– Τι έφερες σήμερα για φαγητό, Γιαννάκη… φέτα πρόβεια ή ανθότυρο; Έφερες και τη ντομάτα με αλάτι; Έτσι τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του. Όμως η δασκάλα επρόκειτο να τους δώσει ένα σημαντικό μάθημα ζωής. Ήταν διάλειμμα. Η τάξη βούιζε από φασαρία, γέλια και τσαλακωμένα χαρτιά, ενώ ο αέρας μύριζε σάντουιτς ανοιγμένα βιαστικά. Ο Γιαννάκης καθόταν στο θρανίο του, πιο μαζεμένος απ’ το συνηθισμένο. Όχι γιατί δεν ήθελε να μιλήσει… αλλά γιατί από μικρός είχε μάθει να μη φέρνει φασαρία. Άνοιξε αργά το σακίδιό του, λες και ακόμα και το θρόισμα μιας σακούλας φαινόταν έντονο. Έβγαλε ένα πακετάκι τυλιγμένο σε απλό λαδόχαρτο, λίγο λαδωμένο στα πλάγια… και το ακούμπησε πάνω στο τετράδιό του. Τότε, μια φωνή από το πίσω θρανίο ακούστηκε: – Τι έφερες σήμερα για φαγητό, Γιαννάκη; Πρόβεια φέτα ή ανθότυρο; Έφερες και ντομάτα με αλάτι; Και μετά… γέλια. Γέλια που σε αυτούς που γελούν μοιάζουν «αθώα»… αλλά για αυτόν που τα δέχεται είναι σαν πέτρες στην ψυχή του. Ο Γιαννάκης μαζεύτηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Από όταν ήρθε στη Δευτέρα Δημοτικού, ο Γιαννάκης ήταν το «παιδί από το χωριό». Το παιδί με τα πιο απλά ρούχα. Με χέρια κάποιες φορές σκασμένα απ’ το κρύο. Με φθαρμένα παπούτσια. Με ήρεμη, γλυκιά φωνή. Και κυρίως… το παιδί που κάποιες φορές μύριζε σανό, στάβλο, δουλειά. Γι’ αυτούς ήταν διασκεδαστικό. Για τον Γιαννάκη… ήτανε η ζωή του. Οι γονείς του ήτανε άνθρωποι δουλευταράδες. Ασχολούνταν με τα χωράφια, είχαν μερικά πρόβατα, ένα μικρό περιβόλι και μια αυλή όπου κάθε μέρα ξεκινούσε πριν το ξημέρωμα. Ο Γιαννάκης δεν ξυπνούσε κάθε πρωί μόνο για να πάει σχολείο. Ξυπνούσε για να βοηθήσει. Άλλοτε κουβαλούσε νερό. Άλλοτε μάζευε ξύλα. Καμιά φορά έβλεπε τη μάνα του με κόκκινα απ’ το κρύο χέρια και πρόσωπο καμένο απ’ τον αέρα, αλλά πάντα τις ίδιες κουβέντες στα χείλη: – «Πήγαινε, παιδί μου… να μάθεις γράμματα… μόνο το σχολείο θα σε γλιτώσει απ’ τα βάσανα». Κι ο Γιαννάκης διάβαζε. Όχι για βαθμούς. Όχι για να ακούσει μπράβο. Αλλά γιατί ήταν η μόνη του ελπίδα. Όσο οι άλλοι μαθητές έπαιζαν μετά το σχολείο, αυτός έκανε τα μαθήματά του με το αχνό φως της λάμπας στην κουζίνα. Με τις παλάμες του ακόμα να μυρίζουν χώμα. Καμιά φορά με το στομάχι άδειο. Αλλά με ένα πείσμα που ούτε ο ίδιος δεν ήξερε από πού ξεφύτρωνε. Κι όμως… στα διαλείμματα, ήταν πάντα ο στόχος των κοροϊδιών. – «Κοιτάξτε τον Γιαννάκη, πάλι φέτα τρώει!» – «Έβαλες αλάτι στη ντομάτα;» – «Έφερες τα πρόβατα στο σχολείο;» Γελούσαν. Ο Γιαννάκης δεν έλεγε τίποτα. Έσφιγγε τα χείλη, κατέβαζε το βλέμμα και ασχολιόταν με το πακετάκι του. Γιατί ήξερε μια αλήθεια που εκείνοι αγνοούσαν: δεν έχουν όλα τα παιδιά την ίδια τύχη. Μερικά έχουν μόνο αυτά που μετά βίας μαζεύουν οι γονείς τους. Εκείνο το διάλειμμα όμως τα πειράγματα ήταν πιο καυστικά από ποτέ. Ένα αγόρι σηκώθηκε και πλησίασε το θρανίο του Γιαννάκη: – Έλα, Γιαννάκη… δώσε να δοκιμάσουμε! – Να δούμε αν είναι στ’ αλήθεια πρόβεια φέτα! Και πάλι γέλια ακούστηκαν. Ο Γιαννάκης έσφιξε το πακετάκι με τα δυο του χέρια. Όχι από φόβο… αλλά από ντροπή. Ντροπή που δεν ανήκει στο παιδί… αλλά στον κόσμο που δεν θυμάται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Και τότε… η πόρτα της τάξης άνοιξε. Μπήκε η δασκάλα. Δεν φώναξε. Δεν έκανε σκηνή. Μα το βλέμμα της πάγωσε τον αέρα μέσα στην αίθουσα. Άκουσε τα τελευταία λόγια. Είδε τα γέλια. Είδε το πακετάκι σφιγμένο στα χέρια του Γιαννάκη. Και για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή. Βαριά σιωπή… απ’ αυτές που συνειδητοποιείς το λάθος σου. Η δασκάλα πλησίασε αργά στο θρανίο. – Γιαννάκη, τι έχεις εκεί; – ρώτησε γλυκά. Ο Γιαννάκης σήκωσε το βλέμμα, με μάτια βουρκωμένα, προσπαθώντας να φανεί «δυνατός». – Τίποτα, κυρία… απλά… φαγητό… Εκείνη χαμογέλασε λυπημένα. – Δεν είναι «απλά» φαγητό, Γιαννάκη. – Είναι ο κόπος των γονιών σου. Η φροντίδα της μάνας σου. Οι θυσίες τους. Και γύρισε προς την τάξη. Εκεί, έδωσε το σημαντικότερο μάθημα. Όχι με φωνές. Όχι με τιμωρίες. Αλλά με την αλήθεια. – Να ντρέπεστε, – είπε ήρεμα αλλά αυστηρά. – Γελάτε με ένα παιδί επειδή τρώει πρόβεια φέτα και ντομάτα με αλάτι… – αλλά ξέρετε πόσος κόπος κρύβεται πίσω από ένα κομμάτι τυρί; Τα παιδιά σιωπούσαν. Άλλα κατέβαζαν το βλέμμα. Η δασκάλα συνέχισε: – Ο Γιαννάκης είναι καλός μαθητής. Επιμελής. Ευγενικός. – Δεν ενοχλεί, δεν παραπονιέται, δεν ζητάει τίποτα. – Κι εσείς τον κοροϊδεύετε επειδή δεν έχει «ό,τι έχετε εσείς»; Σταμάτησε και είπε με φωνή που έμεινε στον αέρα: – Οι άνθρωποι δεν μετριούνται με όμορφα ρούχα. – Ούτε με το τι κουβαλούν στη σχολική τσάντα. – Αλλά με την καλοσύνη τους. Κοίταξε κάθε παιδί στα μάτια. – Κι αν δεν μάθετε την καλοσύνη τώρα… – ίσως να μεγαλώσετε με λεφτά… αλλά χωρίς καρδιά. Στην τάξη επικράτησε απόλυτη σιγή. Ο Γιαννάκης κρατούσε το πακετάκι μπροστά του κι, για πρώτη φορά… δεν ένιωσε μικρός. Η δασκάλα έσκυψε και του είπε σιγανά: – Φάε ήσυχος, Γιαννάκη. – Και μην ντραπείς ποτέ για το ποιος είσαι. Ο Γιαννάκης έγνεψε. Κι έφαγε απ’ το πακετάκι του. Πιο αργά από άλλες φορές. Αλλά με πιο ανάλαφρη καρδιά. Εκείνη τη μέρα, μερικά παιδιά βούβηκαν. Σε άλλα μπήκε ντροπή. Ίσως κάποιοι κατάλαβαν κιόλας. Το σημαντικότερο όμως… Ο Γιαννάκης κατάλαβε πως το πρόβλημα δεν ήταν δικό του. Αλλά στην έλλειψη καρδιάς αυτών που χλευάζουν τον κόπο των άλλων. Κι ίσως αυτή η ιστορία είναι για εμάς όλους… Να θυμηθούμε πως πίσω από κάθε «παιδί του χωριού» υπάρχει μια οικογένεια που δουλεύει ως την εξάντληση. Και καμιά φορά… μια ντομάτα με αλάτι κι ένα κομμάτι φέτα δεν είναι «αφορμή για γέλια»… αλλά αγάπη στην πιο απλή της μορφή.

Τι έφερες σήμερα για φαγητό, Γιαννάκη; Φέτα ή μυζήθρα; Έχεις μαζί και καμιά ντοματούλα με αλάτι; Έτσι γελούσαν με τον Γιάννη οι συμμαθητές του.

Μα η δασκάλα ετοιμάζεται να τους δώσει ένα μάθημα που θα θυμούνται.

Το διάλειμμα έχει μόλις αρχίσει.
Μέσα στην τάξη επικρατεί φασαρία, γέλια, θόρυβοι από τσαλακωμένα χαρτιά, κι ο αέρας μοσχοβολάει από τυλιγμένα πρόχειρα σάντουιτς.

Ο Γιάννης κάθεται στο θρανίο του, λίγο πιο σιωπηλός απ το συνηθισμένο.
Όχι επειδή δε θέλει να μιλήσει
αλλά γιατί από μικρός έχει μάθει να μη φωνάζει, να μη γίνεται ενοχλητικός.

Ανοίγει την τσάντα του αργά, λες κι ο παραμικρός ήχος θα ακουγόταν δυνατά.
Βγάζει ένα πακετάκι τυλιγμένο σε απλό χαρτί, λαδωμένο στις άκρες,
και το ακουμπά πάνω στο τετράδιό του.

Τότε, από τα πίσω θρανία, ακούγεται μια φωνή:
Τι τρως σήμερα, Γιαννάκη; Φέτα ή μυζήθρα; Έφερες και ντομάτα με αλάτι;

Και μετά γέλια.
Γέλια που για εκείνους φαίνονται αθώα,
αλλά για όποιον τα δέχεται, είναι σαν πέτρες στην καρδιά.

Ο Γιάννης μένει ακίνητος.
Δεν είναι η πρώτη φορά.

Από τότε που ήρθε στην Τετάρτη Δημοτικού, είναι «το παιδί απ το χωριό».
Το παιδί με τα φτηνά ρούχα.
Τα χέρια του, καμιά φορά, σκασμένα απ το κρύο.
Παπούτσια φθαρμένα.
Ήσυχος, γλυκός στην ομιλία του.
Και, πάνω απ όλα
το αγόρι που κάποιες φορές μυρίζει άχυρο, κοτέτσι, δουλειά.

Για εκείνους όλα αυτά είναι αστεία.
Για τον Γιάννη, όμως, είναι η ζωή του.

Οι γονείς του, άνθρωποι δουλευταράδες.
Καλλιεργούν ένα μικρό κτήμα, έχουν λίγα πρόβατα, μια αυλή κάθε τους μέρα ξεκινά προτού ακόμη χαράξει.

Ο Γιάννης δε σηκώνεται το πρωί μόνο για το σχολείο.
Σηκώνεται να βοηθήσει.
Άλλοτε κουβαλάει νερό,
άλλοτε μαζεύει ξύλα.
Καμιά φορά βλέπει τη μάνα του με τα χέρια κόκκινα απ το κρύο και τα μάγουλα ροζισμένα απ τον αέρα, αλλά με τα ίδια πάντα λόγια στα χείλη:
Πήγαινε, παιδί μου Μόνο το διάβασμα σε βγάζει απ’ τα δύσκολα.

Κι ο Γιάννης διαβάζει.
Όχι για βαθμούς.
Όχι για μπράβο.
Αλλά γιατί είναι η μόνη του ελπίδα.

Όταν τα υπόλοιπα παιδιά παίζουν μετά το σχολείο, αυτός κάνει τις ασκήσεις του στο αχνό φως στην κουζίνα.
Τα χέρια του ακόμη μυρίζουν χώμα.
Συχνά με το στομάχι άδειο.
Μα μ ένα πείσμα που ούτε ο ίδιος δε ξέρει από πού αντλεί.

Κι όμως
στο διάλειμμα είναι πάντοτε το εύκολο θύμα.

Κοιτάξτε τον Γιάννη, πάλι φέτα τρώει!
Έβαλες αλάτι στην ντομάτα;
Έφερες τα πρόβατά σου σχολείο;

Γελάνε.
Ο Γιάννης δε μιλάει.
Δαγκώνει τα χείλη, χαμηλώνει το βλέμμα, και ασχολείται με το πακετάκι του.

Ξέρει καλά μια αλήθεια που οι άλλοι αγνοούν:
δεν έχουν όλα τα παιδιά τα πάντα.
Κάποια έχουν μόνο όσα με κόπο οι γονείς καταφέρνουν να τους δώσουν.

Μα σ εκείνο το διάλειμμα τα πειράγματα είναι πιο σκληρά από ποτέ.
Ένα αγόρι σηκώνεται, πλησιάζει τον Γιάννη:
Έλα, δώσε μας λίγο, Γιαννάκη!
Να δούμε άμα είναι αληθινή φέτα!

Πάλι γέλια.

Ο Γιάννης κρατά το πακετάκι του σφιχτά με τα δυο χέρια.
Όχι απ τον φόβο.
Από ντροπή.
Μα η ντροπή δε του ανήκει
ανήκει σε έναν κόσμο που ξεχνά τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Και τότε
η πόρτα της τάξης ανοίγει.

Μπαίνει η δασκάλα.

Δεν φωνάζει.
Δεν κάνει σκηνή.
Όμως το βλέμμα της διακόπτει απότομα κάθε ήχο.

Ακούει τα τελευταία λόγια.
Βλέπει τα γέλια.
Βλέπει το πακετάκι σφιχτά στα χέρια του Γιάννη.

Κι επικρατεί μια βαριά σιωπή.
Σιωπή
που σε κάνει να καταλάβεις το λάθος σου.

Η δασκάλα πλησιάζει.
Τι έχεις εκεί, Γιάννη; ρωτάει τρυφερά.

Ο Γιάννης σηκώνει το υγρό του βλέμμα, προσπαθώντας να φανεί δυνατός.
Τίποτα, κυρία μόνο το φαγητό μου

Εκείνη χαμογελά λυπημένα.
Δεν είναι μόνο φαγητό, Γιάννη.
Είναι ο κόπος των γονιών σου. Η φροντίδα της μάνας σου. Η θυσία τους.

Γυρίζει προς την τάξη.
Κι εκείνη τη στιγμή τους δίνει ένα αληθινό μάθημα.

Όχι με φωνές.
Όχι με τιμωρίες.
Με αλήθεια.

Να ντραπείτε, λέει, ήρεμα αλλά σταθερά.
Κοροϊδεύετε ένα παιδί γιατί τρώει φέτα και ντομάτα με αλάτι,
αλλά ξέρετε πόσος μόχθος κρύβεται σε κάθε κομμάτι τυρί;

Τα παιδιά σιωπούν.
Μερικά χαμηλώνουν το βλέμμα.

Η δασκάλα συνεχίζει:
Ο Γιάννης είναι καλός μαθητής. Συνεπής. Ευγενικός.
Δεν ενοχλεί, δεν παραπονιέται, δε ζητά.
Κι όμως, εσείς τον γελοιοποιείτε γιατί δεν έχει ό,τι εσείς;

Σταματά για λίγο και με φωνή που μένει στον αέρα λέει:
Ο άνθρωπος δεν αξίζει απ τα ρούχα του.
Ούτε από όσα κουβαλάει στην τσάντα.
Αξίζει από την καλοσύνη του.

Κοιτάει κάθε παιδί στα μάτια.
Κι αν δεν μάθετε την καλοσύνη τώρα
μπορεί να ζήσετε με ευρώ αλλά χωρίς ψυχή.

Η τάξη παραμένει σιωπηλή.

Ο Γιάννης κρατά το πακετάκι του μπροστά του και, για πρώτη φορά δεν νιώθει μικρός.

Η δασκάλα σκύβει και του λέει σιγανά:
Φάε ήσυχος, Γιάννη.
Και μην ντραπείς ποτέ για αυτό που είσαι.

Ο Γιάννης γνέφει ναι.
Και δαγκώνει το φαγητό του.

Πιο απαλά απ ό,τι συνήθως.
Αλλά με καρδιά πιο ανάλαφρη.

Εκείνη τη μέρα μερικά παιδιά σιώπησαν.
Άλλα ένιωσαν άσχημα.
Κάποια ίσως κατάλαβαν.

Μα το πιο σημαντικό
Ο Γιάννης κατάλαβε πως το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ σε εκείνον.
Αλλά στην απουσία καρδιάς αυτών που χλευάζουν τον κόπο των άλλων.

Κι ίσως αυτή η ιστορία είναι για όλους εμάς
Να θυμόμαστε πως πίσω από κάθε παιδί του χωριού
υπάρχει μια οικογένεια που δουλεύει μέχρι να εξαντληθεί.

Και ότι καμιά φορά
μια ντομάτα με αλάτι κι ένα κομμάτι φέτα δεν είναι κάτι για γέλια
είναι αγάπη στην πιο αγνή της μορφή.

Oceń artykuł
– Τι έφερες σήμερα για φαγητό, Γιαννάκη… φέτα πρόβεια ή ανθότυρο; Έφερες και τη ντομάτα με αλάτι; Έτσι τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του. Όμως η δασκάλα επρόκειτο να τους δώσει ένα σημαντικό μάθημα ζωής. Ήταν διάλειμμα. Η τάξη βούιζε από φασαρία, γέλια και τσαλακωμένα χαρτιά, ενώ ο αέρας μύριζε σάντουιτς ανοιγμένα βιαστικά. Ο Γιαννάκης καθόταν στο θρανίο του, πιο μαζεμένος απ’ το συνηθισμένο. Όχι γιατί δεν ήθελε να μιλήσει… αλλά γιατί από μικρός είχε μάθει να μη φέρνει φασαρία. Άνοιξε αργά το σακίδιό του, λες και ακόμα και το θρόισμα μιας σακούλας φαινόταν έντονο. Έβγαλε ένα πακετάκι τυλιγμένο σε απλό λαδόχαρτο, λίγο λαδωμένο στα πλάγια… και το ακούμπησε πάνω στο τετράδιό του. Τότε, μια φωνή από το πίσω θρανίο ακούστηκε: – Τι έφερες σήμερα για φαγητό, Γιαννάκη; Πρόβεια φέτα ή ανθότυρο; Έφερες και ντομάτα με αλάτι; Και μετά… γέλια. Γέλια που σε αυτούς που γελούν μοιάζουν «αθώα»… αλλά για αυτόν που τα δέχεται είναι σαν πέτρες στην ψυχή του. Ο Γιαννάκης μαζεύτηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Από όταν ήρθε στη Δευτέρα Δημοτικού, ο Γιαννάκης ήταν το «παιδί από το χωριό». Το παιδί με τα πιο απλά ρούχα. Με χέρια κάποιες φορές σκασμένα απ’ το κρύο. Με φθαρμένα παπούτσια. Με ήρεμη, γλυκιά φωνή. Και κυρίως… το παιδί που κάποιες φορές μύριζε σανό, στάβλο, δουλειά. Γι’ αυτούς ήταν διασκεδαστικό. Για τον Γιαννάκη… ήτανε η ζωή του. Οι γονείς του ήτανε άνθρωποι δουλευταράδες. Ασχολούνταν με τα χωράφια, είχαν μερικά πρόβατα, ένα μικρό περιβόλι και μια αυλή όπου κάθε μέρα ξεκινούσε πριν το ξημέρωμα. Ο Γιαννάκης δεν ξυπνούσε κάθε πρωί μόνο για να πάει σχολείο. Ξυπνούσε για να βοηθήσει. Άλλοτε κουβαλούσε νερό. Άλλοτε μάζευε ξύλα. Καμιά φορά έβλεπε τη μάνα του με κόκκινα απ’ το κρύο χέρια και πρόσωπο καμένο απ’ τον αέρα, αλλά πάντα τις ίδιες κουβέντες στα χείλη: – «Πήγαινε, παιδί μου… να μάθεις γράμματα… μόνο το σχολείο θα σε γλιτώσει απ’ τα βάσανα». Κι ο Γιαννάκης διάβαζε. Όχι για βαθμούς. Όχι για να ακούσει μπράβο. Αλλά γιατί ήταν η μόνη του ελπίδα. Όσο οι άλλοι μαθητές έπαιζαν μετά το σχολείο, αυτός έκανε τα μαθήματά του με το αχνό φως της λάμπας στην κουζίνα. Με τις παλάμες του ακόμα να μυρίζουν χώμα. Καμιά φορά με το στομάχι άδειο. Αλλά με ένα πείσμα που ούτε ο ίδιος δεν ήξερε από πού ξεφύτρωνε. Κι όμως… στα διαλείμματα, ήταν πάντα ο στόχος των κοροϊδιών. – «Κοιτάξτε τον Γιαννάκη, πάλι φέτα τρώει!» – «Έβαλες αλάτι στη ντομάτα;» – «Έφερες τα πρόβατα στο σχολείο;» Γελούσαν. Ο Γιαννάκης δεν έλεγε τίποτα. Έσφιγγε τα χείλη, κατέβαζε το βλέμμα και ασχολιόταν με το πακετάκι του. Γιατί ήξερε μια αλήθεια που εκείνοι αγνοούσαν: δεν έχουν όλα τα παιδιά την ίδια τύχη. Μερικά έχουν μόνο αυτά που μετά βίας μαζεύουν οι γονείς τους. Εκείνο το διάλειμμα όμως τα πειράγματα ήταν πιο καυστικά από ποτέ. Ένα αγόρι σηκώθηκε και πλησίασε το θρανίο του Γιαννάκη: – Έλα, Γιαννάκη… δώσε να δοκιμάσουμε! – Να δούμε αν είναι στ’ αλήθεια πρόβεια φέτα! Και πάλι γέλια ακούστηκαν. Ο Γιαννάκης έσφιξε το πακετάκι με τα δυο του χέρια. Όχι από φόβο… αλλά από ντροπή. Ντροπή που δεν ανήκει στο παιδί… αλλά στον κόσμο που δεν θυμάται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Και τότε… η πόρτα της τάξης άνοιξε. Μπήκε η δασκάλα. Δεν φώναξε. Δεν έκανε σκηνή. Μα το βλέμμα της πάγωσε τον αέρα μέσα στην αίθουσα. Άκουσε τα τελευταία λόγια. Είδε τα γέλια. Είδε το πακετάκι σφιγμένο στα χέρια του Γιαννάκη. Και για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή. Βαριά σιωπή… απ’ αυτές που συνειδητοποιείς το λάθος σου. Η δασκάλα πλησίασε αργά στο θρανίο. – Γιαννάκη, τι έχεις εκεί; – ρώτησε γλυκά. Ο Γιαννάκης σήκωσε το βλέμμα, με μάτια βουρκωμένα, προσπαθώντας να φανεί «δυνατός». – Τίποτα, κυρία… απλά… φαγητό… Εκείνη χαμογέλασε λυπημένα. – Δεν είναι «απλά» φαγητό, Γιαννάκη. – Είναι ο κόπος των γονιών σου. Η φροντίδα της μάνας σου. Οι θυσίες τους. Και γύρισε προς την τάξη. Εκεί, έδωσε το σημαντικότερο μάθημα. Όχι με φωνές. Όχι με τιμωρίες. Αλλά με την αλήθεια. – Να ντρέπεστε, – είπε ήρεμα αλλά αυστηρά. – Γελάτε με ένα παιδί επειδή τρώει πρόβεια φέτα και ντομάτα με αλάτι… – αλλά ξέρετε πόσος κόπος κρύβεται πίσω από ένα κομμάτι τυρί; Τα παιδιά σιωπούσαν. Άλλα κατέβαζαν το βλέμμα. Η δασκάλα συνέχισε: – Ο Γιαννάκης είναι καλός μαθητής. Επιμελής. Ευγενικός. – Δεν ενοχλεί, δεν παραπονιέται, δεν ζητάει τίποτα. – Κι εσείς τον κοροϊδεύετε επειδή δεν έχει «ό,τι έχετε εσείς»; Σταμάτησε και είπε με φωνή που έμεινε στον αέρα: – Οι άνθρωποι δεν μετριούνται με όμορφα ρούχα. – Ούτε με το τι κουβαλούν στη σχολική τσάντα. – Αλλά με την καλοσύνη τους. Κοίταξε κάθε παιδί στα μάτια. – Κι αν δεν μάθετε την καλοσύνη τώρα… – ίσως να μεγαλώσετε με λεφτά… αλλά χωρίς καρδιά. Στην τάξη επικράτησε απόλυτη σιγή. Ο Γιαννάκης κρατούσε το πακετάκι μπροστά του κι, για πρώτη φορά… δεν ένιωσε μικρός. Η δασκάλα έσκυψε και του είπε σιγανά: – Φάε ήσυχος, Γιαννάκη. – Και μην ντραπείς ποτέ για το ποιος είσαι. Ο Γιαννάκης έγνεψε. Κι έφαγε απ’ το πακετάκι του. Πιο αργά από άλλες φορές. Αλλά με πιο ανάλαφρη καρδιά. Εκείνη τη μέρα, μερικά παιδιά βούβηκαν. Σε άλλα μπήκε ντροπή. Ίσως κάποιοι κατάλαβαν κιόλας. Το σημαντικότερο όμως… Ο Γιαννάκης κατάλαβε πως το πρόβλημα δεν ήταν δικό του. Αλλά στην έλλειψη καρδιάς αυτών που χλευάζουν τον κόπο των άλλων. Κι ίσως αυτή η ιστορία είναι για εμάς όλους… Να θυμηθούμε πως πίσω από κάθε «παιδί του χωριού» υπάρχει μια οικογένεια που δουλεύει ως την εξάντληση. Και καμιά φορά… μια ντομάτα με αλάτι κι ένα κομμάτι φέτα δεν είναι «αφορμή για γέλια»… αλλά αγάπη στην πιο απλή της μορφή.