Εσύ φταις! Η πεθερά, με σφιγμένα χείλη, παρατηρεί την Ειρήνη καθώς πλένει τα πιάτα. Στο διπλανό δωμάτιο, η τρίχρονη Δήμητρα βήχει ασταμάτητα.
Αν πρόσεχες το παιδί και έτρεχες στον γιατρό στην ώρα σου, αν δεν το τάιζες με κάθε είδους χαζομάρα
Έδωσα ό,τι μας είπε η παιδίατρος, προσπαθεί να δικαιολογηθεί η Ειρήνη.
Έπρεπε να δώσεις αντιβίωση! Τώρα θα της κάνεις ενέσεις, αφού είσαι άχρηστη μάνα. Μεγάλωσε μια γενιά χωρίς μυαλό! Τίποτα δεν ξέρουν! Για τίποτα δε νοιάζονται! Ούτε τα ίδια τους τα παιδιά! Εγώ τον γιο σου τον μεγάλωσα
Η Ειρήνη κλείνει το νερό και φεύγει βιαστικά από την κουζίνα, με τα δάκρυά της να την πνίγουν. Πέντε χρόνια τώρα, είναι πάντα η ένοχη για όλα. Η χαζή, η ανίκανη. Και το μεγαλύτερο της λάθος ήταν που εμπιστεύτηκε τον Άρη και δέχτηκε να μείνουν στο σπίτι των γονιών του «μέχρι να αποκτήσουν δικό τους».
Το «δικό τους» σπίτι είναι απλώς ένα σκάμμα, ανολοκλήρωτο σε ενοικιασμένη γη. Η οικοδομή δεν προχωρά. Ο Άρης κατηγορεί την Ειρήνη που, όπως λέει, γέννησε τα παιδιά τόσο κοντά μεταξύ τους χωρίς καν τη συναίνεση του.
Συζήτηση για νοικιασμένο σπίτι δεν γινόταν ποτέ:
Δεν θα δώσω λεφτά για τον αέρα κάποιου άλλου, έλεγε.
Η Ειρήνη αναστέναζε, πρότεινε εναλλακτικές:
Να πάρουμε ένα μικρό σπίτι με το επίδομα τέκνων; Και το βασικό και το περιφερειακό
Τι σπίτι να πάρεις με αυτά τα λεφτά; Τρώγλη θα αγοράσουμε; Αυτά τα ευρώ σου θα πάνε στο χτίσιμο. Τώρα που κοντεύει καλοκαίρι, όλα θα στρώσουν…
Το καλοκαίρι ήρθε, το οικόπεδο στάθηκε άδειο, η Ειρήνη δεν βιαζόταν να βάλει άλλα χρήματα. Έτσι ζουν
Άρη, θα μείνεις με τη Δήμητρα όσο πεταχτώ να πάρω τον Κώστα απ τον παιδικό; τον προλαβαίνει στην είσοδο. Ο Άρης, σκυθρωπός, βγάζει τα παπούτσια του:
Κι αν ανέβει ο πυρετός της;
Μισή ώρα θα λείψω.
Δεν γίνεται, ούτε να το σκέφτεσαι. Αν κάτι συμβεί;
Δεν αλλάζει γνώμη. Η Ειρήνη ντύνει τη μικρή κι απλώς την παίρνει μαζί της. Ο παιδικός είναι μόλις ένα χιλιόμετρο, λίγο περπάτημα στον αέρα δε θα βλάψει
Στα έλεγα να μην πας τον Κώστα σήμερα. Να τον κρατούσες σπίτι. Μόνο να ξεφορτωθείς τα παιδιά σκέφτεσαι, γκρινιάζει ο Άρης καθώς φεύγουν.
Σωστά, εγώ φταίω για όλα, χαμογελά πικρά η Ειρήνη.
Το βράδυ κάθεται μπροστά στο λάπτοπ, τα παιδιά παίζουν ήσυχα δίπλα.
Δουλεύεις; τσεκάρει από πάνω της ο Άρης, Θα φάμε σήμερα;
Η Ειρήνη κλείνει το λάπτοπ.
Πάλι χαζεύεις αγγελίες για σπίτια; τη ρωτάει καχύποπτα ο Άρης, Θα χτίσουμε, καμία ανάγκη για ηλιθιότητες.
Η Ειρήνη κουνά καταφατικά το κεφάλι.
Μαμά, ο πύργος μου δεν χτίζεται! …και φταις εσύ! ξεσπάει η Δήμητρα μπαίνοντας στο σαλόνι με κλάματα.
Ναι, η μαμά φταίει, δε σου χτίζει πύργο, τεμπέλα την υποστηρίζει γελώντας ο Άρης.
Η Ειρήνη τους παρατηρεί σιωπηλή, συνειδητοποιεί πως η υπομονή της έχει τελειώσει. Πλέον, ακόμα και στα μάτια της κόρης της είναι το «εμπόδιο». Πάντα φταίει για όλα
Την επομένη, δεν πάει τον Κώστα στον παιδικό.
Η πεθερά τηρά σφιγμένη την Ειρήνη που ντύνει τα παιδιά μετά το πρωινό, αλλά δε λέει κάτι.
Θα πάμε στην παιδίατρο, δικαιολογείται η Ειρήνη.
Γυρίζουν αργά, λέγοντας πως περίμεναν στον ωτορινολαρυγγολόγο. Τα παιδιά γελούν, ψιθυρίζουν. Η Ειρήνη τους βάζει τυπικά τάξη.
Μπαμπά, ξέρεις πού πήγαμε σήμερα; τρέχει αθώα η Δήμητρα στον Άρη.
Πού;
Δεν σου λέω, η μικρή σκύβει το κεφαλάκι, φοβισμένη απ το βλέμμα της μητέρας.
Δεν θα πει, πετάγεται και ο ώριμος για την ηλικία του Κώστας, Είναι έκπληξη για τα γενέθλιά σου.
Την επόμενη μέρα, η Ειρήνη εξαφανίζεται μαζί με τα παιδιά.
Το αντιλαμβάνονται μόνο το βράδυ, όταν ο Άρης γυρίζει από τη δουλειά.
Μαμά, τι φάμε απόψε;
Να ρωτήσεις την Ειρήνη σου. Έφυγε πρωί με τα παιδιά, ακόμα δεν έχουν γυρίσει. Τώρα θα σου φτιάξω αυγά γιατί η γυναίκα σου σε ξέχασε.
Μήπως πήγαν στην κλινική; σκέφτεται δυνατά ο Άρης μπαίνοντας στο δωμάτιο. Όλα καθαρά, τακτοποιημένα η Ειρήνη πάντα νοικοκυρά όμως κάτι λείπει. Κάθεται στο καναπέ και το συνειδητοποιεί: ο μονοκόμματος, τεράστιος γάτος-μαξιλαράκι της Δήμητρας δεν βρίσκεται πουθενά ποτέ η μικρή δεν τον έπαιρνε μαζί στην κλινική.
Ο Άρης πετάγεται, ψάχνει το δωμάτιο, ανοίγει και τη ντουλάπα. Μόνο το χειμωνιάτικο παλτό κρέμεται μοναχικό. Όλα τα ρούχα της Ειρήνης και των παιδιών, μαζί και τα παιχνίδια, έχουν εξαφανιστεί.
Μαμά! Η Ειρήνη έφυγε! φωνάζει ξαφνιασμένος στην πεθερά του. Εκείνη απορεί, συνεχίζει το μαγείρεμα:
Πού να πάει; Άμυαλη είναι!
Πήγε κάπου. Κοίτα, πήρε όλα τα πράγματά της, η ντουλάπα είναι άδεια.
Και τα παιδιά; Πάρε τηλέφωνο αμέσως, αναφωνεί η μητέρα, αφήνοντας τα αυγά να καούν. Γρήγορα στέκονται και οι δύο πάνω από την άδεια ντουλάπα, η πεθερά μουρμουρίζει ότι μόνο τρελή θα έφευγε από έναν τέτοιο άντρα, άρα η Ειρήνη τα χασε απ τη βαρεμάρα.
Ο Άρης καλεί ξανά και ξανά, το κινητό εκτός σύνδεσης.
Πώς και δεν πρόσεξες ότι κουβαλούσε πράγματα; Τόσα πράγματα!
Είχα πάει σούπερ μάρκετ Η γυναίκα τρελάθηκε! Πρέπει να τη βρούμε και να πάρεις τα παιδιά από αυτή.
Να τα πάρουμε; Και πού θα τα βάλεις; Θα κάθεσαι εσύ με τα παιδιά;
Όχι, βέβαια. Υπάρχει παιδικός σταθμός.
Κι όταν κλείνει; Τα Σαββατοκύριακα; Κι αν αρρωστήσουν;
Βρες νταντά.
Ξέρεις πόσο κοστίζει μία νταντά;
Τότε, στο ίδρυμα. Προσωρινά.
Ο Άρης πιάνει το κεφάλι του.
Τα αυγά κάηκαν. Έξω έχει βραδιάσει. Μάνα και γιος συζητούν ανάμεσα στο σκοτάδι στην κουζίνα για το τι μέλλει γενέσθαι.
Τι της έλειπε; ρωτάει με παράπονο ο Άρης Έφυγε έτσι χωρίς ούτε μία κουβέντα. Βρήκε άλλον, λες;
Ποιος να τη θέλει!
Πώς θα ζήσει μόνη της; Δεν δουλεύει πουθενά!
Σου τα λεγα, έπρεπε τα χρήματα των παιδιών να τα πετάξουμε στην οικοδομή. Τώρα τα πήρε μαζί της. Θα αγοράσει μια τρώγλη και θα λουφάξει εκεί.
Θα γυρίσει, τα μακαρόνια δεν κρατούν για πολύ……, λέει ανασφαλής ο Άρης.
Κι αν επιστρέψει, μην τη δεχτείς αμέσως. Να της δείξεις ποιος αποφασίζει. Κι αν έρθει να ζητήσει συγγνώμη, να χαμηλώσει, να καταλάβει πως δεν είναι τίποτα. Να τη βάλεις στη θέση της. Για να δει!
Η μητέρα του μιλάει, μιλάει Ο Άρης κοιμάται νηστικός και σίγουρος πως η Ειρήνη θα γυρίσει σύντομα να απολογηθεί. Δεν σκοπεύει να τη ψάξει.
Αντί γι αυτήν, έρχεται μια συστημένη επιστολή. Από Δικαστήριο. Η Ειρήνη Φωτοπούλου καταθέτει αίτηση διαζυγίου.
Μαμά, λέει πρέπει να πάω στο δικαστήριο, ανακοινώνει ο Άρης.
Να μην πας! Δεν διαζευγνύουν χωρίς την έγκρισή σου. Την έψαξες καθόλου;
Όχι ακόμα
Βρες την, παρακάλα την να γυρίσει. Οι γείτονες θα το μάθουν, θα γίνουμε ρεζίλι. Είπα πως την έστειλα διακοπές, κι αν φανούν αυτά Μας πήραν στο ψιλό!
Μόνη της θα επιστρέψει…
Άρη, αν κατέθεσε αίτηση, δεν γυρίζει. Βρες την. Πάρε λουλούδια, ζήτα συγγνώμη, η μάνα του υποχωρεί.
Για ποιο λόγο; διαμαρτύρεται ο Άρης.
Θα το βρείτε στη πορεία…
Τυχαία τη βρίσκει. Ο Άρης τη βλέπει όταν πάει στο σούπερ μάρκετ, λίστα στο χέρι απ τη μάνα του.
Είναι απόγευμα κι η Ειρήνη με τα παιδιά βολτάρουν στη μεγάλη πλατεία της πόλης. Ο Άρης με κόπο κρατιέται να μην ορμήσει. Την ακολουθεί διακριτικά.
Η Ειρήνη περπατά χαλαρή με τα παιδιά, πίνουν χυμό και γελούν. Είναι ανέμελοι και χαρούμενοι. Δε φαίνεται να πεινάει, ούτε καν σκέφτεται να γυρίσει πίσω.
«Μετά το διαζύγιο, εγώ θα πληρώνω διατροφή για δύο!», σκέφτεται πανικόβλητος.
Τους φτάνει στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Τρέχει για να μην τους χάσει.
Κώστα, Δήμητρα, τι κάνετε; Μου λείψατε;
Τα παιδιά κρύβονται πίσω από τη μαμά τους. Ο Κώστας ψιθυρίζει:
Μαμά, δεν πάμε στη γιαγιά, έτσι;
Όχι, παιδί μου…
Ώστε τους έβαλες να με αντιπαθούν; ο Άρης εξαγριώνεται, Έφυγες έτσι χωρίς κουβέντα. Τι δεν σου άρεσε; Σου δωσα τα πάντα! Και ζητάς και διαζύγιο; Βρήκες άλλον; Νομίζεις πάλι κάποιος θα σε ταΐζει; Αχαριστη! Θα σου πάρω τα παιδιά!
Η Ειρήνη χαμογελά:
Περίμενε, να σου φέρω τα πράγματά τους.
Τι εννοείς;
Χωρίς τα πράγματά τους; Η Δήμητρα δεν κοιμάται χωρίς τον γατούλη της, το ξέρεις…
Με δουλεύεις; Θα δεις εσύ
Η Ειρήνη κάνει πίσω. Γύρω τους στέκονται γείτονες, παρακολουθώντας.
Έλα, δείξε που μένεις, προστάζει ο Άρης. Η Ειρήνη αρνείται.
Άρη, τα λέμε στο δικαστήριο.
Τίποτα δεν θα πάρεις, ούτε διαμέρισμα, ούτε εξοχικό, ούτε το σπίτι που χτίζω από τα δικά μου λεφτά. Τίποτα!
Η Ειρήνη ατενίζει το εξοργισμένο του πρόσωπο και δεν καταλαβαίνει πώς δεν το είδε από την αρχή. Πέντε χρόνια μαζί, περίμενε να αλλάξει, να γίνει άλλος
Θες να καλέσουμε την αστυνομία; προτείνει ευγενικά η καινούργια γειτόνισσα της Ειρήνης.
Μόλις το ακούει ο Άρης, μαζεύεται:
Ζήσε όπως θέλεις. Εσύ φταις για όλα!
Κι η Ειρήνη γελά. Ελεύθερη. Φιλώντας τα παιδιά της, προχωρούν στο σπίτι τους: έστω κι ενοικιασμένο, είναι πια δικό τους. Για πρώτη φορά, η Ειρήνη νιώθει αφεντικό της ζωής της: αποφασίζει τι θα φάνε, πότε θα βγουν βόλτα, πότε θα κάνουν τις δουλειές. Και ο άντρας της δεν ανησυχεί άδικα η Ειρήνη χρόνια τώρα κάνει freelance, σχεδιάζει ιστοσελίδες, μαθαίνει, δουλεύει νύχτες όσο τα παιδιά κοιμούνται, γιατί ξέρει καλά πως η αντοχή της έχει όρια…
Μετά θα έρθει το διαζύγιο. Ο Άρης, ακούγοντας τη μάνα του, δεν εμφανίζεται στη δίκη. Η ακρόαση αναβάλλεται μερικές φορές, ύστερα ειδοποιείται γραπτώς πως το διαζύγιο βγήκε ερήμην.
Ούτε στα γενέθλια του γιου του πάει «πληρώνω διατροφή, τι άλλο να κάνω;» λέει.
Μερικούς μήνες μετά, η Ειρήνη αγοράζει ένα μικρό διαμέρισμα στα βόρεια προάστια, κι εγκαθίστανται με τα παιδιά της.
Μαθαίνει από γνωστούς ότι ο Άρης προσπαθεί να κάνει νέα σχέση, αλλά οι υποψήφιες φεύγουν μόλις τον γνωρίζουν καλύτερα.
Και μοναχά στα όνειρά της, η Ειρήνη ακούει ξανά και ξανά τη σαρκαστική φωνή του: «Εσύ φταις για όλα»Ένα απόγευμα, καθώς η Ειρήνη τακτοποιεί τα ράφια στο καινούργιο σαλόνι, η Δήμητρα κάθεται δίπλα της, σφίγγοντας τον γατούλη-μαξιλαράκι. Ο Κώστας ζωγραφίζει έναν πύργο, γεμάτο παράθυρα, και στο πάνω σκαλί γράφει με μεγάλα γράμματα: «Το σπίτι μας».
Η Ειρήνη χαμογελά. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, δεν νιώθει το βάρος του «φταις». Τα λάθη της έχουν γίνει γεφύρια στη δική της ελευθερία, τα παιδιά της γελούν, η ίδια φτιάχνει καφέ και διαλύει τις σκιές που της φόρτωσαν.
Στο μπαλκόνι, το φως του απογεύματος χρυσίζει τα πρόσωπα τους. Η Δήμητρα της λέει συνωμοτικά:
Μαμά, όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω σαν εσένα.
Η Ειρήνη γέρνει και τη φιλάει στα μαλλιά. Ο Κώστας σηκώνει το βλέμμα του:
Μαμά, τώρα χτίζεται ο πύργος μου. Μόνο με εμάς.
Και εκείνη τους αγκαλιάζει. Ξέρει, πια, πως μόνο όποιος τολμά να φύγει, φτιάχνει το δικό του σπίτι αληθινό, δυνατό, γεμάτο ζωή.
Στο περβάζι φουντώνει μια μικρή γλάστρα με βασιλικό. Η Ειρήνη την ποτίζει κάθε πρωί. Το άρωμά της γεμίζει το δωμάτιο, θυμίζοντάς της πως κάποτε ξεκίνησε ξυπόλυτη σε τσιμεντένιο οικόπεδο, αλλά τώρα βαδίζει σταθερά στο δικό της σπιτικό.
Η ζωή τους δεν είναι τέλεια, αλλά κάθε τους μέρα χτίζεται από την αρχή. Με χαμόγελα, απλές χαρές και κανέναν να κατηγορεί τη μαμά παρά μόνο παιδιά που της ψιθυρίζουν το πιο αληθινό ευχαριστώ: «είσαι το σπίτι μας».





