Η μαμά ήθελε μόνο να βοηθήσει – Ξέρεις, της Νίκης γεννήθηκε δεύτερο εγγονάκι! – Η πεθερά, η κυρία Ειρήνη, ξαναγέμισε το φλιτζάνι τσάι της Μαρίνας.– Αγόρι, τρεισήμισι κιλά. Γερό, στρουμπουλό, με μαγουλάκια. Η Μαρίνα έγνεψε και ζέσταινε τις παλάμες της στο ζεστό πορσελάνινο φλιτζάνι. Στο διαμέρισμα της κυρίας Ειρήνης είχε πάντα ψύχρα – η κυρία Ειρήνη ήταν οικονομική με τη θέρμανση, αλλά το τραπέζι ήταν πάντα γεμάτο σπιτικές πίτες, μπιφτέκια και σαλάτες. Λες και η Μαρίνα είχε έρθει σε γάμο, όχι για τσάι. – Ακόμα δεν μας κάνετε τη χάρη εσύ κι ο Αλέξης. Μαρινάκι μου, ως πότε θα περιμένετε; Δεν είστε πια είκοσι χρονών. Ο Αλέξης τριανταένα, εσύ είκοσι οχτώ. Ιδανική ηλικία! – Η κυρία Ειρήνη έσπρωξε το μπολ με τη μαρμελάδα προς τη νύφη της. – Έλεγα πως τώρα πια θα φύλαγα εγγόνια, κι εσείς όλο „να περιμένουμε, να περιμένουμε”. – Κυρία Ειρήνη, δύσκολοι καιροί είναι τώρα, – απάντησε γλυκά η Μαρίνα, προσέχοντας να μην την προσβάλλει. – Μαζεύουμε για το σπίτι. Δεν γίνεται να κουβαλάμε μαζί παιδί κι ένα δάνειο. Καλύτερα πρώτα σπίτι δικό μας, μετά παιδί. Η πεθερά κούνησε το χέρι της λες και έδιωχνε ενοχλητική μύγα. – Βρε, τι τα υπολογίζετε όλα; Κάντε το παιδί και μετά όλα θα βολευτούν. Κι εμείς με τον Πέτρο σε ένα δωμάτιο ξεκινήσαμε, δεκαοκτώ τετραγωνικά και οι τρεις μας. Καλά τα καταφέραμε, σπουδάσαμε τον Αλέξη. Εσείς οι νέοι όλο λογαριάζετε και στο τέλος θα φτάσετε στη σύνταξη χωρίς παιδιά. Η Μαρίνα ήπιε μια γουλιά τσάι για να κερδίσει μερικά δευτερόλεπτα. Έξω ο ουρανός του Φλεβάρη μουντός, βροχή ή χιόνι λιωμένο στο τζάμι. Στο διπλανό δωμάτιο δούλευε το ρολόι τοίχου που είχε φέρει η κυρία Ειρήνη από το πατρικό της. – Δεν λειτουργεί έτσι η ζωή, – άφησε το φλιτζάνι η Μαρίνα.– Παλιά γινόταν κάπως να τη βολέψεις. Τώρα; Ενοίκια, τρόφιμα, πάνες, γιατροί… Θα βουλιάξουμε στα χρέη. – Θα κάθομαι εγώ με το εγγονάκι! – η πεθερά έγειρε μπροστά, λες και αυτό έλυνε μονομιάς όλα τα προβλήματα. – Εσύ μόνο να το γεννήσεις, μετά όλα τα φροντίζω εγώ. Θα βγαίνω βόλτα, θα ταΐζω, θα ξυπνάω το βράδυ. Η Μαρίνα ένιωσε να φουντώνει μέσα της κάτι. Όχι θυμός, μια ενοχλητική δυσφορία. – Κυρία Ειρήνη, θέλω να μεγαλώσω το παιδί μου η ίδια. Όχι να γυρίσω στη δουλειά μετά από τρεις μήνες για να μαζέψω λεφτά. Θέλω να είμαι δίπλα του στα πρώτα του χρόνια – τα πιο σημαντικά. Η πεθερά έσφιξε τα χείλη και κοίταξε στο παράθυρο. Πειράχτηκε. Η Μαρίνα ήξερε αυτή τη γκριμάτσα – τώρα η κυρία Ειρήνη θα σωπάσει και θα χτυπάει πιάτα δυνατά, να δείξει πόσο την πλήγωσαν τα „άτεγκτα” λόγια της νύφης. Η Μαρίνα ήπιε το τσάι της και σηκώθηκε. – Ευχαριστώ για το κέρασμα, πρέπει να φύγω. Ο Αλέξης είπε να είμαι σπίτι ως τις επτά. Η πεθερά έγνεψε χωρίς να την κοιτάξει. Η Μαρίνα ντύθηκε, της έδωσε ένα τυπικό φιλί και βγήκε. Στο ταξί ακούμπησε το κεφάλι στο κρύο τζάμι κι έκλεισε τα μάτια. Περνούσαν μπροστά της οι γκρι πολυκατοικίες, τα διαφημιστικά, κόσμος με μαύρα μπουφάν. Η κυρία Ειρήνη δεν καταλάβαινε πως οι καιροί άλλαξαν. Πως δεν μπορείς να κάνεις παιδιά βασισμένος στο „έχει ο Θεός”. Το παιδί είναι ευθύνη. Η Μαρίνα ήθελε να του προσφέρει τα πάντα: δωμάτιο, καλό σχολείο, δραστηριότητες. Και γι’ αυτό χρειαζόταν σπίτι – δικό τους. Δυο μήνες αργότερα… Η Μαρίνα ετοίμασε κοτόπουλο με πατάτες – το αγαπημένο του Αλέξη. Η κυρία Ειρήνη είχε τηλεφωνήσει πως θα ερχόταν για „συζήτηση”. Η Μαρίνα δεν έδωσε σημασία – συνήθως αυτά ήταν για συνταγές ή για γκρίνια με τους γείτονες. Όταν κάθισαν στο τραπέζι και η πεθερά έσπρωξε το πιάτο, η Μαρίνα κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό έρχεται. – Θυμάστε τη θεία Γαλήνη, τη ξαδέρφη της μαμάς μου; – η πεθερά κοίταξε και τους δύο. – Έφυγε τον περασμένο μήνα. Ξεκουράστηκε… Ο Αλέξης έγνεψε. Η Μαρίνα θυμόταν αόριστα τη θεία, μια φορά την είχε δει σε οικογενειακή συνάντηση. – Λοιπόν, – ίσιωσε στην καρέκλα η πεθερά, και η Μαρίνα κατάλαβε ότι τώρα θα ακουστεί κάτι σημαντικό. – Μου άφησε το διαμέρισμά της στη διαθήκη. Δυάρι. Θέλει φτιάξιμο, αλλά είναι καλό, σε πολυκατοικία. Ο Αλέξης σφύριξε. – Σοβαρά; Μαμά, υπέροχα νέα! – Περίμενε, – τον έκοψε η κυρία Ειρήνη. – Θέλω να το γράψω σε εσάς. Η Μαρίνα πάγωσε με το πιρούνι στο χέρι. – Αλλά με έναν όρο, – κοίταξε τη Μαρίνα στα μάτια. – Θα μου κάνετε ένα εγγονάκι. Αγόρι, κορίτσι, δεν με νοιάζει. Παιδί – και το σπίτι δικό σας. Έπεσε σιωπή. Κι αμέσως η κυρία Ειρήνη άρχισε να μιλάει γρήγορα, λες και φοβόταν μην τη διακόψουν. – Τώρα δεν χρειάζεται να μαζεύετε λεφτά, καταλαβαίνετε; Το σπίτι είναι έτοιμο, δικό σας! Ό,τι έχετε στην άκρη, ξοδέψτε τα για το παιδί: καρότσι, κρεβατάκι, ρουχαλάκια – πανάκριβα είναι όλα πια! Δεν θα σκέφτεστε στεγαστικά και ενοίκια. Ο Αλέξης κοίταζε τη Μαρίνα, περίμενε αντίδραση. Και τότε εκείνη συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε αντίρρηση. Ήθελαν έτσι κι αλλιώς παιδί, μόνο για το σπίτι περίμεναν. Τώρα το θέμα λυνόταν μονομιάς. – Συμφωνούμε, – η Μαρίνα έπιασε το χέρι του άντρα της. – Έτσι κι αλλιώς το θέλαμε, περιμέναμε τη σωστή στιγμή. Η πεθερά έλαμψε σαν να της χάρισαν το ίδιο το κλειδί της χαράς. Πέρασε ένας χρόνος… Ο Μήτσος έγινε ενός μηνός. Η Μαρίνα τον κοίμιζε στο υπνοδωμάτιο, σιγοτραγουδώντας ακατάληπτα, όταν άκουσε το κλειδί στη χαμηλή κλειδαριά. Βγήκε στο διάδρομο, κρατώντας τον γιο της σφιχτά. – Αλέξη, νωρίς γύρισες; Στο διάδρομο στεκόταν η κυρία Ειρήνη. Τσάντες στα χέρια, χαμόγελο απόλυτης κυριαρχίας στο πρόσωπο. Η Μαρίνα έμεινε στην είσοδο του δωματίου. – Κυρία Ειρήνη; Πώς μπήκατε; Η πεθερά ύψωσε τα κλειδιά με πλαστικό μπρελόκ – μαργαρίτα. – Κράτησα αντίγραφο, για καλό και για κακό. Αν χρειαστεί κάτι και δεν ανοίξετε; Η Μαρίνα κατάπιε τα λόγια της. Δεν ήταν η στιγμή. Ο Μήτσος μόλις είχε κοιμηθεί, δεν ήθελε φασαρία. Η κυρία Ειρήνη μπήκε στην κουζίνα, κουνώντας επικριτικά το κεφάλι στην αραιή άπλυτη κατσαρόλα και τα πιάτα. – Τι είναι αυτά, Μαρινάκι; Άπλυτα πιάτα, ψίχουλα στο τραπέζι… Στο ψυγείο; Κεφίρ και τυρί; Και ο Αλέξης θα ‘ρθει, τι θα φάει; Η Μαρίνα έσφιξε τον γιο – αναστατώθηκε αλλά δεν ξύπνησε. – Είμαι όλη μέρα με το παιδί, κυρία Ειρήνη. Όλο αγκαλιά τον θέλει, τον ακουμπάω και κλαίει. Η πεθερά κατευθύνθηκε στο παιδικό, η Μαρίνα από πίσω. Η κυρία Ειρήνη έλεγξε το τραπέζι, τα μπιμπερό… – Όλα λάθος τα έχεις. Και τα σεντονάκια – τέτοια δεν κάνει να βάλεις, βγάζουν κοκκινίλες στο μωρό. – Φανέλινες είναι, μαλακές. – Ξέρω εγώ από αυτά! Εγώ μεγάλωσα τον γιο μου, να ξέρεις. – Η κυρία Ειρήνη έσφιξε τα χείλη. – Κάθεσαι όλη μέρα σπίτι, Μαρίνα. Γιατί είναι ακατάστατο; Η Μαρίνα έδειξε με το κεφάλι τον κοιμισμένο γιο. – Να γιατί. – Βλακείες, – αποπήρε η πεθερά. – Εγώ μεγάλωνα τον Αλέξη, μαγείρευα, καθάριζα, έπλενα, όλα μαζί. Τα κατάφερνα. Έφυγε μετά από μία ώρα, αφού άλλαξε θέσεις τα μπουκάλια, τρύγησε το συρτάρι πάνας, και άφησε τη Μαρίνα εξαντλημένη. Το βράδυ, όταν γύρισε ο Αλέξης, περίμενε να φάει και του μίλησε: – Δεν πάει άλλο. Η μάνα σου μπαίνει όποτε θέλει, έχει δικό της κλειδί. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Ο Αλέξης κοίταξε αλλού. – Θέλει να βοηθήσει. – Πότε θα το γράψει το σπίτι στο όνομά σου; Ο Αλέξης αναστέναξε. – Δεν βιάζεται να το αλλάξει. Λέει, „τι σημασία έχει, εδώ μένετε”. Η Μαρίνα έσφιξε τα χέρια της στο τραπέζι. Έτσι συνεχίστηκε και τρεις μήνες ακόμη… Η κυρία Ειρήνη ερχόταν όποτε ήθελε, τα έβρισκε όλα λάθος – πως τάιζε το παιδί η Μαρίνα, πως το άλλαζε, πως το ντύνε στη βόλτα. Κάθε επίσκεψη ή είχε γκρίνιες ή προσβολές για „αγνωμοσύνη”. Η Μαρίνα παραπονιόταν στον Αλέξη κι εκείνος σήκωνε τα χέρια. Μια μέρα, η Μαρίνα δεν άντεξε. Μετά την επίσκεψη της πεθεράς, πήρε βαλίτσα. Έβαλε τα ρούχα της. Μετά του Μήτσου. Πάνες, μπιμπερό, παιχνίδια. Ο Αλέξης την κοίταξε στην πόρτα. – Πού πας, Μαρίνα; – Στη μαμά μου. – Σιγά, τσακωθήκατε, θα περάσει… – Αλέξη, ή φεύγει η μάνα σου από το σπίτι ή φεύγουμε εγώ κι ο Μήτσος. Διάλεξε. Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Κοίταζε τη βαλίτσα, το παιδί, τη γυναίκα του. Κάθισε στον καναπέ με το πρόσωπο στις παλάμες. Η Μαρίνα περίμενε. Πέντε δευτερόλεπτα, δέκα, δεκαπέντε. Δεν σηκώθηκε. Πήρε ταξί κι έφυγε. Ο Αλέξης τηλεφώνησε την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Και κάθε εβδομάδα, υποσχέθηκε να „μιλήσει στη μαμά”. Όμως το κλειδί δεν το πήρε πίσω και η κυρία Ειρήνη παρέμεινε κυρίαρχος στο σπίτι που τους χάρισε υποτίθεται. …Το διαζύγιο βγήκε έξι μήνες μετά. Διατροφή μέσω δικαστηρίου – ο Αλέξης δεν πλήρωνε με τη θέλησή του. Η Μαρίνα έμεινε στη μαμά της, στο παιδικό της δωμάτιο με τις παλιές ροζ ταπετσαρίες. Η μαμά της τη βοηθούσε με τον Μήτσο, τον κρατούσε όσο εκείνη δούλευε – στην αρχή μισή μέρα, μετά ολόκληρη. Ήταν δύσκολα, πολύ πιο δύσκολα από όσο φανταζόταν τη μητρότητα. Αλλά τα βράδια, όταν ο Μήτσος κοιμόταν στην αγκαλιά της, ήξερε: θα τα καταφέρει. Πρέπει. Για εκείνον. Έστω κι αν ο πατέρας του στάθηκε πολύ αδύναμος για να προστατεύσει την οικογένεια του…

Ξέρεις ότι στη Νίκη γεννήθηκε δεύτερος εγγονός; Η Πεθερά, η κυρία Ειρήνη, συμπληρώνει το τσάι της Μαρίας. Αγόρι, τρία οκτακόσια. Μια χαρά παιδί, ζουμερός, γερά μαγουλάκια.

Η Μαρία κουνά απλώς το κεφάλι, κρατώντας στα χέρια της τη ζεστή πορσελάνινη κούπα. Στο διαμέρισμα της κυρίας Ειρήνης ο αέρας ήταν πάντα λιγάκι ψυχρός οικονομεί στη θέρμανση, αλλά το τραπέζι κάθε φορά γεμάτο: πίτες, κεφτεδάκια, σαλάτες σπιτικές. Λες και η Μαρία ήρθε για δεξίωση, όχι απλό τσάι.

Εσείς με το Λευτέρη όμως πότε θα μου κάνετε τη χαρά; Μαρίας μου, πόσο ακόμα να περιμένω; Δεν είστε πια είκοσι. Ο Λευτέρης έκλεισε τα τριανταένα, εσύ είκοσι οκτώ. Καιρός είναι! της σπρώχνει τη μαρμελάδα. Εγώ νόμιζα πως ως τώρα θα χα εγγόνια στην αγκαλιά κι εσείς όλο «θα περιμένουμε, θα περιμένουμε».

Κυρία Ειρήνη, δεν είναι εύκολοι καιροί απαντά η Μαρία μαλακά, δίχως να τη θίξει. Μαζεύουμε για διαμέρισμα. Είναι αδύνατο να κάνουμε παιδί και να πληρώνουμε δάνειο ταυτόχρονα, τα καταλαβαίνετε; Πρώτα να πάρουμε σπίτι, μετά βλέπουμε για παιδί.

Η πεθερά σήκωσε το χέρι σα να διώχνει μύγα.

Βρε τι τα λες αυτά! Κάντε παιδί και μετά βρίσκονται λύσεις. Εμείς με τον Πέτρο ξεκινήσαμε σε ένα δωματιάκι φοιτητικής εστίας, δεκαοχτώ τετραγωνικά για τρεις! Και μεγαλώσαμε το Λευτεράκι μας, τον σπουδάξαμε. Με τόσο υπολογισμό δε θα κάνετε ποτέ παιδί.

Η Μαρία παίρνει μια γουλιά τσάι για να κερδίσει χρόνο. Έξω, ο φλεβάρης, ουρανός μολυβί και ομίχλη στις τζαμαρίες, ούτε κανονική βροχή ούτε λιωμένο χιόνι. Στο διπλανό δωμάτιο χτυπούσε ρυθμικά το παλιό ρολόι που η κυρία Ειρήνη είχε φέρει από το πατρικό της.

Δεν είναι έτσι πια η ζωή αφήνει την κούπα της στο τραπέζι η Μαρία. Παλιά βρίσκατε άκρη κάπως. Τώρα νερό, ρεύμα, φαγητό, πάνες, γιατροί… Θα βουλιάξουμε στα χρέη.

Ε, εγώ θα κρατάω το εγγόνι, βρε! η κυρία Ειρήνη γέρνει μπροστά, λες και αυτό τα αλλάζει όλα. Εσύ μόνο να γεννήσεις, όλα τα άλλα δικά μου. Θα το πηγαίνω περίπατο, θα το ταΐζω, και τα βράδια άμα χρειαστεί θα σηκώνομαι.

Η Μαρία ένιωσε τον εκνευρισμό να σιγοβράζει μέσα της. Όχι νεύρα, σκέτος ενοχλητικός εκνευρισμός.

Κυρία Ειρήνη, θέλω να μεγαλώσω εγώ το παιδί μου. Να μην αναγκαστώ να γυρίσω στη δουλειά σε τρεις μήνες για τα λεφτά, θέλω να είμαι δίπλα του. Τα πρώτα χρόνια είναι τα πιο σημαντικά.

Η πεθερά έσφιξε τα χείλη και γύρισε στο παράθυρο. Είχε παρεξηγηθεί. Η Μαρία αναγνώριζε ήδη αυτή τη μούτρα τώρα θα σωπάσει κι ύστερα θα αρχίσει να τραντάζει τα πιάτα, δείχνοντας πόσο τη πείραξαν τα λόγια της νύφης της.

Η Μαρία ήπιε το τσάι της, σηκώθηκε.

Να είστε καλά για τα καλούδια, πρέπει να φύγω. Ο Λευτέρης μου ζήτησε γύρω στις εφτά να είμαι σπίτι.

Η πεθερά έγνεψε χωρίς να τη κοιτάξει. Η Μαρία ντύθηκε, τυπικό φιλί στο μάγουλο στεγνά, τυπικά και βγήκε.

Στα ταξί, ακουμπάει το κεφάλι της στο κρύο τζάμι και κλείνει τα μάτια της. Περνούν μπροστά της οι πολυκατοικίες της Νίκαιας, οι διαφημιστικές πινακίδες, άνθρωποι με μαύρα μπουφάν. Η κυρία Ειρήνη απλώς δεν καταλαβαίνει ότι ο κόσμος άλλαξε, ότι δεν φέρνεις παιδιά μόνο ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Το παιδί είναι ευθύνη. Η Μαρία ήθελε όλα για το μελλοντικό της παιδί: το δικό του δωμάτιο, καλή εκπαίδευση, δραστηριότητες. Και γι αυτά, χρειάζεται ένα σπίτι. Δικό τους.

Δυο μήνες αργότερα…

Η Μαρία έχει ετοιμάσει κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο ο Λευτέρης λατρεύει να τρώει απλά και χορταστικά. Η κυρία Ειρήνη της είχε τηλεφωνήσει από χτες, ηθελε να έρθει «να τα πουν». Η Μαρία δεν έδωσε σημασία συνήθως ήταν γκρίνια για γειτόνισσες ή συνταγές.

Όταν κάθισαν στο τραπέζι και η κυρία Ειρήνη έσπρωξε στην άκρη το πιάτο, η Μαρία ένιωσε την ένταση.

Θυμάστε την Τέτα, την εξαδέλφη της μαμάς μου; κοίταξε και τους δυο Έφυγε τον περασμένο μήνα. Ταλαιπωρήθηκε…

Ο Λευτέρης γνέφει, η Μαρία σχεδόν δεν θυμάται την Τέτα.

Λοιπόν ισιώνεται η κυρία Ειρήνη, και η Μαρία καταλαβαίνει πως έρχεται σοβαρό νέο Μου άφησε το σπίτι της. Δυάρι, θέλει μια ανακαίνιση αλλά σπιτάρα, γερό κτίριο.

Ο Λευτέρης σφυρίζει.

Σοβαρά, μαμά; Τέλειο!

Περίμενε… σηκώνει το χέρι η κυρία Ειρήνη Θέλω να το γράψω σε εσάς.

Η Μαρία μένει με το πηρούνι στον αέρα.

Υπό έναν όρο η πεθερά καρφώνει το βλέμμα πάνω της. Να μου κάνετε εγγόνι. Αγόρι, κορίτσι, δεν με νοιάζει. Ένα παιδί και το σπίτι δικό σας.

Σιωπή βαριά γύρω τους. Ακούγεται μόνο μια σταγόνα που στάζει στο νεροχύτη.

Η κυρία Ειρήνη δεν αφήνει το κενό ούτε δευτερόλεπτα.

Τώρα δε χρειάζεται να μαζεύετε λεφτά! Σπίτι έτοιμο, δικό σας! Τα χρήματα που έχετε, τα βάζετε για το παιδάκι. Καροτσάκι, κούνια, ρούχα ακριβά είναι! Τώρα δε χρειάζεται δάνειο για τη στέγη, δεν έχετε αυτό το βάρος.

Ο Λευτέρης κοιτάει τη Μαρία. Και η Μαρία συνειδητοποιεί ότι αντίσταση δεν υπάρχει. Ήθελαν παιδί, μόνο το σπίτι τους σταματούσε. Τώρα, με μια υπογραφή σε συμβολαιογράφο, λυνόταν το θέμα.

Συμφωνούμε η Μαρία αγγίζει το χέρι του άντρα της. Το θέλαμε εδώ και καιρό, απλώς περιμέναμε τη στιγμή.

Η πεθερά λάμπει, λες και της χάρισαν τα κλειδιά για μια καινούρια αρχή.

Ένας χρόνος μετά…

Το Μιχαλάκι γίνεται ενός μήνα. Η Μαρία τον νανουρίζει στο υπνοδωμάτιο, μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτο όταν ακούει το κλειδί στην πόρτα. Σφίγγει το γιο της στην αγκαλιά και βγαίνει στο διάδρομο.

Λευτέρη; Ήρθες νωρίς;

Στον διάδρομο, η κυρία Ειρήνη με τσάντες και χαμόγελο αυταρχικό.

Η Μαρία μένει στην άκρη του δωματίου.

Κυρία Ειρήνη; Πώς μπήκατε;

Η πεθερά δείχνει το κλειδί της με μπρελόκ μια μαργαρίτα.

Κράτησα αντίγραφο, για παν ενδεχόμενο. Ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να χρειάζεστε βοήθεια και να μην ανοίγετε.

Η Μαρία καταπίνει λόγια που καίνε τα χείλη της. Δεν είναι ώρα, το Μαράκι μόλις κοιμήθηκε, ένας καβγάς θα το ξυπνήσει.

Η κυρία Ειρήνη βάζει τις τσάντες στην κουζίνα φρύδια σηκωμένα μόλις βλέπει δυο φλιτζάνια και πιάτο στο νεροχύτη.

Αυτά τι είναι, Μαρία μου; Πιάτα ακάθαρτα, ψίχουλα στο τραπέζι… ανοίγει το ψυγείο, κουνά το κεφάλι Τι να φάει ο Λευτέρης αφού γυρίσει; Κεφίρ κι ένα κομμάτι τυρί;

Η Μαρία σφίγγει το γιο της. Το μωρό ακούγεται, αλλά δεν ξυπνά.

Είμαι όλη μέρα με το παιδί, κυρία Ειρήνη. Πάντα στο χέρι, αν τον αφήσω μόνο, κλαίει.

Η πεθερά μπαίνει στο παιδικό, η Μαρία πίσω της. Παρατηρεί τα πάντα τον μπουφέ με τα μπιμπερό, το τραπέζι με τις πάνες.

Τίποτα δεν έχεις σωστά εδώ. Οι πάνες αυτές, τέτοιες κάνει να βάζεις; Τρίβουν το δέρμα του παιδιού.

Είναι φανελένιες, μαλακές.

Ξέρω από φανέλα! Εγώ άντρα σήκωσα σφίγγει τα χείλη της η κυρία Ειρήνη Εσύ τι κάνεις όλη μέρα σπίτι; Γιατί τέτοια ακαταστασία;

Η Μαρία κουνάει τον μικρό που κοιμάται στον ώμο της.

Για αυτόν.

Ανοησίες πετά η πεθερά. Εγώ τα έκανα όλα: μαγείρευα, έπλενα, ξεσκόνιζα, το Λευτέρη μεγάλωνα. Και τα βγάζαμε πέρα μια χαρά.

Έφυγε μια ώρα αργότερα, αφήνοντας πίσω της μπερδεμένα μπιμπερό, τακτοποιημένες πάνες και τη Μαρία σαν πατημένο χαλί.

Το βράδυ, ο Λευτέρης γυρνά, η Μαρία τον αφήνει να φάει, μετά κάθεται απέναντί του.

Λευτέρη, δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό. Η μάνα σου μπαίνει χωρίς να ρωτήσει, έχει δικό της κλειδί. Εγώ δεν αντέχω άλλο, έχω να κοιμηθώ νύχτα, σέρνομαι, κι από πάνω οι έλεγχοι.

Ο Λευτέρης κοιτάει αλλού.

Θέλει να βοηθήσει, Μαρία μου. Δεν το κάνει από κακό.

Την έγραψε το σπίτι πάνω σου;

Ο Λευτέρης διστάζει.

Περιμένει λέει, τι να το κάνεις τώρα. Αφού μένουμε εδώ.

Η Μαρία κρατά τα χέρια της άσπρα πάνω στο τραπέζι.

Άλλοι τρεις μήνες έτσι…

Η κυρία Ειρήνη έχει πια γίνει μέλος του σπιτιού τους. Έρχεται όποτε θέλει, σχολιάζει τα πάντα: φαγητό, πάνες, πώς βάζει η Μαρία το παιδί για ύπνο, πώς το ντύνει στη βόλτα. Κάθε της επίσκεψη μάθημα ή αποχή από τα νεύρα της για «αχαριστία». Η Μαρία παραπονιέται, ο Λευτέρης σηκώνει τα χέρια: τι να κάνω, είναι η μάνα μου.

Ένα βράδυ, η Μαρία δεν άντεξε άλλο. Μόλις έφυγε η πεθερά, έβγαλε τη βαλίτσα.

Μάζεψε τα πράγματά της. Μετά του Μιχάλη: πάνες, μπιμπερό, δυο παιχνίδια. Ο Λευτέρης στην πόρτα.

Μαρία, που πας;

Στη μαμά μου.

Έλα, μωρέ, λίγο τσακωθήκατε, θα περάσει…

Λευτέρη, η Μαρία κλείνει τη βαλίτσα και τον κοιτάει Ή η μάνα σου σταματά να μπαίνει εδώ ή εγώ φεύγω με το παιδί. Διάλεξε.

Ο Λευτέρης μένει σιωπηλός. Κοιτά τη βαλίτσα, το γιο του, τη γυναίκα του. Κάθεται στον καναπέ, κρατάει το κεφάλι του στα χέρια.

Η Μαρία περιμένει. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε δευτερόλεπτα.

Ο Λευτέρης δεν σηκώνεται.

Η Μαρία παίρνει ταξί κι εξαφανίζεται.

Ο Λευτέρης τηλεφωνεί την επόμενη μέρα. Και μετά. Και μετά από βδομάδα. Κάθε φορά υπόσχεται πως θα βρει τη λύση, να γυρίσει η Μαρία, και πως θα μιλήσει στη μητέρα του. Αλλά το κλειδί δεν το παίρνει πίσω, η κυρία Ειρήνη παραμένει αφεντικό στο σπίτι που έκαναν δώρο.

…Ο χωρισμός επικυρώθηκε στη Χαλκίδα μετά από έξι μήνες. Διατροφή μέσω δικαστηρίου, γιατί ο Λευτέρης δεν πλήρωνε αλλιώς.

Η Μαρία γύρισε στη μαμά της, στο παιδικό δωμάτιο με τα φλοράλ ταπετσαρίες που θυμάται από μικρή. Η μητέρα της κρατά το Μιχάλη όταν δουλεύει πρώτα μισή μέρα, μετά πλήρες ωράριο. Ήταν δύσκολα, πολύ πιο δύσκολα απ όσο φανταζόταν.

Αλλά τα βράδια, όταν ο μικρός κουρνιάζει στην αγκαλιά της, ήσυχος, η Μαρία καταλαβαίνει ότι θα τα καταφέρει. Πρέπει να τα καταφέρει. Για εκείνον.

Αφού ο πατέρας τους στάθηκε πολύ λίγος για να προστατεύσει την οικογένειά του.

Oceń artykuł
Η μαμά ήθελε μόνο να βοηθήσει – Ξέρεις, της Νίκης γεννήθηκε δεύτερο εγγονάκι! – Η πεθερά, η κυρία Ειρήνη, ξαναγέμισε το φλιτζάνι τσάι της Μαρίνας.– Αγόρι, τρεισήμισι κιλά. Γερό, στρουμπουλό, με μαγουλάκια. Η Μαρίνα έγνεψε και ζέσταινε τις παλάμες της στο ζεστό πορσελάνινο φλιτζάνι. Στο διαμέρισμα της κυρίας Ειρήνης είχε πάντα ψύχρα – η κυρία Ειρήνη ήταν οικονομική με τη θέρμανση, αλλά το τραπέζι ήταν πάντα γεμάτο σπιτικές πίτες, μπιφτέκια και σαλάτες. Λες και η Μαρίνα είχε έρθει σε γάμο, όχι για τσάι. – Ακόμα δεν μας κάνετε τη χάρη εσύ κι ο Αλέξης. Μαρινάκι μου, ως πότε θα περιμένετε; Δεν είστε πια είκοσι χρονών. Ο Αλέξης τριανταένα, εσύ είκοσι οχτώ. Ιδανική ηλικία! – Η κυρία Ειρήνη έσπρωξε το μπολ με τη μαρμελάδα προς τη νύφη της. – Έλεγα πως τώρα πια θα φύλαγα εγγόνια, κι εσείς όλο „να περιμένουμε, να περιμένουμε”. – Κυρία Ειρήνη, δύσκολοι καιροί είναι τώρα, – απάντησε γλυκά η Μαρίνα, προσέχοντας να μην την προσβάλλει. – Μαζεύουμε για το σπίτι. Δεν γίνεται να κουβαλάμε μαζί παιδί κι ένα δάνειο. Καλύτερα πρώτα σπίτι δικό μας, μετά παιδί. Η πεθερά κούνησε το χέρι της λες και έδιωχνε ενοχλητική μύγα. – Βρε, τι τα υπολογίζετε όλα; Κάντε το παιδί και μετά όλα θα βολευτούν. Κι εμείς με τον Πέτρο σε ένα δωμάτιο ξεκινήσαμε, δεκαοκτώ τετραγωνικά και οι τρεις μας. Καλά τα καταφέραμε, σπουδάσαμε τον Αλέξη. Εσείς οι νέοι όλο λογαριάζετε και στο τέλος θα φτάσετε στη σύνταξη χωρίς παιδιά. Η Μαρίνα ήπιε μια γουλιά τσάι για να κερδίσει μερικά δευτερόλεπτα. Έξω ο ουρανός του Φλεβάρη μουντός, βροχή ή χιόνι λιωμένο στο τζάμι. Στο διπλανό δωμάτιο δούλευε το ρολόι τοίχου που είχε φέρει η κυρία Ειρήνη από το πατρικό της. – Δεν λειτουργεί έτσι η ζωή, – άφησε το φλιτζάνι η Μαρίνα.– Παλιά γινόταν κάπως να τη βολέψεις. Τώρα; Ενοίκια, τρόφιμα, πάνες, γιατροί… Θα βουλιάξουμε στα χρέη. – Θα κάθομαι εγώ με το εγγονάκι! – η πεθερά έγειρε μπροστά, λες και αυτό έλυνε μονομιάς όλα τα προβλήματα. – Εσύ μόνο να το γεννήσεις, μετά όλα τα φροντίζω εγώ. Θα βγαίνω βόλτα, θα ταΐζω, θα ξυπνάω το βράδυ. Η Μαρίνα ένιωσε να φουντώνει μέσα της κάτι. Όχι θυμός, μια ενοχλητική δυσφορία. – Κυρία Ειρήνη, θέλω να μεγαλώσω το παιδί μου η ίδια. Όχι να γυρίσω στη δουλειά μετά από τρεις μήνες για να μαζέψω λεφτά. Θέλω να είμαι δίπλα του στα πρώτα του χρόνια – τα πιο σημαντικά. Η πεθερά έσφιξε τα χείλη και κοίταξε στο παράθυρο. Πειράχτηκε. Η Μαρίνα ήξερε αυτή τη γκριμάτσα – τώρα η κυρία Ειρήνη θα σωπάσει και θα χτυπάει πιάτα δυνατά, να δείξει πόσο την πλήγωσαν τα „άτεγκτα” λόγια της νύφης. Η Μαρίνα ήπιε το τσάι της και σηκώθηκε. – Ευχαριστώ για το κέρασμα, πρέπει να φύγω. Ο Αλέξης είπε να είμαι σπίτι ως τις επτά. Η πεθερά έγνεψε χωρίς να την κοιτάξει. Η Μαρίνα ντύθηκε, της έδωσε ένα τυπικό φιλί και βγήκε. Στο ταξί ακούμπησε το κεφάλι στο κρύο τζάμι κι έκλεισε τα μάτια. Περνούσαν μπροστά της οι γκρι πολυκατοικίες, τα διαφημιστικά, κόσμος με μαύρα μπουφάν. Η κυρία Ειρήνη δεν καταλάβαινε πως οι καιροί άλλαξαν. Πως δεν μπορείς να κάνεις παιδιά βασισμένος στο „έχει ο Θεός”. Το παιδί είναι ευθύνη. Η Μαρίνα ήθελε να του προσφέρει τα πάντα: δωμάτιο, καλό σχολείο, δραστηριότητες. Και γι’ αυτό χρειαζόταν σπίτι – δικό τους. Δυο μήνες αργότερα… Η Μαρίνα ετοίμασε κοτόπουλο με πατάτες – το αγαπημένο του Αλέξη. Η κυρία Ειρήνη είχε τηλεφωνήσει πως θα ερχόταν για „συζήτηση”. Η Μαρίνα δεν έδωσε σημασία – συνήθως αυτά ήταν για συνταγές ή για γκρίνια με τους γείτονες. Όταν κάθισαν στο τραπέζι και η πεθερά έσπρωξε το πιάτο, η Μαρίνα κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό έρχεται. – Θυμάστε τη θεία Γαλήνη, τη ξαδέρφη της μαμάς μου; – η πεθερά κοίταξε και τους δύο. – Έφυγε τον περασμένο μήνα. Ξεκουράστηκε… Ο Αλέξης έγνεψε. Η Μαρίνα θυμόταν αόριστα τη θεία, μια φορά την είχε δει σε οικογενειακή συνάντηση. – Λοιπόν, – ίσιωσε στην καρέκλα η πεθερά, και η Μαρίνα κατάλαβε ότι τώρα θα ακουστεί κάτι σημαντικό. – Μου άφησε το διαμέρισμά της στη διαθήκη. Δυάρι. Θέλει φτιάξιμο, αλλά είναι καλό, σε πολυκατοικία. Ο Αλέξης σφύριξε. – Σοβαρά; Μαμά, υπέροχα νέα! – Περίμενε, – τον έκοψε η κυρία Ειρήνη. – Θέλω να το γράψω σε εσάς. Η Μαρίνα πάγωσε με το πιρούνι στο χέρι. – Αλλά με έναν όρο, – κοίταξε τη Μαρίνα στα μάτια. – Θα μου κάνετε ένα εγγονάκι. Αγόρι, κορίτσι, δεν με νοιάζει. Παιδί – και το σπίτι δικό σας. Έπεσε σιωπή. Κι αμέσως η κυρία Ειρήνη άρχισε να μιλάει γρήγορα, λες και φοβόταν μην τη διακόψουν. – Τώρα δεν χρειάζεται να μαζεύετε λεφτά, καταλαβαίνετε; Το σπίτι είναι έτοιμο, δικό σας! Ό,τι έχετε στην άκρη, ξοδέψτε τα για το παιδί: καρότσι, κρεβατάκι, ρουχαλάκια – πανάκριβα είναι όλα πια! Δεν θα σκέφτεστε στεγαστικά και ενοίκια. Ο Αλέξης κοίταζε τη Μαρίνα, περίμενε αντίδραση. Και τότε εκείνη συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε αντίρρηση. Ήθελαν έτσι κι αλλιώς παιδί, μόνο για το σπίτι περίμεναν. Τώρα το θέμα λυνόταν μονομιάς. – Συμφωνούμε, – η Μαρίνα έπιασε το χέρι του άντρα της. – Έτσι κι αλλιώς το θέλαμε, περιμέναμε τη σωστή στιγμή. Η πεθερά έλαμψε σαν να της χάρισαν το ίδιο το κλειδί της χαράς. Πέρασε ένας χρόνος… Ο Μήτσος έγινε ενός μηνός. Η Μαρίνα τον κοίμιζε στο υπνοδωμάτιο, σιγοτραγουδώντας ακατάληπτα, όταν άκουσε το κλειδί στη χαμηλή κλειδαριά. Βγήκε στο διάδρομο, κρατώντας τον γιο της σφιχτά. – Αλέξη, νωρίς γύρισες; Στο διάδρομο στεκόταν η κυρία Ειρήνη. Τσάντες στα χέρια, χαμόγελο απόλυτης κυριαρχίας στο πρόσωπο. Η Μαρίνα έμεινε στην είσοδο του δωματίου. – Κυρία Ειρήνη; Πώς μπήκατε; Η πεθερά ύψωσε τα κλειδιά με πλαστικό μπρελόκ – μαργαρίτα. – Κράτησα αντίγραφο, για καλό και για κακό. Αν χρειαστεί κάτι και δεν ανοίξετε; Η Μαρίνα κατάπιε τα λόγια της. Δεν ήταν η στιγμή. Ο Μήτσος μόλις είχε κοιμηθεί, δεν ήθελε φασαρία. Η κυρία Ειρήνη μπήκε στην κουζίνα, κουνώντας επικριτικά το κεφάλι στην αραιή άπλυτη κατσαρόλα και τα πιάτα. – Τι είναι αυτά, Μαρινάκι; Άπλυτα πιάτα, ψίχουλα στο τραπέζι… Στο ψυγείο; Κεφίρ και τυρί; Και ο Αλέξης θα ‘ρθει, τι θα φάει; Η Μαρίνα έσφιξε τον γιο – αναστατώθηκε αλλά δεν ξύπνησε. – Είμαι όλη μέρα με το παιδί, κυρία Ειρήνη. Όλο αγκαλιά τον θέλει, τον ακουμπάω και κλαίει. Η πεθερά κατευθύνθηκε στο παιδικό, η Μαρίνα από πίσω. Η κυρία Ειρήνη έλεγξε το τραπέζι, τα μπιμπερό… – Όλα λάθος τα έχεις. Και τα σεντονάκια – τέτοια δεν κάνει να βάλεις, βγάζουν κοκκινίλες στο μωρό. – Φανέλινες είναι, μαλακές. – Ξέρω εγώ από αυτά! Εγώ μεγάλωσα τον γιο μου, να ξέρεις. – Η κυρία Ειρήνη έσφιξε τα χείλη. – Κάθεσαι όλη μέρα σπίτι, Μαρίνα. Γιατί είναι ακατάστατο; Η Μαρίνα έδειξε με το κεφάλι τον κοιμισμένο γιο. – Να γιατί. – Βλακείες, – αποπήρε η πεθερά. – Εγώ μεγάλωνα τον Αλέξη, μαγείρευα, καθάριζα, έπλενα, όλα μαζί. Τα κατάφερνα. Έφυγε μετά από μία ώρα, αφού άλλαξε θέσεις τα μπουκάλια, τρύγησε το συρτάρι πάνας, και άφησε τη Μαρίνα εξαντλημένη. Το βράδυ, όταν γύρισε ο Αλέξης, περίμενε να φάει και του μίλησε: – Δεν πάει άλλο. Η μάνα σου μπαίνει όποτε θέλει, έχει δικό της κλειδί. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Ο Αλέξης κοίταξε αλλού. – Θέλει να βοηθήσει. – Πότε θα το γράψει το σπίτι στο όνομά σου; Ο Αλέξης αναστέναξε. – Δεν βιάζεται να το αλλάξει. Λέει, „τι σημασία έχει, εδώ μένετε”. Η Μαρίνα έσφιξε τα χέρια της στο τραπέζι. Έτσι συνεχίστηκε και τρεις μήνες ακόμη… Η κυρία Ειρήνη ερχόταν όποτε ήθελε, τα έβρισκε όλα λάθος – πως τάιζε το παιδί η Μαρίνα, πως το άλλαζε, πως το ντύνε στη βόλτα. Κάθε επίσκεψη ή είχε γκρίνιες ή προσβολές για „αγνωμοσύνη”. Η Μαρίνα παραπονιόταν στον Αλέξη κι εκείνος σήκωνε τα χέρια. Μια μέρα, η Μαρίνα δεν άντεξε. Μετά την επίσκεψη της πεθεράς, πήρε βαλίτσα. Έβαλε τα ρούχα της. Μετά του Μήτσου. Πάνες, μπιμπερό, παιχνίδια. Ο Αλέξης την κοίταξε στην πόρτα. – Πού πας, Μαρίνα; – Στη μαμά μου. – Σιγά, τσακωθήκατε, θα περάσει… – Αλέξη, ή φεύγει η μάνα σου από το σπίτι ή φεύγουμε εγώ κι ο Μήτσος. Διάλεξε. Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Κοίταζε τη βαλίτσα, το παιδί, τη γυναίκα του. Κάθισε στον καναπέ με το πρόσωπο στις παλάμες. Η Μαρίνα περίμενε. Πέντε δευτερόλεπτα, δέκα, δεκαπέντε. Δεν σηκώθηκε. Πήρε ταξί κι έφυγε. Ο Αλέξης τηλεφώνησε την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Και κάθε εβδομάδα, υποσχέθηκε να „μιλήσει στη μαμά”. Όμως το κλειδί δεν το πήρε πίσω και η κυρία Ειρήνη παρέμεινε κυρίαρχος στο σπίτι που τους χάρισε υποτίθεται. …Το διαζύγιο βγήκε έξι μήνες μετά. Διατροφή μέσω δικαστηρίου – ο Αλέξης δεν πλήρωνε με τη θέλησή του. Η Μαρίνα έμεινε στη μαμά της, στο παιδικό της δωμάτιο με τις παλιές ροζ ταπετσαρίες. Η μαμά της τη βοηθούσε με τον Μήτσο, τον κρατούσε όσο εκείνη δούλευε – στην αρχή μισή μέρα, μετά ολόκληρη. Ήταν δύσκολα, πολύ πιο δύσκολα από όσο φανταζόταν τη μητρότητα. Αλλά τα βράδια, όταν ο Μήτσος κοιμόταν στην αγκαλιά της, ήξερε: θα τα καταφέρει. Πρέπει. Για εκείνον. Έστω κι αν ο πατέρας του στάθηκε πολύ αδύναμος για να προστατεύσει την οικογένεια του…