Μαρία δεν πρόλαβε να κλείσει το τηλέφωνο στον άντρα της και ξαφνικά άκουσε μια γυναικεία φωνή από την άλλη γραμμή.
Στεκόταν στο παράθυρο, χαζεύοντας τη βροχή που έπεφτε με μανία πάνω στην Αθήνα κλασικός μουντός καιρός, λες και συμφωνούσε με το κλίμα στο σπίτι. Ο συνηθισμένος, εντελώς βαρετός απογευματινός διάλογος με τον άντρα της έφτανε στο τέλος του. Πέτρος, πάντα ήρεμος, της έλεγε για «επαγγελματικό ταξίδι» στη Θεσσαλονίκη: όλα καλά, συναντήσεις, παρουσιάσεις, επιστροφή σε τρεις μέρες, όπως πάντα.
«Καλά, Πέτρο, τα λέμε» ψιθύρισε η Μαρία, έτοιμη να κλείσει, όταν κάτι την σταμάτησε μια νεανική γυναικεία φωνή προέκυψε από το βάθος της γραμμής: «Πέτρο, η μπανιέρα είναι έτοιμη! Έλα!»
Το χέρι της Μαρία έμεινε μετέωρο, παγωμένο, σα να είχε ακουμπήσει καλώδιο της ΔΕΗ. Κόλλησε το τηλέφωνο ξανά στο αυτί μόνο μπιπ-μπιπ. Εκείνος είχε προλάβει να της κλείσει.
Κατρακύλησε στην καρέκλα της, νιώθοντας τα πόδια της να λιώνουν σαν τη φέτα στον ήλιο. Το μυαλό της γέμισε με κομματάκια βλακώδεις σκέψεις. «Πετράκη Μπανιέρα Ποια μπανιέρα στο ξενοδοχείο;» Άρχισε να ξεπροβάλει όλη η περίεργη συμπεριφορά τους τελευταίους μήνες: απανωτά ταξίδια, τηλέφωνα στο μπαλκόνι με το βλέμμα του Οδυσσέα μπροστά στη Σκύλλα, το νέο άρωμα στο αμάξι.
Με τρεμάμενα χέρια άνοιξε το λάπτοπ. Ο κωδικός για το mail του ήταν γνωστός συνήθιζαν να μοιράζονται τα πάντα όταν έλεγαν πως «εμείς δεν έχουμε μυστικά.» Κράτηση ξενοδοχείου πέντε αστέρων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, «σουίτα νεόνυμφων» για δύο άτομα. Ειδική προσφορά! Περίεργο.
Μετά, το απόλυτο χαστούκι: mail από κάποια Ελένη. Είκοσι έξι χρονών, personal trainer (προφανώς, γιατί όχι;), με κορμί φιδίσιο κι αποτυχία στη διακριτικότητα. «Αγάπη μου, δεν αντέχω άλλο έτσι. Υποσχέθηκες εδώ και τρεις μήνες πως θα χωρίσεις. Ως πότε ακόμα;»
Σε εκείνη τη στιγμή, η Μαρία πρωτοένιωσε μια ναυτία μοντέρνα, σαν να χε φάει δύο τσουρέκια με σοκολάτα. Πέρασαν από μπροστά τα πρώτα τους ραντεβού, τότε που εκείνη ήταν φουκαριάρα οικονομολόγος και ο Πέτρος μπαρμπα-ταπεινός βοηθός λογιστή. Έτρωγαν σουβλάκια, μάζευαν ευρώ-ευρώ για τη δεξίωση με τη θεία Ευδοκία και πλέον, εκείνος διευθυντής εμπορικού τμήματος, εκείνη chief λογίστρια, κι ανάμεσά τους μια τρύπα, πελώρια σαν το χάσμα ανάμεσα στη Μύκονο και τον Αη-Στράτη.
****
Σουίτα ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη. Ο Πέτρος περπατούσε πάνω-κάτω, σαν λύκος σε κλουβί.
«Γιατί το έκανες αυτό;» η φωνή του έτρεμε, λες και είχε μόλις χάσει το λαχείο.
Η Ελένη, ξαπλωμένη γεμάτη νάζι με μια ροζ σατέν ρόμπα, είχε τα μαλλιά της απλωμένα στο μαξιλάρι σαν διαφήμιση για σαμπουάν.
«Και τι έγινε δηλαδή;» απάντησε εκείνη, κάνοντας τεντώματα που θα ζήλευε και ο Τσιτσιπάς. «Εσύ δεν είπες πως θα τη χωρίσεις;»
«Εγώ αποφασίζω πότε και πώς! Καταλαβαίνεις τι έκανες; Η Μαρία δεν είναι χαζή! Τα πιασε κιόλας!»
«Τέλεια λοιπόν!» γρύλισε η Ελένη, σα να της φίλησαν την κουμπάρα. «Βαρέθηκα να κρύβομαι σε ξενοδοχεία. Θέλω να πηγαίνουμε μαζί στις ταβέρνες, στα μπαράκια με τους φίλους σου να σε λέω άντρα μου, επιτέλους!»
«Συμπεριφέρεσαι σαν παιδί!» έσφιξε τα δόντια ο Πέτρος.
«Κι εσύ σαν κότα! πέταξε εκείνη και πετάχτηκε πάνω. Κοίτα με καλά! Είμαι νέα, όμορφη, μπορώ να σου κάνω παιδιά. Τι μπορεί να σου κάνει αυτή; Απλά να μετράει το μισθό σου;»
Ο Πέτρος της άρπαξε τα μπράτσα: «Μην τολμήσεις να μιλήσεις έτσι για τη Μαρία! Δεν ξέρεις τίποτα»
«Ξέρω αρκετά τράβηξε με μια κίνηση τα χέρια της. Ξέρω πως είσαι δυστυχισμένος. Και πως εκείνη χώθηκε στη ρουτίνα. Πότε κάνατε τελευταία φορά κάτι μαζί; Πότε πήγατε διακοπές παρέα;»
Ο Πέτρος γύρισε κι αγνάντεψε τα φώτα της πόλης. Εκεί που κάποτε τα όνειρα φάνταζαν μεγάλα, τώρα μετρούσαν τις ζωές σαν ρέστα σε περίπτερο.
****
Στην κουζίνα, η Μαρία κρατούσε μια παλιά φλιτζάνα με κρύο ελληνικό καφέ. Το κινητό αναβόσβηνε από κλήσεις του Πέτρου καμία διάθεση για απαντήσεις. Τι να του πει δηλαδή; «Άκουσα την ερωμένη σου να σου φωνάζει για μπανιέρα;»
Κι όμως, η μνήμη της ήταν αμείλικτη: ο Πέτρος της έκανε πρόταση γάμου με δαχτυλίδι στην καφετέρια κάτω απ το γραφείο της. Έπειτα, τα κουτιά με τα πράγματά τους, το πρώτο τους σπίτωμα σε μίνι-διαμέρισμα στου Γκύζη, μετά οι χαρές κι οι λύπες, οι προαγωγές, ο θάνατος της μαμάς της. Το δάνειο, το μπογιάτισμα, τα μερεμέτια. Πότε έπαψαν να μιλάνε σαν άνθρωποι και άρχισαν να επικοινωνούν μόνο με σημειώματα στο ψυγείο; Πότε άραγε είδαν τελευταία φορά μαζί σειρά στο Netflix αγκαλιά; Ποιός θυμάται.
Το κινητό ξανακούνησε, αυτή τη φορά με μήνυμα: «Μαρία, σε παρακαλώ, να μιλήσουμε. Όλα θα στα εξηγήσω.»
Τι να εξηγήσεις, Πέτρο μου; Πως γέρασα; Πως η πιτσιρίκα personal trainer είναι πιο γοητευτική; Το ήξερες και μόνος σου.
Στον καθρέφτη αντίκρυ της, 42 χρόνια, λίγες γραμμές γύρω απ τα μάτια, μερικά άσπρα μαλλιά καμουφλαρισμένα με βαφή supermarket. Πότε ήρθε αυτή η μόνιμη κούραση; Πότε το ρολόι άρχισε να τρέχει αντί να περπατάει;
****
«Πέτρο, πού ήσουν;» η Ελένη τον υποδέχτηκε με ένα βλέμμα που ξυπνούσε εφιάλτες σε επαρχιώτες Δημάρχους.
«Όχι τώρα» κατέρρευσε στο κάθισμα, λύνοντας τη γραβάτα του που τον έπνιγε πιο πολύ κι απ τους λογαριασμούς στη ΔΕΗ.
«Τώρα, ναι! Θέλω να μάθω τι θα γίνει! Καταλαβαίνεις πως πλέον πρέπει να αποφασίσεις;»
Ο Πέτρος την κοίταξε: νέα, φρέσκια, με όρεξη για τη ζωή. Έτσι ήταν και η Μαρία, κάποτε. Να τον πάρει ο διάολος, πώς της το έκανε αυτό;
«Ελένη Έχεις δίκιο. Πρέπει να τελειώνουμε.»
Η Ελένη φωτίστηκε, όρμησε στην αγκαλιά του: «Αγάπη μου! Ήξερα πως θα το δεις σωστά!»
«Ναι» είπε και την απομάκρυνε απαλά. «Πρέπει να τελειώσουμε οι δυο μας.»
«Τι;» σάστισε, λες κι έριξε καφέ στη μούρη της.
«Ήταν λάθος. Αγαπάω τη γυναίκα μου. Ναι, έχουμε αποξενωθεί. Αλλά δεν μπορώ να καταστρέψω ό,τι είχαμε. Δεν θέλω.»
«Φοβιτσιάρη!» δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της.
«Όχι, Ελένη. Φοβιτσιάρης ήμουν όταν το ξεκίνησα όλο αυτό. Όταν έλεγα ψέματα στη γυναίκα που δέκα πέντε χρόνια μου στάθηκε. Έχεις δίκιο, είμαι δυστυχισμένος. Αλλά η ευτυχία χρειάζεται δουλειά, όχι παράνομο πάθος.»
****
Το κουδούνι χτύπησε λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Η Μαρία ήξερε πως ήταν εκείνος ήρθε με την πρώτη Aegean απ τη Θεσσαλονίκη.
«Μαρία, άνοιξε, σε παρακαλώ» η φωνή του αδύναμη, σα Βασιλόπουλος στον τελικό Ευρωμπάσκετ.
Του άνοιξε. Σαλαγιασμένος, αξύριστος, με το κοστούμι τσαλακωμένο χειρότερα κι απ τη ζωή τους.
«Να μπω;»
Χωρίς να μιλήσει πέρασαν στην κουζίνα, εκεί που κάποτε κουβέντιαζαν ώρες για όνειρα, σχέδια, τη ζωή.
«Μαρία»
«Μην τολμήσεις. Ξέρω τα πάντα. Ελένη, 26, personal trainer. Έχω διαβάσει όλα τα mails.»
Δεν βρήκε τι να πει απλά έγνεψε καταφατικά.
«Γιατί, Πέτρο;»
Σιωπή. Ο Πέτρος κοίταζε εκεί έξω στην Αθήνα, σαν να περίμενε συγχώρεση από τον Λυκαβηττό.
«Γιατί είμαι δειλός. Γιατί φοβήθηκα πως γίναμε ξένοι. Γιατί εκείνη μου θύμισε εσένα, όπως ήσουν. Γεμάτη ενέργεια όνειρα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα Τώρα θέλω να το παλέψουμε. Αν μου δώσεις μια ευκαιρία.»
«Κι αυτή;»
«Τελείωσε. Δεν μπορώ, δεν θέλω να σε χάσω. Το ξέρω, δεν αξίζω συγχώρεσης. Αλλά μπορούμε; Μπορούμε να το προσπαθήσουμε ξανά; Να πάμε σε κάποιον ειδικό, να δούμε ταινία μαζί, να ξαναθυμηθούμε πώς είναι να είμαστε εμείς;»
Η Μαρία τον κοίταξε γκρίζος, ζαρωμένος, αλλά δικός της όσο λίγοι. Δεκαπέντε χρόνια δεν είναι απλά νούμερα. Είναι κοινές αναμνήσεις, χαζά αστεία, ένοχες χαρές με μπουγάτσα με σοκολάτα. Είναι να ξέρεις να σωπαίνεις μαζί. Είναι η ανάγκη και η δυνατότητα να συγχωρείς.
«Δεν ξέρω, Πέτρο» για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, άφησε δάκρυ να κυλήσει. «Αλήθεια, δεν ξέρω»
Την αγκάλιασε προσεκτικά. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε. Έξω η βροχή έπεφτε στην Αθηναϊκή νύχτα.
Κάπου στη Θεσσαλονίκη, μια νεαρή έκλαιγε στο ωραιότερο δωμάτιο ξενοδοχείου που ποτέ κανείς δεν της επιβεβαίωσε πως σημαίνει αγάπη. Γιατί αληθινή αγάπη δεν είναι ροζ σύννεφα και βόλτες στα Λαδάδικα: είναι απόφαση που επαναλαμβάνεις κάθε μέρα, στα εύκολα και στα δύσκολα.
Κι εκεί, στην κουζίνα, δύο όχι-πια-νέοι άνθρωποι προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους. Μπροστά τους δύσκολος δρόμος, με ουρές σε γραφεία ειδικών, ατέρμονα βράδια συζήτησης και προσπάθεια να ξαναανακαλύψουν ο ένας τον άλλον. Καμιά φορά πρέπει να χάσεις κάτι για να δεις την αξία του.





