Για να μην ντροπιαστεί, τελικά δέχτηκε να ζήσει με τον καμπούρη άντρα Όμως, όταν της ψιθύρισε το αίτημά του στο αυτί, λύγισε
Νικόλα, εσύ είσαι αγόρι μου;
Ναι, μαμά, εγώ! Συγγνώμη που άργησα
Η φωνή της μάνας, τρεμάμενη από ανησυχία κι εξάντληση, ακούστηκε από το σκοτεινό διάδρομο. Στεκόταν με το παλιό μπουρνούζι και ένα φακό στο χέρι σαν να τον περίμενε ολόκληρη ζωή.
Νικολάκη, παιδί μου, πού γύρναγες τόσες ώρες; Ο ουρανός σκοτείνιασε, τ αστέρια λάμπουν σαν μάτια αγριμιών
Μαμά, είχαμε διάβασμα με τον Σπύρο. Μαθήματα, προετοιμασία Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Συγγνώμη που δεν σε ειδοποίησα. Ξέρω, κοιμάσαι τόσο άσχημα
Μήπως ήσουν σε καμιά κοπέλα; ρώτησε ξαφνικά, μισοκλείνοντας τα μάτια της. Μήπως ερωτεύτηκες, καλέ μου;
Ελα, μαμά, πώς σου έρχονται αυτά! γέλασε ο Νίκος βγάζοντας τα αθλητικά του παπούτσια. Δεν είμαι από αυτούς που περιμένει μια κοπέλα έξω από την πόρτα. Ποιά να με θέλει εμένα με τη καμπούρα, τα χέρια σαν γορίλα, κι ένα κεφάλι σαν αγριομάραθο;
Ένα σύννεφο πόνου πέρασε στα μάτια της. Δεν είχε λόγια ένιωθε στο Νίκο όχι μια ασχήμια, αλλά τον γιο που μεγάλωσε στη φτώχεια, στο κρύο, ολομόναχη.
Ο Νίκος, στ αλήθεια, δεν ήταν όμορφος. Ύψος ούτε 1.60, καμπούρης, με χέρια σαν του μπαμπουίνου που σχεδόν άγγιζαν τα γόνατα. Το κεφάλι του μεγάλο, γεμάτο κατσαρά μαλλιά που στεκόντουσαν όρθια σαν αγριολούλουδα. Παιδί τον φώναζαν πιθηκάκι, ξωτικό του δάσους, παράξενη φύση. Μα μεγάλωσε και έγινε κάτι περισσότερο από άνθρωπος.
Με τη μάνα του, τη Γεωργία, είχαν έρθει σε αυτό το χωριό στην Αρκαδία όταν ήταν δέκα. Είχαν ξεφύγει απ την Αθήνα, απ τη φτώχεια και τη ντροπή: ο πατέρας φυλακή, η μητέρα εγκατέλειψε. Μείνανε μόνοι. Αγώνας κόντρα σ ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Νικολάκης σου δεν θα ζήσει, μουρμούριζε η γιαγιά Κυριακή, βλέποντας τον εύθραυστο μικρό. Θα τον καταπιεί το χώμα, χωρίς να αφήσει ίχνος.
Όμως ο Νίκος δεν χάθηκε. Πιάστηκε στη ζωή σαν ρίζα σε βράχο. Μεγάλωσε, ανέπνευσε, δούλεψε. Η Γεωργία γυναίκα με καρδιά από ατσάλι και χέρια καταστραμμένα από το φούρνο έφτιαχνε ψωμί για όλο το χωριό. Δέκα ώρες τη μέρα, χρόνος πάνω στον χρόνο, μέχρι που λύγισε κι εκείνη.
Όταν πιά έπεσε άρρωστη, χωρίς να ξανασηκωθεί, ο Νίκος έγινε και γιος και κόρη και γιατρός και νοσοκόμος. Έπλενε το σπίτι, έβραζε ρύζι, της διάβαζε παλιά περιοδικά. Και όταν πέθανε ήσυχα, σαν αέρας που φεύγει από το λιβάδι ο Νίκος στάθηκε δίπλα στο φέρετρο σιωπηλός, με μπουνιές σφιγμένες. Τα δάκρυά του είχαν στερέψει.
Όμως οι γείτονες τον στήριξαν. Έφεραν φαγητό, του έδωσαν παλτό. Κι ύστερα απρόσμενα άρχισαν να επισκέπτονται το σπίτι του. Πρώτα τα παιδιά, ενθουσιασμένα με τα ραδιόφωνα. Ο Νίκος έπιασε δουλειά στον τοπικό ραδιοσταθμό κανόνιζε κεραίες, φτιάχνε ραδιόφωνά, κολλούσε σύρματα. Χέρια χρυσά, αν και αδέξια.
Μετά άρχισαν να έρχονται κορίτσια. Στην αρχή απλώς για τσάι και σπιτική μαρμελάδα. Μετά έμεναν περισσότερο. Γελούσαν. Μιλούσαν.
Κι έτσι μια μέρα πρόσεξε: Η τελευταία που πάντα έμενε ήταν η Ευτέρπη.
Δεν βιάζεσαι; τη ρώτησε, όταν είχαν μείνει μόνοι.
Πού να πάω; ψιθύρισε χαμηλά, κοιτώντας πέρα. Η μητριά μου με μισεί. Τρία αδέρφια σκληροί, απόμακροι. Ο πατέρας πίνει, κι εγώ απλώς περισσεύω. Μένω με μια φίλη μου, αλλά ούτε εκεί για πάντα Στο σπίτι σου ησυχάζω. Εδώ, νιώθω ότι ανήκω.
Ο Νίκος την κοίταξε και για πρώτη φορά στην ζωή του κατάλαβε πως κάποιος μπορεί να τον χρειάζεται.
Μείνε μαζί μου, της είπε ήσυχα. Το δωμάτιο της μαμάς είναι άδειο. Θα είσαι νοικοκυρά. Εγώ δεν ζητάω τίποτα. Ούτε λέξη, ούτε βλέμμα. Έλα απλώς να ζήσεις εδώ.
Ο κόσμος ψιθύριζε πίσω από την πλάτη τους:
Τι να πεις! Ο καμπούρης και μια ομορφιά! Για γέλια είναι!
Ο καιρός, όμως, περνούσε. Η Ευτέρπη καθάριζε, μαγείρευε σούπες, χαμογελούσε. Ο Νίκος δούλευε, σιωπούσε, πρόσεχε τα πάντα.
Και όταν η Ευτέρπη γέννησε ένα γιο, όλα άλλαξαν.
Σε ποιόν μοιάζει; ρωτούσαν στην πλατεία. Σε ποιον;
Ο μικρός, ο Μάριος, κοίταζε το Νίκο και φώναζε: «Μπαμπά!»
Κι ο Νίκος, που ποτέ δεν περίμενε πως θα γίνει πατέρας, ένιωσε μια ζεστασιά να σκάει μες στα στήθια του σαν μικρός ήλιος.
Τον έμαθε να φτιάχνει πρίζες, να ψαρεύει, να συλλαβίζει. Η Ευτέρπη, παρακολουθώντας, του έλεγε:
Πρέπει να βρεις γυναίκα, Νίκο. Δεν είσαι πια μόνος.
Είσαι για μένα σαν αδερφή, της αποκρινόταν. Πρώτα να σε παντρέψω εγώ σωστά, και μετά βλέπουμε.
Και βρέθηκε τέτοιος άνθρωπος. Νέος απ το διπλανό χωριό. Ειλικρινής. Δουλευταράς.
Έκαναν γάμο. Η Ευτέρπη έφυγε.
Μια μέρα ο Νίκος την συνάντησε στον δρόμο και της είπε:
Να ζητήσω κάτι Δώσ μου τον Μάριο.
Τι; απόρησε εκείνη. Γιατί;
Ξέρω, Ευτέρπη. Όταν γεννάς, όλα αλλάζουν. Μα ο Μάριος δεν είναι δικός σου. Θα τον ξεχάσεις. Εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ.
Δεν στον δίνω!
Δεν τον παίρνω, απάντησε ήσυχα ο Νίκος. Να ρχεσαι, όποτε θες, να τον βλέπεις. Μόνο άφησέ τον να μείνει μαζί μου.
Η Ευτέρπη σκέφτηκε λίγο. Έπειτα φώναξε τον μικρό:
Μάριε! Έλα! Με ποιον θες να μείνεις με τη μαμά ή με τον μπαμπά;
Το αγόρι έτρεξε, τα μάτια του λαμποκοπούσαν:
Δεν γίνεται όπως πριν; Να μαστε όλοι μαζί;
Όχι, είπε ήσυχα η Ευτέρπη.
Τότε μένω με τον μπαμπά! φώναξε ο Μάριος. Εσύ, μαμά, έλα να μας βλέπεις!
Κι έτσι έγινε.
Ο Μάριος έμεινε. Κι ο Νίκος ένιωσε επιτέλους πατέρας αληθινός.
Μα μια μέρα, η Ευτέρπη ξαναγύρισε:
Μας μεταθέτουν στην Αθήνα. Παίρνω τον Μάριο μαζί.
Το παιδί άρχισε να κλαίει σπαρακτικά, αγκαλιάζοντας τον Νίκο:
Δεν φεύγω πουθενά! Θα μείνω με τον μπαμπά! Μόνο με αυτόν!
Νίκο ψιθύρισε η Ευτέρπη, αντικρίζοντας το πάτωμα. Δεν είναι δικό σου
Το ξέρω, είπε ο Νίκος. Πάντα το ήξερα.
Θα φύγω στον μπαμπά! φώναζε ο Μάριος μέσα στα δάκρυα.
Και στ αλήθεια το σκαγε. Ξανά και ξανά.
Τον έπαιρναν ξαναγυρνούσε.
Στο τέλος η Ευτέρπη τα παράτησε.
Έγινε. Έκανε την επιλογή του.
Και μετά ήρθε μια καινούρια ιστορία.
Η γειτόνισσα, η Μαρίνα, έχασε τον άντρα της. Άνθρωπος δύσκολος, βαρύς, χωρίς αγάπη στο σπίτι χρόνια πολλά.
Ο Νίκος άρχισε να περνά για φρέσκο γάλα. Μετά να φτιάχνει τον φράκτη, τη σκεπή. Μετά απλά για μια κουβέντα δίπλα στο τσάι.
Ήρθαν κοντά. Σιγάσιγά, με προσοχή. Όπως κάνουν οι μεγάλοι.
Είχε νέα από την Ευτέρπη. Του έγραψε πως ο Μάριος απέκτησε αδερφούλα τη Δήμητρα.
Φέρ την, της έγραψε ο Νίκος. Η οικογένεια να είναι μαζί.
Ένα χρόνο μετά ήρθαν.
Ο Μάριος δεν ξεκολλούσε από την αδερφή του. Την κρατούσε αγκαλιά, της έλεγε νανουρίσματα, τη μάθαινε να περπατάει.
Γιε μου, ικέτευε η Ευτέρπη. Έλα στη πόλη μαζί μας. Θέατρο, σχολείο, ευκαιρίες
Όχι, έλεγε ο Μάριος. Δεν φεύγω απ τον μπαμπά. Και την κυρά Μαρίνα τη νιώθω για μάνα μου πια.
Και μετά το σχολείο.
Όταν τα άλλα παιδιά καμάρωναν για συνοδηγούς-πατεράδες, στρατιωτικούς, μηχανικούς, ο Μάριος δεν ντρεπόταν.
Ο δικός μου πατέρας; έλεγε με περηφάνια. Μπορεί να φτιάξει τα πάντα. Ξέρει πώς λειτουργεί ο κόσμος. Μου έσωσε τη ζωή. Είναι ο ήρωάς μου.
Πέρασε ο καιρός.
Η Μαρίνα με τον Νίκο κάθονταν μπροστά στο τζάκι με τον Μάριο.
Θα κάνουμε μωρό, είπε η Μαρίνα ήρεμα. Μικρούλι.
Θα με διώξετε; ρώτησε ψιθυριστά ο Μάριος;
Τι λες εσύ παιδί μου! φώναξε η Μαρίνα, σφίγγοντάς τον στην αγκαλιά της. Είσαι για μένα σαν γιος μου. Έναν τέτοιο πάντα ήθελα!
Αγόρι μου, είπε ο Νίκος, καρφώνοντας το βλέμμα στη φωτιά. Πώς σου πέρασε καν αυτό απ το μυαλό; Εσύ είσαι όλη μου η ζωή.
Λίγους μήνες μετά, γεννήθηκε ο Φώτης.
Ο Μάριος τον κράταγε όπως κρατάς κάτι ανεκτίμητο.
Έχω πια και αδερφή, και αδερφό. Και πατέρα. Και τη θεία Μαρίνα.
Η Ευτέρπη πάντα τον προσκαλούσε.
Ο Μάριος, όμως, είπε:
Εγώ γύρισα. Εδώ είναι το σπίτι μου.
Πέρασαν χρόνια. Ο κόσμος ξέχασε πως ο Μάριος δεν ήταν δικός τους. Έπαψαν τα ψιθυρίσματα.
Και όταν ο Μάριος έγινε ο ίδιος πατέρας, διηγιόταν στα παιδιά και τα εγγόνια του για τον καλύτερο πατέρα του κόσμου.
Δεν ήταν όμορφος, έλεγε ο Μάριος. Μα είχε πιο πολλή αγάπη απ όλους όσους ήξερα.
Και κάθε χρόνο, στη γιορτή της μνήμης, μαζεύονταν όλοι τα παιδιά της Μαρίνας, τα παιδιά της Ευτέρπης, εγγόνια, δισέγγονα.
Έπιναν ελληνικό, γελούσαν, θυμόντουσαν.
Ο καλύτερός μας πατέρας! έλεγαν, σηκώνοντας ποτήρια. Να γίνουν κι άλλοι σαν αυτόν!
Κάθε φορά, κάποιο δάχτυλο έδειχνε ψηλά στ αστέρια, στον ουρανό, στη μνήμη του ανθρώπου που, ό,τι κι αν έγινε, υπήρξε αληθινός πατέρας.
Ο ένας και μοναδικός.





