Από τη σύνταξή της, η κυρία Αγγελική Παναγιωτοπούλου, αφού πλήρωνε τους λογαριασμούς της και ψώνιζε τα αναγκαία από το φτηνό παντοπωλείο, επέτρεπε στον εαυτό της μια μικρή πολυτέλεια ένα σακουλάκι καφέ σε κόκκους. Οι κόκκοι ήταν ήδη καβουρδισμένοι κι όταν έκοβε τη γωνία της συσκευασίας, σκόρπιζαν ένα μεθυστικό άρωμα που γέμιζε το σπίτι της στην Καισαριανή, σαν νερό που ξεχειλίζει σε μια πανάρχαια βαριά πηγή. Πάντα μύριζε τον καφέ με κλειστά μάτια, σαν να έκλεινε τις αισθήσεις της στον κόσμο κι ανοίγονταν σε άλλη πραγματικότητα. Εκεί, μαζί με τη μυρωδιά, της φαινόταν πως περνούσε μέσα της μια αόρατη δύναμη. Ανακαλούσε όνειρα παιδικά, αναζητούσε τις ξεχασμένες χώρες και τα κύματα ενός αλλόκοτου Αιγαίου που δεν είχε δει ποτέ της. Τις νύχτες άκουγε μέσα στον ύπνο της τον βόμβο τροπικής βροχής, το ψίθυρο στον ελαιώνα, τις κραυγές από παράξενους πετεινούς και γάτους στις ραχούλες της Πίνδου.
Αυτά τα τοπία τα ήξερε μόνο από τις ιστορίες του πατέρα της. Εκείνος ήταν εξαφανισμένος σε αποστολές αρχαιολογίας στη Μαδαγασκάρη ή αλλού, μα όταν ερχόταν σπίτι, έφτιαχνε δυνατό ελληνικό καφέ σε μπρίκι και της μιλούσε με φωνή που άχνιζε μνήμες, για ζούγκλες από μαστίχα και κουβέντες γύρω από αρχαίους ναούς που ζούσαν ακόμη μες στα κλαδιά. Το άρωμα του καφέ της παρέμεινε για πάντα ενθύμηση και θρήνος. Εκείνη με τον καιρό έμαθε πως οι γονείς της δεν ήταν βιολογικοί. Θυμόταν την αρχή του πολέμου: ήτανε τριών χρονών, ορφανή, όταν μια γυναίκα στην Καλαμάτα την βρήκε και της έγινε μάνα. Όλα μετά έγιναν όπως γίνεται σε χιλιάδες σπίτια: σχολείο, φροντιστήρια, εργασία, γάμος, ένας γιος κι ύστερα, το απόλυτο ρέκβιεμ της μοναξιάς.
Ο γιος της, πριν εικοσαετία, παρασυρμένος από την πίεση της γυναίκας του, μετακόμισε με την οικογένεια στην Κύπρο, στη Λεμεσό. Είχε έρθει στην Αθήνα μόνο μια φορά· επικοινωνούσαν στο τηλέφωνο και της έστελνε κάθε μήνα ευρώ, αλλά εκείνη δεν τα ξόδευε τα μάζευε σε λογαριασμό. Σχηματίστηκε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Θα επέστρεφαν κάποτε στο γιο της, ίσως… ίσως μετατραπούν σε κανακεμένη μνημονική χορηγία.
Τον τελευταίο καιρό ένιωθε επίμονα ότι η ζωή της, όμορφη και γεμάτη με φροντίδες, δεν ήταν δική της. Αν δεν υπήρχε εκείνος ο πόλεμος, ίσως να είχε άλλους γονείς, άλλο σπίτι κι άλλες μοίρες. Τους αληθινούς της γονείς μόλις που θυμόταν· στο μυαλό της έμενε πάντοτε μια μικρή, κοριτσάκι της ίδιας ηλικίας τότε, η Μαρία. Καμιά φορά μέσα στ όνειρο, έβλεπε τον εαυτό της να τρέχει με τη Μαρία στα σοκάκια, καθώς μια φωνή από μακριά τις καλεί: «Μαριώ, Αγγελικούλα!» Τι σχέση είχαν; Αδερφές ή φίλες; Ο χρόνος είχε διαλύσει τις λέξεις σε σκόνη.
Το ρυάκι των σκέψεων της διέκοψε ο ήχος του κινητού. Η σύνταξη είχε κατατεθεί στην κάρτα. Ένα κύμα χαράς. Μπορούσε να αγοράσει καινούργιο καφέ το τελευταίο πακέτο το είχε τελειώσει χθες. Βγήκε στον δρόμο, η μπαστούνα χτυπούσε στις πλάκες της βροχής και τα φθινοπωρινά φύλλα κολλούσαν στα παπούτσια της καθώς πλησίαζε το κατάστημα.
Μπροστά στην πόρτα, κουλουριασμένη, περίμενε μια γκριζόριγη γάτα με πράσινα μάτια. Ένα τσίμπημα ελέους σκίρτησε μέσα της: «Κρυώνει το ταλαίπωρο, ίσως κι νηστικό Θα σε έπαιρνα σπίτι μου, αλλά Ποιος σε θέλει όταν εγώ φύγω; Κι εγώ λίγο ακόμη να ζήσω μένει.» Παρα ταύτα, της πήρε ένα φτηνό φακελάκι τροφή.
Στην πλαστική ταΐστρα που έστρωσε στο πεζούλι, η γάτα την κοίταζε λατρευτικά, ώσπου ξαφνικά οι πόρτες του μαγαζιού άνοιξαν διάπλατα και μια σωματώδης γυναίκα βγήκε με αγανάκτηση. Χωρίς να πει πολλά, κλώτσησε το ταΐστρα με τέτοια δύναμη που σκορπίστηκε η τροφή στα βρεγμένα πλακάκια.
Όλο τους λέω, μα τίποτα δεν καταλαβαίνουν! Να μη τα ταΐζετε εδώ! φώναξε κι έφυγε εκνευρισμένη.
Η γάτα, κοιτάζοντας τριγύρω, άρχισε να μαζεύει με προσοχή τα κομματάκια, ενώ η Αγγελική πνιγόταν από μια ξαφνική αίσθηση αδικίας που έφερε και τα πρώτα σημάδια πονοκεφάλου. Με κόπο πρόλαβε να φτάσει στη στάση του λεωφορείου και να καθίσει. Έψαχνε νευρικά στις τσέπες να βρει τα χάπια. Τίποτα.
Ο πόνος έπεφτε πάνω της σαν κύματα, το κεφάλι βούιζε, όλα γύριζαν, η καρδιά της αγκομαχούσε. Ξάφνου, μια νεαρή παρουσία ακούμπησε το μπράτσο της. Ήταν μια κοπέλα με μαύρα μαλλιά.
Κυρία, είστε καλά; Μπορώ να κάνω κάτι;
Στην τσάντα μου…έχω καφέ…σου παρακαλώ άνοιξέ τον…, μουρμούρισε αδύναμα η Αγγελική.
Η κοπέλα της άνοιξε το σακουλάκι. Η Αγγελική ρούφηξε το άρωμα βαθιά, ξανά και ξανά. Ο πόνος άρχισε να υποχωρεί.
Σ ευχαριστώ, κορίτσι μου…
Με λένε Πολυξένη, μα ευχαριστία πρέπει να πείτε στη γατούλα! Σας έψαχνε κι έκανε μεγάλη φασαρία με τα νιαουρίσματά της. Αποκλείεται να μη σας ακούγονταν!
Κι εσένα σ ευχαριστώ, καλό μου. Η Αγγελική χάιδεψε απαλά τη γάτα που τώρα ανέβηκε στο παγκάκι.
Τι συνέβη; ρώτησε η Πολυξένη γεμάτη φροντίδα.
Κρίση ημικρανίας… Αγχώθηκα πολύ… συμβαίνει.
Να σας συνοδεύσω μέχρι το σπίτι σας; Θα δυσκολευτείτε μόνη.
Στο ζεστό κλίμα του διαμερίσματος, ήπιαν αχνιστό καφέ με λίγο γάλα και μπισκότα. Η Πολυξένη άρχισε να μιλάει:
Η γιαγιάκα μου, η προγιαγιά δηλαδή, έχει παρόμοιες κρίσεις… Ζει στην Άμφισσα μαζί με τη μαμά μου, τη γιαγιά και τον παππού μου. Εγώ σπουδάζω εδώ νοσηλευτική. Εκείνη με φωνάζει κι αυτή „κοριτσάκι μου”, όπως εσείς. Ξέρετε, της μοιάζετε τόσο πολύ που για μια στιγμή νόμισα ότι ήσασταν εκείνη! Έχετε ποτέ προσπαθήσει να βρείτε την πραγματική σας οικογένεια;
Πολυξένη, πώς όμως να τους βρω; Ούτε επίθετο, ούτε τόπο γέννησης θυμάμαι. Λίγα κομμάτια μονάχα… βομβαρδισμούς σε κάποιο κάρο, μετά τανκς… Έτρεξα τόσο που έχασα τον εαυτό μου. Με μάζεψε μια άγνωστη κι έγινε η μάνα μου για πάντα. Ύστερα βρήκε άντρα, που μ αγάπησε σαν παιδί του. Δεν μου απόμεινε παρά μόνο το μικρό μου όνομα. Κι η οικογένεια η δική μου… σίγουρα χάθηκε κάτω από βόμβες… η μητέρα. Κι η Μαρία…
Χωρίς να το προσέξει, η Πολυξένη τραντάχτηκε και τα μάτια της μεγάλωσαν μέσα στο φως.
Κυρία Αγγελική, μήπως έχετε μια ελιά στη δεξιά σας ωμοπλάτη, σαν φυλλαράκι;
Η Αγγελική πνίγηκε με τον καφέ, η γάτα την κοίταξε έντονα.
Πού το ξέρεις αυτό, μικρή μου;
Η γιαγιά μου, η Μαρία, έχει ακριβώς την ίδια. Ποτέ δεν ξεχνά τα παιδικά χρόνια, τότε που χάθηκε η δίδυμη αδερφή της μέσα στην εμπόλεμη Αθήνα. Έψαξαν και δεν βρήκαν ποτέ… Μόνο μνήμη, δάκρυα, κι ελπίδα.
Το άλλο πρωί, η Αγγελική γύριζε αδιάκοπα στο διαμέρισμα, κοιτούσε από το μπαλκόνι στο πεζοδρόμιο, περίμενε σαν να υφαίνει το νήμα μιας άλλης ζωής. Η γάτα, η Μαργαρίτα, δεν απομακρυνόταν στιγμή – τα βλέφαρά της καρφωμένα γεμάτα αγωνία.
Μη φοβάσαι, Μαργαρίτα μου, καλά είμαι, έλεγε καθησυχάζοντας το ζώο. Η καρδιά μου όμως χτυπάει σαν τύμπανο…
Και τότε ήχησε το κουδούνι. Δυο γερόντισσες στέκονταν στην πόρτα, κοιτάζονταν βουβά με βλέμματα γεμάτα από χρόνιες προσδοκίες. Σαν να ήταν καθρέφτης, αντίκρισαν τον εαυτό τους στα μάτια και στα γαλανά, θλιμμένα χαμόγελα της άλλης.
Με αναστεναγμό, η επισκέπτρια έσπασε τη σιωπή, χαμογέλασε και αγκάλιασε την Αγγελική.
Καλώς την, Αγγελικούλα μου!
Κι έμειναν να στέκονται με δάκρυα χαράς στην είσοδο, σ ένα σπίτι που μόλις βρήκε ξανά τη χαμένη του ανάσα.





