδαν την αλήθεια. Ο Μανώλης, το γλυκό μας πειραχτήρι, μασούσε σιωπηλά το μολύβι του.
Όλο έτσι γίνεται! ξεφώνησε ξαφνικά ο Νίκος, πετώντας το στυλό. Ο μπαμπάς αποφασίζει, και τέλος! Κανείς δε μας ρωτάει ποτέ!
Ησυχία, Νίκο! τον τράβηξε η μαμά, καθώς ζύμωνε με δρασκελιές στο τραπέζι. Ο πατέρας σας ξέρει τι κάνει. Έχουμε κι άλλες γάτες. Η Μάρθα κι ο Τζίμης ξέρουν να πηγαίνουν στην άμμο. Αλλά αυτή Η δική σας Λίλι
Μα δεν πρόλαβε να μάθει! φώναξε η Ελευθερία με λυγμούς.
Και ποιος θα τη μάθει δηλαδή; Εγώ; Εγώ που έχω το κεφάλι μου καζάνι από τις δουλειές; Βόδια, κατσίκια, το μποστάνι κι εσάς… Και να σκεφτώ και το βασιλικό καπρίτσιο αυτής!
Εμείς θα προσπαθούσαμε! ανταπάντησε η Ελευθερία.
Τώρα πια είναι αργά, έκοψε η μαμά.
Γύρισα ήσυχα, κάθισα στο παράθυρο κι αγνάντευα τη βροχή. Το χωριό ήταν γκρι, τα σπίτια και τα χωράφια βουτηγμένα στη μιζέρια.
Μαμά… θα γυρίσει πίσω η Λίλι; ρώτησα σιγανά.
Η μαμά αναστέναξε βαριά:
Δεν ξέρω, κορίτσι μου. Δεν μπορώ να ξέρω…
…
Μετά από λίγη ώρα, ο πατέρας γύρισε. Έβγαλε το βρεγμένο του μπουφάν, το κρέμασε στο καρφί, δεν μας κοίταξε καν.
Τι έγινε; ρώτησε η μαμά.
Την πήγα στο διπλανό χωριό, τη Στέρνα. Την άφησα στους Παπαδόπουλους, μου υποσχέθηκαν ότι θα τη φροντίσουν.
Και πόσο μακριά είναι; ρώτησε ο Μανώλης.
Πέντε χιλιόμετρα, ίσως και παραπάνω, μουρμούρισε εκείνος.
Δεν θα γυρίσει ποτέ, ψιθύρισε η Ελευθερία.
Κι ούτε χρειάζεται, αποκρίθηκε ο πατέρας κρύα. Τέλος η κουβέντα. Βάλε μου τσάι, Μαρία, ξεπάγιασα.
Η μαμά έφερε το ποτήρι το κλασικό, του έβαλε λίγα μακαρόνια με σάλτσα κι εκείνος έτρωγε αμίλητος, με πείσμα σχεδόν άγριο. Τα αδέρφια μου γύρω, κανείς δεν άγγιζε το φαγητό. Κοιτούσαμε όλοι τα πιάτα, σαν να κρυβόταν εκεί μέσα όλο το βάρος μας.
Το βράδυ, όταν όλοι γύρισαν στα δωμάτια για ύπνο, γύριζα και ξαναγύριζα στο κρεβάτι. Το μοιραζόμουν με την Ελευθερία. Έξω, ο ήχος της βροχής στο παράθυρο και το γάβγισμα των σκυλιών από τα χωράφια ακουγόταν σαν παρηγοριά και μαχαιριά μαζί.
Ελευθερία, κοιμάσαι; ρώτησα σιγανά.
Όχι, μου απάντησε το ίδιο χαμηλόφωνα.
Η Λίλι θα γυρίσει, είμαι σίγουρη. Θα βρει τον δρόμο για το σπίτι.
Μην τρέφεις αυταπάτες. Πώς να έρθει ως εδώ; Ο μπαμπάς την πήγε μακριά, πέντε χιλιόμετρα! Για μια μικρή γάτα είναι σαν να πήγε σε άλλη χώρα!
Ξέρει Θα μας βρει! έχει μυαλό η Λίλι!
Η Ελευθερία δε μίλησε. Γύρισε πλευρό. Εγώ έμεινα ξύπνια, παρακαλούσα σιωπηλά. Όπως έλεγε πάντα η γιαγιά: „Θεέ μου, φύλαγε τη Λίλι, βοήθησέ τη να γυρίσει κοντά μας. Σε παρακαλώ…”
Εκείνες τις ώρες, η Λίλι τρύπωνε, τυλιγμένη στην απελπισία, κάτω από τη σόμπα στο άγνωστο σπίτι των Παπαδόπουλων στη Στέρνα. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι ήταν καλοίτης έβαλαν μπολ με γάλα, λίγη τροφή, την χάιδεψαν. Εκείνη όμως, ούτε γουργούρισε, ούτε πλησίασε κανέναν. Ήταν ξενιτεμένη ανάμεσα σε άγνωστους, κουλουριασμένη σαν μπαλίτσα θλίψης.
Πού ήταν το σπίτι της; Οι δικοί τηςεμείς; Η Μαρία, που της έδινε πού και πού λίγο ψαρονέφρι κάτω απ το τραπέζι; Οι μυρωδιές του φούρνου, οι ήχοι μας;
Εκεί, όλα ήταν αλλιώς. Κι ο άσπρος τεράστιος γάτος της οικογένειας την έδιωξε από το φαγητό. Η Λίλι έμεινε ακίνητη, μέχρι που άνοιξε για λίγο η πόρτα για τις κότες. Τότε όρμησε έξω, σαν βέλος.
Ωχού, που πας! φώναξε τρομαγμένη η Παπαδοπούλου, αλλά η Λίλι έτρεχε ήδη στα βρεγμένα χόρτα, πέρασε την περίφραξη κι έκοψε για τον δρόμο.
Δεν ήξερε που πήγαινε, μόνο ότι έπρεπε να συνεχίσει. Το νερό της βροχής κι η λάσπη κολλούσαν πάνω της, αλλά η μνήμη τής έδειχνε κατεύθυνσηένα αρχέγονο, αόρατο νήμα: «Προχώρα, μη σταματάς».
Έφτασε το βράδυ κάτω από μια στοίβα από σανό, κουλουριάστηκε τρέμοντας, πεινασμένη και μουσκεμένη. Προσπάθησε να πιάσει ένα ποντίκιο ποντικός ξέφυγε. Ήπιε νερό από μια λακκούβαήταν πικρό και δύσμοιρο, αλλά δεν είχε άλλη λύση.
Την επόμενη μέρα, έσυρε το ταλαιπωρημένο κορμάκι της προς τον χωματόδρομο. Αυτοκίνητα πετάγαν λάσπη, αλλά εκείνη προχωρούσε, έπεφτε, σηκωνόταν και συνέχιζε.
Το βράδυ χώθηκε σ ένα εγκαταλειμμένο κοτέτσι. Μέσα μύριζε σάπιο ξύλο. Κατάφερε να πιάσει ένα ποντικάκι, το καταβρόχθισε σχεδόν ολόκληρο. Για λίγο ένιωσε καλύτερα.
Την τρίτη μέρα, έριξε χιόνινωρίς νωρίς φέτος. Το τρίχωμά της είχε γεμίσει λεκέδες, τα πατουσάκια της ήταν ήδη πληγιασμένα, αλλά συνέχισε. Εκεί μπροστά, το σπίτι, οι δικοί της. Θέση στη ζεστασιά, κι η μαμά πουόσο κι αν φώναζεπάντα τη χάιδευε όταν κανείς δεν έβλεπε.
Την τέταρτη μέρα, αντίκρισε γνώριμο λόφο με ελιές. Έτρεξε πιο γρήγορα, ανατρίχιαζε από ανυπομονησίαναι, εκεί ήταν ο χώρος που πηγαίναμε για να μαζεύουμε μανιτάρια, να φτιάχνουμε στεφάνια με μαργαρίτες.
Την πέμπτη μέρα, βρήκε το μικρό ποταμάκι του χωριού. Πέρασε τρέμοντας τα παγωμένα νερά, ανέβηκε κουτσαίνοντας στη ράχη.
Την έκτη μέρα, βήχας και μύτη να στάζει, αλλά η Λίλι προχωρούσε.
Κι ήρθε το πρωί της έβδομης μέρας. Εμφανίστηκε μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού μας, μια κουκίδα πορτοκαλιά ανάμεσα στο χιόνι και τη λάσπη. Ούρλιαξε αδύναμα, ξανά και ξανά…
Άνοιξα την πόρτα κραυγάζοντας, ξυπόλυτη και με τον νυχτικό. Την άρπαξα αγκαλιά.
Λίιιλι! Μαμάαα! Μπαμπά! Ελάτε όλοι! Η Λίλι γύρισε!
Οι αδελφοί μου έτρεξαν στο κατώφλι. Η μαμά ήρθε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά.
Παναγία μου… είναι αδύναμη, κι έχει μύτη που τρέχει, είπε μαλακά.
Μαμά, πρέπει να τη γιατρέψουμε! φώναξε η Ελευθερία.
Να τη γιατρέψουμε; ρώτησε η μαμά. Από πού κι ως πού έχει ο κτηνίατρος για γάτες; Εδώ ο κτηνίατρος μόνο για τις αγελάδες και τα γουρούνια έρχεται.
Ας μη γκρινιάζετε τώρα, φώναξε ήσυχα. Ζεστάνετέ της λίγο γάλα, και φέρτε μια πετσέτα. Μετά βλέπουμε…
Ο πατέρας στεκόταν στη πόρτα. Κοίταξε τη Λίλι στα χέρια μου.
Άρα, την βρήκε τη διαδρομή… μουρμούρισε.
Μπαμπά, γύρισε μόνη της πέντεκι ίσως έξιχιλιόμετρα! Καταλαβαίνεις τι έκανε; πετάχτηκε ο Νίκος.
Ο πατέρας δεν απάντησε. Γύρισε ήσυχα, μπήκε μέσα.
…
Βάλαμε τη Λίλι δίπλα στη σόμπα. Της έφερα ένα μπολ ζεστό γάλα. Η Ελευθερία την έτριψε απαλά με μια παλιά πετσέτα.
Τα πατουσάκια της είναι γεμάτα πληγές, είπε σιγανά η Ελευθερία.
Η μαμά έσκυψε κοντά. Την κοίταξε με τρυφερότητα.
Είσαι μαχήτρια… είπε απαλά. Μανώλη, τρέχα φέρε το ιώδιο. Ελευθερία, πιάσε λίγο επίδεσμο να της τα δέσουμε.
Και τη μύτη; ρώτησα.
Θα δοκιμάσουμε χαμομήλι, απάντησε. Θα ρωτήσω και τη θεία Σταυρούλα, αυτές ξέρουν. Το πιο σημαντικό: ζέστη και καλό φαΐ. Και βλέπουμε.
Από κείνη τη μέρα, μείναμε δίπλα στη Λίλι συνέχεια. Την ταΐζαμε ζεστούς ζωμούς, την τυλίγαμε, της μιλούσαμε τρυφερά. Μέρα με τη μέρα, πού και πού γουργούριζε, η γούνα της έλαμπε ξανά, τα μάτια της φώτιζαν.
Έπειτα άρχισε η εκπαίδευση στον δικό της πλαστικό κουβά με άμμοτον κατασκεύασε ο Νίκος από μια παλιά λεκάνη. Όταν έκανε την πρώτη φορά όλα σωστά, τρέξαμε όλοι χαρούμενοι.
Τα κατάφερε! φώναξα.
Η μαμά, για πρώτη φορά, χαμογέλασε αληθινά.
Ο πατέρας κοίταξε τη Λίλι που καθόταν υπερήφανη.
Πεισματάρα, ψιθύρισε. Και πόσα χιλιόμετρα έκανες…
Μπαμπά, δε θα την ξαναπάρεις; ρώτησα με κομμένη ανάσα.
Σταμάτησε για λίγο, και ύστερα είπε:
Όχι. Αν γύρισε μόνη της, το σπίτι της είναι εδώ πια.
Τον άρπαξα και τον αγκάλιασα όσο πιο δυνατά μπορούσα, για να μη μου το πάρει πίσω.
Ευχαριστώ, μπαμπά! Ευχαριστώ!
Άντε τώρα, είπε τραχιά, αλλά χαμογελούσε.
…
Η Λίλι έζησε για χρόνια μαζί μας, πιστή πάντα. Δεν έκανε ποτέ ξανά ζημιές, πήγαινε στη γωνιά της, κυνηγούσε ποντικούς και στη βραδινή σόμπα ζεσταινόταν. Ακόμα κι ο πατέρας, όταν τη χάζευε, κουνούσε το κεφάλι:
Έχει ψυχή, έλεγε. Ξέρει πού ανήκει. Και κανείς δρόμος δεν την κράτησε μακριά.
Εμείς όλοι το ξέραμε καλά. Γιατί να αντέξεις τόσο δρόμο, τόσο κρύο, τόσο πόνο και να γυρίσεις μόνο για ένα πράγμα ότι κάπου σε περιμένουν. Κι όπου σε περιμένουν… εκεί είναι το σπίτι σου και η ζωή.





