Ναι, τα σκυλιά είναι πολύ πιστά! Αλλά είναι πιστά σε όσους τα αγαπούν τους προδότες δεν τους συγχωρούν
Η Λίζα έτρεχε πίσω από το αμάξι, μην αντέχοντας να μείνει μόνη σε ένα άγνωστο μέρος. Δεν ήθελε να μείνουν παρατημένη και ξεχασμένη.
Έτρεχε ξοπίσω εκείνου που αγαπούσε, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη μέχρι τέλους. Πίσω από τον άνθρωπο που δεν μπορούσε να προδώσει γιατί δεν ήξερε τι σημαίνει προδοσία
Ειρήνη, να σου συστήσω τη Λίζα! φώναξε γελαστός ο Νίκος, παρουσιάζοντας το σκύλο του στη νεαρή κοπέλα που στεκόταν στην πόρτα με γόβες τουλάχιστον δέκα πόντων γινόταν σχεδόν ένα κεφάλι ψηλότερη απ τον ίδιο.
Είναι καλή και πολύ υπάκουη, οπότε πιστεύω ότι θα τα πάτε καλά. Και όχι μόνο το πιστεύω, το ξέρω!
Η Λίζα γύριζε με χαρά γύρω από τα πόδια του Νίκου, αλλά κοίταζε την Ειρήνη με μια επιφύλαξη.
Είναι λογικό, τα σκυλιά πάντα προσέχουν τους ξένους. Όμως υπήρχε κάτι παραπάνω. Η Λίζα ένιωθε ξεκάθαρα ότι η κοπέλα μύριζε κάτι δυσάρεστο και ξένο.
Δεν έφταιγαν τα γλυκά βαριά αρώματά της, που θα έπρεπε κανονικά να απαγορεύονται ως χημικά όπλα. Τα σκυλιά απλώς έχουν αυτό το μοναδικό ταλέντο να καταλαβαίνουν κακούς ανθρώπους.
Στην περίπτωση της Λίζας, αυτή η ικανότητα ήταν υπερβολικά ανεπτυγμένη. Το ένστικτό της ποτέ δεν την ξεγελούσε.
Όταν συναντούσε τέτοιους ανθρώπους στον δρόμο, η Λίζα πάντοτε προσπαθούσε να κρατιέται μακριά τους, παρασύροντας μαζί της και τον Νίκο, που κρατούσε γερά το λουρί. Ακόμη και κόντρα στο θέλημά του, επειδή τον αγαπούσε και φρόντιζε για τη δική του ευτυχία με όποιο τρόπο μπορούσε.
Αλλά τι επιλογές είχε μέσα σε ένα δυάρι; Καιρός που ο Νίκος έδειχνε στην Ειρήνη όλη τη γλυκύτητα και τη στοργή του.
Την αγκάλιαζε, τη φιλούσε…
Όταν η Ειρήνη παρατήρησε το βλοσυρό βλέμμα της Λίζας, έπιασε τον Νίκο από το χέρι κι αφού πήγαν στην κουζίνα κι έκλεισαν πίσω τους την πόρτα, του ψιθύρισε:
Γιατί δεν μου είπες ότι έχεις σκύλο;
Δεν υπήρχε λόγος, απάντησε ψιθυριστά ο Νίκος. Έχεις κάποιο πρόβλημα μ αυτό;
Και βέβαια έχω! Δεν αγαπάω τα σκυλιά και δεν θέλω αυτό το πώς το είπες;
Λίζα…
Λίζα. Δεν θέλω λοιπόν αυτό το σκυλί εδώ μαζί μας. Βρες τι θα την κάνεις. Τέσσερα πέντε χρόνια είναι πολλά όμως. Διώξ την έξω, αν θες.
Ειρήνη είπε ο Νίκος, κοιτώντας την πραγματικά ανήσυχος. Το ξεκαθάρισε εκείνη: Όσο υπάρχει αυτό το σκυλί στο διαμέρισμα, δεν πρόκειται να μετακομίσω σε σένα. Ούτε γάμος. Κατάλαβες; Ή εγώ, ή το σκυλί. Διάλεξε.
Η βροχή έπεφτε καταρρακτώδης. Οι υαλοκαθαριστήρες χτυπούσαν με λύσσα το παρμπρίζ, λες και μισούσαν τις στάλες όσο κι ο Νίκος, που οδηγούσε βιαστικά στους άδειους δρόμους της Αθήνας και το βλέμμα του ήταν σκοτεινό σαν τον ουρανό.
Η καρδιά του σφιγμένη σαν να του είχαν ρίξει βρομόνερα μέσα της. Ένιωθε αηδία με ό,τι πήγαινε να κάνει το έπραττε χωρίς να το θέλει πραγματικά.
Όμως αγαπούσε την Ειρήνη. Είχε σκεφτεί να της κάνει πρόταση γάμου. Ή ίσως δεν την αγαπούσε στ αλήθεια; Σημασία δεν είχε. Αυτό που μετρούσε ήταν άλλο: ο πατέρας της Ειρήνης, ένας ισχυρός επιχειρηματίας, του είχε υποσχεθεί ότι θα τον ξελάσπωνε από τα προβλήματα της μικρής του εταιρείας. Είχε πει πως θα βοηθήσει, και πάντοτε έκανε ό,τι έλεγε.
Ήταν μια αληθινή ευκαιρία να σηκωθεί ξανά, να μεγαλώσει την τεχνική εταιρεία του και να πετύχει. Θα ήταν ανόητο να την αφήσει να χαθεί.
Βγαίνοντας απ την πόλη, πάτησε το γκάζι τέρμα. Η βροχή δυνάμωσε, ο αέρας λυσσομανούσε.
Οι σταγόνες χτυπούσαν το γυαλί, την οροφή, το καπό και το πορτ-μπαγκάζ, λες κι ήθελαν να σταματήσουν τον Νίκο. «Σκέψου το!» φώναζαν, τσακίζοντας το μέταλλο.
Η Λίζα ξάπλωνε στο πίσω κάθισμα και κοίταζε μελαγχολικά τη βροχή στο τζάμι. Το προαίσθημά της δεν την είχε ξεγελάσει. Από τότε που είχε εμφανιστεί η ξένη, ο Νίκος είχε αλλάξει. Ψυχρός σαν τη φθινοπωρινή βροχή. Δεν της μιλούσε, δεν την χάιδευε. Ήταν πια ξένος.
Μόλις σταμάτησε σε μια άκρη του δρόμου, ο Νίκος άναψε τσιγάρο. Ο καπνός γέμισε το αμάξι.
Μετά έβαλε το φούτερ στο κεφάλι, βγήκε έξω στη βροχή και η Λίζα περίμενε με αγωνία τι θα γίνει.
Κι έγινε ακριβώς όπως το περίμενε: οι πίσω πόρτες άνοιξαν απότομα, ο καπνός έφυγε στη νύχτα και ο Νίκος τράβηξε το σκυλί από το λουρί έξω. Η Λίζα κλαψούρισε.
Δύο δυνατοί ήχοι ακούστηκαν. Πρώτα έκλεισε απότομα την πόρτα πίσω, ύστερα μπροστά.
Το αμάξι έφυγε με γκάζι προς την πόλη, με τις στάλες να κοπανάνε ασταμάτητα πάνω του.
Η Λίζα έμεινε στη μέση του δρόμου κοιτάζοντας απορημένη πίσω της. Η βροχή τρυπούσε τη γούνα της, το νερό ποτιζόταν βαθιά μέχρι να μην μείνει τίποτα στεγνό.
Έφυγε ξοπίσω στο αμάξι. Η Λίζα έτρεχε, μην αντέχοντας μόνη της σε τόπο ξένο. Έτρεχε πίσω από εκείνον που αγαπούσε, στον οποίο πίστευε ως το τέλος. Γιατί δεν ήξερε να προδίδει.
Αλλά πώς να συναγωνιστεί ένα αυτοκίνητο που τρέχει με εκατό χιλιόμετρα την ώρα Δεν ήταν τσιτάχ, ένα απλό σκυλί ήταν.
Κι η γούνα της, πια τόσο βαριά απ το νερό, την εμπόδιζε ακόμη περισσότερο.
Τα κόκκινα φώτα χάθηκαν προ πολλού. Η Λίζα συνέχιζε να τρέχει, αδυνατώντας να σταματήσει.
Κάθε φορά που δεν μπορείς να σταματήσεις, η μοίρα αναλαμβάνει να σε σταματήσει εκείνη όχι επειδή είναι σκληρή, αλλά γιατί δεν έχει νόημα να κυνηγάς το παρελθόν σου.
Ακούστηκε φρενάρισμα και μετά ένας βουβός κρότος. Ο οδηγός πετάχτηκε έξω απ το αμάξι και έμεινε άναυδος στη μέση του δρόμου.
Στο βρεγμένο δρόμο, η Λίζα κειτόταν ακίνητη. Εκείνος πλησίασε προσεκτικά και την κοίταξε στα μάτια.
Μάτια που συνέχιζαν ακόμα να εμπιστεύονται, παρόλο που ο πόνος και η απόγνωση έσβηναν το φως από μέσα τους.
Δόξα τω Θεώ, ζωντανή είναι! σκέφτηκε ο Γιάννης.
Άνοιξε την πόρτα προσεκτικά, έστρωσε το μπουφάν του στη θέση, πήρε τη Λίζα απαλά αγκαλιά και την έβαλε πάνω στο πρόχειρο «κρεβάτι» του.
Ήταν πια αργά, και μόνη λύση ήταν η 24ωρη κτηνιατρική κλινική στο Περιστέρι. Σπάνια της έριχνε ματιές στο πίσω κάθισμα η Λίζα ακόμα κουνούσε τις πατούσες της σαν να έτρεχε κι εκεί.
Ο κτηνίατρος την έδεχτηκε πρόθυμα χωρίς να ζητήσει ούτε ένα ευρώ για την εξέταση. Ο Γιάννης, όταν προσπάθησε να εξηγήσει τι συνέβη, τα μπέρδεψε.
Δεν ήταν πρώτη φορά που παράταγαν σκύλο στην πόλη, ούτε θα ήταν τελευταία.
Ευτυχώς, σοβαρά τραύματα δεν υπήρχαν. Μόνο μελανιές. Ο γιατρός έδωσε ειδική αλοιφή και του πρότεινε να βάζει πάγο για το πρήξιμο.
Ο Γιάννης την πήρε στο διαμέρισμά του κι αφού άφησε το μπουφάν του στο πάτωμα, την έβαλε να ξαπλώσει από πάνω.
Προσωρινό είναι της είπε απολογητικά. Σε δέκα μέρες η Λίζα άρχισε να αναρρώνει· μόνο που κούτσαινε λίγο αλλά, εντάξει, θα περνούσε με τον καιρό.
Σε παράτησαν στο δρόμο, ε; ψιθύρισε ο Γιάννης, καθισμένος κοντά της στο κρεβάτι.
Ποτέ δεν είχε σκύλο, ούτε φίλο με σκύλο. Ειλικρινά, ούτε φίλους πια. Κάποτε είχε, αλλά είχε απογοητευτεί απ όλους: ο ένας του πήρε το κορίτσι, ο άλλος τον έμπλεξε στο εμπόριο και τον χρεοκόπησε, ο τρίτος σε μια απάτη με την αστυνομία. Τελείως μόνος, άλλαξε πόλη.
Έτσι, σε κάθε απορία του για σκυλιά, τηλεφωνούσε στον κτηνίατρο που του χε αφήσει την κάρτα του.
Με τις συμβουλές του γιατρού, κατάφερε όχι μόνο να πλύνει τη Λίζα άνετα, αλλά και να της βρει σωστή τροφή. Την πήγε δύο φορές για εξέταση μην τύχει και έχει κάποιο ψυχικό τραύμα.
Η Λίζα δεν έτρωγε σχεδόν, κειτόταν όλη μέρα αδιαφορώντας για τον Γιάννη. Αυτό τον προβλημάτιζε πολύ.
Έτσι είναι, του εξήγησε ο γιατρός.
Ο κύριος Σπύρος τον συμβούλεψε να τη βγάζει βόλτα όσο πιο συχνά γίνεται, να μην της ζητάει τίποτα παραπάνω. Θα περάσει ο καιρός και θα συνηθίσει, ίσως και να γίνουν φίλοι.
Και έτσι έγινε. Οι πληγές, κι οι εξωτερικές και οι εσωτερικές, έκλεισαν, κι ένα μισάμηνο μετά τη «γνωριμία» τους στο δρόμο, ο Γιάννης κι η Λίζα έγιναν φίλοι.
Μπορεί να μην ήταν οι καλύτεροι φίλοι, αλλά το σκυλί του είχε πια εμπιστοσύνη και άρχισε να τρώει καλύτερα. Και τώρα, δεν ήταν πια η Λίζα: ήρθε η ώρα για νέο όνομα τη φώναζε Τζένη.
Στη νέα ζωή, με νέο όνομα, όπως λένε. Το σκυλί συνήθισε αμέσως ίσως γιατί της θύμιζε το παλιό, ή ίσως γιατί ήθελε κάτι καινούργιο.
Βροχή, κρύο, ή λιακάδα κάθε μέρα βόλτες στη γειτονιά, οι δυο τους. Αισθάνονταν καλά κι ας ήταν μόνοι.
Μόνο όταν έβρεχε, τα μάτια της Τζένης γίνονταν μελαγχολικά, λίγο πιο υγρά όχι απ τη βροχή, μα από τις αναμνήσεις.
Δεν ξεχνιέται τόσο εύκολα εκείνο που συνέβη. Σκύλος μπορεί να μην είναι άνθρωπος, αλλά τα ανθρώπινα συναισθήματα τα νιώθει κι εκείνος. Όποιος νομίζει το αντίθετο, δεν είχε ποτέ στη ζωή του σκύλο.
Μια μέρα, κατά τη βόλτα τους στο πάρκο, η Τζένη όρμησε ν ανατρέψει τις γάτες κλασικά την ώρα που ο Γιάννης αγόραζε καφέ.
Νοέμβρης και το κρύο έτσουζε· μόνο ο ζεστός καφές έφερνε λίγη θαλπωρή. Μόλις γύρισε, η Τζένη είχε εξαφανιστεί.
Άφησε τον καφέ στον πάγκο και άρχισε να την ψάχνει, πανικόβλητος, χωρίς να ξέρει προς τα πού να τρέξει, αλλά νιώθοντας πως έπρεπε.
Το σκυλί είχε πιαστεί στα νύχια με μια γάτα που είχε σκαρφαλώσει σε δέντρο φώναζε να κατέβει η άλλη.
Κοντά σταμάτησε ένα μαύρο SUV· βγήκε ο Νίκος.
Πήγαινε να μπει στο σούπερ μάρκετ, αλλά πάγωσε βλέποντας μπροστά του το σκυλί.
Λίζα!
Το ζώο δεν κατάλαβε αμέσως ότι φώναζαν εκείνη. Όταν όμως άκουσε το όνομά της ξανά, το αναγνώρισε στον τόνο και γύρισε και τον κοίταξε στο πρόσωπο.
Λίζα, έλα εδώ! φώναξε ο πρώην αφεντικός, χαμογελώντας με πλατύ χαμόγελο και κατεβαίνοντας κοντά της.
Ήθελε να τρέξει πάλι στην αγκαλιά του κάτι την κρατούσε πίσω όμως. Τι να σκέφτονται τα σκυλιά άραγε σ αυτές τις στιγμές; Πάντως κάτι σκέφτονται σίγουρα.
Μα την πρόδωσε. Την άφησε μόνη της. Ή μήπως κατάλαβε λάθος και τόσο καιρό την έψαχνε, κι επιτέλους τη βρήκε;
Η ουρά της κινήθηκε λίγο-λίγο, ίσως από χαρά, ίσως από ένταση, ίσως και από τίποτα απ’ όλα.
Ο Νίκος, βλέποντας πως δίσταζε, πήδηξε πάνω απ το κιγκλίδωμα και πήγε μόνος του κοντά της.
Λίζα! Λιζάκι μου! Πόσο χαίρομαι που σε βρήκα! Έλα εδώ!
Άπλωσε το χέρι του, την χάιδεψε, την τράβηξε κοντά και την αγκάλιασε αυτή όμως δεν αντιστάθηκε, αλλά ούτε κουνήθηκε όπως παλιά. Ούτε ουρά, ούτε χαρούμενο σβούρισμα στα πόδια του.
Κάτι την κρατούσε να μην χαρεί όπως πριν. Κάτι την κρατούσε πίσω.
Ο Γιάννης πέρασε τρέχοντας από δίπλα και είδε κάποιον να τραβά βίαια τη Τζένη προς το αμάξι.
Τι κάνεις; Αυτό είναι το σκυλί μου!
Έτρεξε, τον έπιασε από τον ώμο και τον τράβηξε μπροστά του.
Τι κάνεις; επανέλαβε ο Γιάννης, αυτή τη φορά πιο δυνατά. Είναι το σκυλί μου!
Αλήθεια;
Τι εννοείς αλήθεια; Τζένη, έλα εδώ!
Η Τζένη έκανε να πάει στον Γιάννη, αλλά ο Νίκος την κρατούσε γερά.
Τζένη; Είναι η Λίζα! Τη μεγάλωσα από κουτάβι, μετά…
Μετά τι; τον ρώτησε ο Γιάννης, αρχίζοντας να καταλαβαίνει τι συμβαίνει.
Δεν είναι δική σου δουλειά! Είναι το σκυλί μου. Θα το πάρω.
Όχι, δεν θα το πάρεις! Η Τζένη είναι μαζί μου και θα μείνει μαζί μου. Και σε παρακαλώ, μη με προκαλείς.
Τα μάτια του Νίκου γέμισαν θυμό, το πρόσωπό του κοκκίνισε. Ετοιμάστηκε να του ρίξει μπουνιά, αλλά τότε το σκυλί, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε ήσυχα τη διαμάχη, ξαφνικά γρύλισε και τραβήχτηκε μακριά του, δείχνοντας τα δόντια της.
Ο Νίκος πάγωσε.
Περισσότερο από έκπληξη, παρά από φόβο. Η Λίζα ποτέ δεν του είχε φερθεί έτσι· ποτέ δεν είχε γρυλίσει εναντίον του.
Ούτε τον είχε κοιτάξει ποτέ με αυτό το άγριο βλέμμα ότι θα πάλευε μέχρι τέλους, θα δάγκωνε αν χρειαζόταν. Κατέβασε το χέρι και στάθηκε αμήχανος δυο βήματα πίσω.
Τζένη, φτάνει. Πάμε, είπε ήρεμα ο Γιάννης.
Το σκυλί πήγε κοντά του, έσκυψε το κεφάλι για να του βάλει το λουρί.
Περπάτησαν αργά στην αλέα με τα πεσμένα φύλλα, χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Ο Νίκος τους παρακολουθούσε ενώ έσφιγγε τα χέρια του από οργή.
Με την Ειρήνη δεν ήρθαν ποτέ κοντά ούτε και γάμος έγινε, ο πατέρας της ποτέ δεν τον βοήθησε στην επιχείρηση, και τελικά αναγκάστηκε να πουλήσει το μαγαζί και να ξεπληρώσει χρέη. Δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του για εκείνο το βράδυ.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε.
Ναι, τα σκυλιά είναι πιστά αλλά πιστά μονάχα σε όσους τα αγαπούν. Τους προδότες δεν τους συγχωρούν ποτέ
Ο Γιάννης και η Τζένη χάθηκαν αργά μέσα στο πάρκο, αφήνοντας πίσω μόνο πατημασιές στο νοτισμένο χώμα. Η βροχή άρχισε και πάλι να ψιθυρίζει στα κλαδιά, όμως τώρα, κάθε σταγόνα έμοιαζε λιγότερο βαριά, σαν να μην κουβαλούσε πια βάρος και ενοχές. Η Τζένη περπατούσε δίπλα στον άνθρωπό της με μικρά, σίγουρα βήματα· απόψε είχε επιλέξει τον δρόμο της.
Στα φώτα των δρόμων, οι σκιές τους μπερδεύονταν και χωρίζονταν σε δύο φιγούρες ένας άντρας και ένα σκυλί, να επιστρέφουν σπίτι τους.
Ο Γιάννης έσκυψε, τη χάιδεψε πίσω από το αυτί, κι εκείνη σήκωσε το βλέμμα. Μια νέα σπίθα φώτισε τα μάτια της, όχι πια βρεγμένη από φόβο, αλλά από ζεστασιά.
Το παρελθόν είχε αφήσει το σημάδι του, όμως δεν ήταν πια βαρίδι ήταν απλά μια παλιά ιστορία, για ένα σκυλί που έμαθε πως υπάρχει ζωή μετά την εγκατάλειψη, κι ένας άνθρωπος που κατάλαβε πως η αληθινή πίστη δεν αγοράζεται ούτε εξαργυρώνεται: κερδίζεται μέρα-τη-μέρα, βόλτα-τη-βόλτα, χάδι-το-χάδι.
Μπροστά στην εξώπορτα, η Τζένη κοντοστάθηκε, τίναξε το νερό από τη γούνα της και, πριν περάσει μέσα, κοίταξε πίσω της για μια τελευταία φορά. Η νύχτα είχε πλέον γαληνέψει.
Αυτή τη φορά, δεν υπήρχε τίποτα που να έπρεπε να την κυνηγήσει το σπίτι της ήταν εδώ, ακριβώς δίπλα σ εκείνον που τη διάλεξε πραγματικά. Και, χωρίς να το ξέρει, η καρδιά της κουρασμένη μα γεμάτη ελπίδα είχε βρει το μέρος όπου ανήκε.
Όπως όλοι όσοι αγαπήθηκαν αληθινά.





