Οικογενειακές Σχέσεις: – Γιαγιά, μπορώ να μείνω λίγο μαζί σου; – είπε με λυγμούς η Ντάσα. – Δεν αντέχω άλλο να ζω μαζί του. – Φυσικά, κορίτσι μου, μείνε όσο θέλεις, – απάντησε τρυφερά η Βέρα Ιγκορέβνα και αγκάλιασε τη μικρή της εγγονή. – Πάλι σε πληγώνει; – Με πληγώνει, – αναστέναξε η Ντάσα. – Η μαμά όμως δεν με αφήνει να τον χωρίσω, γιατί δεν θέλει να μαλώσει με τους γονείς του. Κι εγώ δεν έχω πια κουράγιο να αντέχω. Η Βέρα Ιγκορέβνα ποτέ δεν συμπάθησε τη νύφη της. Ψυχρή και υπολογίστρια, νοιαζόταν περισσότερο για το συμφέρον και τα φαινόμενα, παρά για τα αισθήματα—ειδικά των άλλων. Έβαλε την Ντάσα να παντρευτεί τον Κώστα μόνο και μόνο επειδή ο πατέρας του έχει ισχυρή θέση. – Σε χτυπάει ο Κώστας; – ρώτησε η Βέρα Ιγκορέβνα. – Με χτυπάει, – ξέσπασε η Ντάσα σε δάκρυα. – Οι γονείς σου το ξέρουν; – ρώτησε σοβαρά η Βέρα Ιγκορέβνα. – Το ξέρουν, – απάντησε η Ντάσα με δάκρυα. – Και δεν σε αφήνουν να τον αφήσεις; – απόρησε η γιαγιά. – Ναι, – είπε η Ντάσα. – Λένε πως αν φύγω θα τους ντροπιάσω στη γειτονιά, κι ότι φταίω εγώ, πρέπει να είμαι πιο υποχωρητική. Πώς να είμαι όμως, όταν αυτός είναι σκληρός και βάναυσος; Δεν αντέχω άλλο, γιαγιά μου… – Αφού δεν αντέχεις, μην ζεις μαζί του, – της χάιδεψε τα μαλλιά η γιαγιά. – Μείνε εδώ, κι εγώ θα μιλήσω με τη μητέρα και τον πατέρα σου. … [Η ιστορία συνεχίζεται με τις ελληνικές οικογενειακές αντιδράσεις, με έντονα συναισθήματα, φωνές και αντικρουόμενες αξίες, ενώ η Βέρα Ιγκορέβνα, με το στιβαρό και προστατευτικό της χαρακτήρα, στηρίζει την εγγονή της απέναντι στην πίεση της υπόλοιπης οικογένειας, τονίζοντας την αξία της αυτοεκτίμησης και της εσωτερικής δύναμης.] … Στο τέλος, η δύναμη και τα μαθήματα ζωής της γιαγιάς δικαιώνονται, η Ντάσα φτιάχνει μια νέα ζωή, και η κληρονομιά της σοφίας της Βέρας Ιγκορέβνα συνοδεύει τις επόμενες γενιές. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ – Όταν η Γιαγιά Στέκεται Ασπίδα: Η Ιστορία της Ντάσας, Οι Φωνές, τα Μυστικά και το Κυνήγι της Ευτυχίας σε μια Ελληνική Οικογένεια

– Γιαγιά, μπορώ να μείνω μαζί σου για λίγο; είπε με λυγμούς η Δήμητρα. Δεν αντέχω άλλο να ζω μαζί του.
– Φυσικά και μπορείς, μείνε όσο θέλεις, απάντησε γλυκά η Βέρα Ιγνάτιου κι αγκάλιασε τη εγγονή της. Πάλι σε πείραξε ο Βασίλης;
– Με πειράζει συνέχεια, αναστέναξε η Δήμητρα. Αλλά η μαμά δε με αφήνει να φύγω απ αυτόν, γιατί δεν θέλει να τσακωθεί με τους γονείς του. Δεν έχω άλλες δυνάμεις να τον αντέχω
Τη νύφη της, τη μητέρα της Δήμητρας, η Βέρα Ιγνάτιου ποτέ δεν εκτιμούσε. Ψυχρή, υπολογίστρια, έβαζε μόνο τα συμφέροντά της και τη «καλή εικόνα» πάνω από τα αισθήματα των άλλων. Έβαλε και τη Δήμητρα να παντρευτεί τον Βασίλη μόνο και μόνο επειδή ο πατέρας του είχε υψηλή θέση.
– Σε χτυπάει ο Βασίλης; ρώτησε η Βέρα Ιγνάτιου.
– Με χτυπάει, ξέσπασε σε κλάματα η Δήμητρα.
– Οι γονείς σου το ξέρουν; ρώτησε με οξυδέρκεια η γιαγιά.
– Το ξέρουν, απάντησε μέσα από τα δάκρυα η Δήμητρα.
– Και δεν σε αφήνουν να φύγεις; απόρησε η Βέρα.
– Όχι. Λένε ότι θα τους ντροπιάσω αν φύγω, και πως φταίω εγώ, πως πρέπει να είμαι πιο «υποχωρητική». Αλλά πώς να είμαι, όταν αυτός είναι σκληρός και νευρικός; Δεν μπορώ άλλο μαζί του, γιαγιά.
– Αν δε μπορείς, μην μένεις, της χάιδεψε τα μαλλιά η Βέρα. Κάτσε εδώ, εγώ θα μιλήσω με τους γονείς σου.
– Δηλαδή έφυγε από τον άντρα της; Τι είναι αυτά; ούρλιαξε η Νέλλη, μόλις πήρε τηλέφωνο η Βέρα. Να γυρίσει αμέσως πίσω!
– Σταμάτα, την αποπήρε άγρια η Βέρα. Η Δήμητρα δεν πάει πουθενά.
– Ξέρεις πόσα λεφτά ξοδέψαμε στον γάμο; φώναξε συγκινημένη η Νέλλη. Η οικογένεια του είναι αξιοσέβαστη κι αυτή μόνο ντροπή προκαλεί!
– Ντροπή μας προκαλείς εσύ, κι ακόμη σε ανεχόμαστε, της απάντησε ήρεμα η Βέρα. Ως εδώ, δεν έχω άλλο κουράγιο να μιλήσω μαζί σου. Ελπίζω να κατάλαβες.
Έκλεισε το τηλέφωνο και η Νέλλη, έξαλλη, πέταξε το κινητό της στον τοίχο και έβρισε τη Βέρα όπως δεν είχε ξανακάνει. Αμέσως η Βέρα κάλεσε τον γιο της:
– Ήξερες πως αυτό το παλιοτόμαρο τη χτυπάει τη Δήμητρα; είπε γεμάτη οργή στον Παύλο.
– Ε, κάτι είχα ακούσει, απάντησε, αμήχανα, ο Παύλος. Ίσως υπερβάλλει η Δήμητρα
– Μιλάς σοβαρά ή κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; ύψωσε τη φωνή η Βέρα. Την κόρη σου τη χτυπάει ο άντρας της κι εσύ κρύβεσαι;
– Τι να κάνω; ρώτησε αμήχανα ο Παύλος. Είναι ο άντρας της
– Να του σπάσεις τα μούτρα! φώναξε η Βέρα. Να μάθει μια και καλή ότι την Δήμητρα την υπερασπίζεται η οικογένειά της. Να ξέρει ότι δεν είναι μόνη της!
– Μην ανακατεύεσαι, θα τα βρουν μόνοι τους, της είπε ενοχλημένος ο Παύλος.
– Όλα ξεκάθαρα, φωνάζει η Βέρα. Δώσατε την κόρη σας για να ζείτε άνετα.
Δυο μέρες αργότερα, ήρθε ολόκληρη αντιπροσωπεία: ο άντρας και οι γονείς της Δήμητρας.
– Η Δήμητρα πρέπει να επιστρέψει αμέσως στον άντρα της! ξεκίνησε η Νέλλη.
– Η Δήμητρα δε χρωστά τίποτα σε κανέναν! απάντησε ψύχραιμα η Βέρα. Δεν σας καταλαβαίνω, είναι κόρη σας και συμπεριφέρεστε λες και είναι ξένη. Τι γονείς είστε τέλος πάντων;
– Εσείς φταίτε! Είναι η επίδρασή σας! άρχισε να κατηγορεί η Νέλλη. Εγώ δεν πρόκειται να τσακωθώ με τον κύριο Γρηγόρη Παπαδόπουλο για το χατίρι της Δήμητρας!
– Ας του μάθει ο κ. Παπαδόπουλος πρώτα να μην σηκώνει το χέρι του ο Βασίλης, είπε η Βέρα κοιτάζοντας τον άντρα της Δήμητρας.
Ο Βασίλης κατέβασε το βλέμμα, ενώ η Νέλλη προσπάθησε να τον υπερασπιστεί:
– Δεν τη χτύπησε σοβαρά. Και έπειτα, μεταξύ ζευγαριών αυτά συμβαίνουν
– Παύλο, εσύ τα λες αυτά; ρώτησε η Βέρα.
– Θα τα βρουν μόνοι τους, απάντησε ο Παύλος. Η Δήμητρα πρέπει να αλλάξει χαρακτήρα, είναι πολύ ευαίσθητη.
Η Βέρα, χωρίς να το πολυσκεφτεί, έδωσε ένα γερό χαστούκι στον γιο της, μετά στη νύφη και τέλος στον Βασίλη. Κι οι τρεις έμειναν άφωνοι, κι η Βέρα είπε:
– Από αγάπη το κάνω! Έτσι διασκεδάζω! Σας πείραξε; Σας φάνηκε βαρύ; Ε, τόσο ευαίσθητοι είσαστε εσείς!
Άνοιξε την πόρτα κι άρχισε να τους διώχνει.
– Πηγαίνετε, έλεγε. Πάρτε και το παλιόπαιδο μαζί σας. Και πες στον πατέρα του να τον εκπαιδεύσει καλύτερα. Κι εσύ βρε Νέλλη, αν τόσο θες να ανέβεθεις, παντρέψου εσύ τον γιο του κ. Γρηγόρη!
– Δεν θέλω να ξαναπατήσω εδώ μέσα! φώναξε η Νέλλη καθώς κατέβαινε τη σκάλα.
– Είναι και το καλύτερο! της απάντησε ειρωνικά η Βέρα. Από νύφη έτσι κι έτσι, ως μητέρα είσαι για λύπηση.
Κλείνοντας την πόρτα, η Βέρα ίσιωσε τα ρούχα της και είπε στη Δήμητρα, που δεν τολμούσε να βγει απ το δωμάτιο:
– Να μάθεις να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου, κορίτσι μου. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα σε πατούν κάτω. Αν ζεις για τα μάτια των άλλων, γίνεσαι σκιά του εαυτού σου και κανείς δε θα στο αναγνωρίσει ποτέ.
– Κάνε το όπως θέλεις, αλλά πες στην τρελή μάνα σου να μην ανακατεύεται στη ζωή μας! φώναζε η Νέλλη στον Παύλο. Τι θα πουν τώρα οι άλλοι; Ο γάμος της Δήμητρας ήταν το διαβατήριο για την «υψηλή κοινωνία», και τώρα τέλειωσαν όλα! Καταλαβαίνεις;
– Και τι να την κάνεις την υψηλή κοινωνία; βαριεστημένα της απάντησε ο Παύλος. Σου λείπει κάτι;
– Ναι! Ναι! ούρλιαζε η Νέλλη υστερικά. Μου λείπει το χρήμα, η θέση, το κύρος! Θέλω οι άλλοι να με ζηλεύουν!
Ο Παύλος αναστέναξε βαριά του βούιζαν τα αυτιά. Τον τελευταίο καιρό η γυναίκα του είχε βγει απ τον εαυτό της. Ήθελε να της πει να σωπάσει, αλλά απλώς μουρμούρισε:
– Ηρέμησε, θα μιλήσω με τη μαμά.
– Θα μιλήσεις με τη μαμά σου, τον κορόιδεψε η Νέλλη. Άντε, μαμόθρεφτο!
Ο Παύλος έφυγε σιωπηλός σε άλλο δωμάτιο. Τον ενοχλούσαν πάντα οι καβγάδες και οι συγκρούσεις. Προτιμούσε να υποχωρεί.
Την επόμενη μέρα ο Παύλος ξαναπήγε στη μητέρα του.
– Μην τολμήσεις να με παρακαλέσεις! φώναξε η Βέρα μόλις τον είδε.
– Δεν θα σε παρακαλέσω, απάντησε ήρεμα ο Παύλος.
– Τότε γιατί ήρθες;
– Μπορώ να μείνω εδώ για λίγο;
– Σε τρέλανε και σένα; ρώτησε συμπονετικά η Βέρα.
– Δεν αντέχω άλλους καβγάδες, αναστέναξε ο Παύλος. Σαν να έχει ξεφύγει τελείως.
– Φταίς κι εσύ, του είπε η Βέρα. Αν δεν βάλεις τα όριά σου και να διεκδικήσεις τα δίκια σου, σε κάνουν ό,τι θέλουν.
Ο Παύλος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και η Δήμητρα ήρθε κοντά και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Ήξερε πως η μητέρα της πάντα καταπίεζε τον πατέρα της ήρεμος άνθρωπος, δεν της αντιστεκόταν ποτέ.
– Ευτυχώς που η Δήμητρα πρόλαβε να φύγει από μια τέτοια σχέση, είπε η Βέρα με αγάπη. Εσείς είστε υπεύθυνοι για τη ζωή σας, οι επιλογές σας είναι δικές σας και το πώς θα ζήσετε εξαρτάται αποκλειστικά από εσάς. Καταλάβαμε;
Η Δήμητρα κι ο Παύλος χαμογέλασαν αμήχανα κι η Βέρα έγνεψε το κεφάλι:
– Θέλετε πολλή εκπαίδευση ακόμα!
Εκείνη την ημέρα, ο Παύλος μάζεψε τα πράγματά του και ανακοίνωσε στη Νέλλη πως φεύγει. Εκείνη αντέδρασε με υστερίες, φασαρίες, γυαλικά σπασμένα και πετούσε αντικείμενα προς το μέρος του.
Ο Βασίλης κάθε μέρα έπαιρνε τη Δήμητρα τηλέφωνο, στην αρχή παρακαλούσε να γυρίσει, μετά απαιτούσε, κατόπιν απειλούσε. Η Δήμητρα αρνιόταν, δεν ήθελε να επιστρέψει στην παλιά της ζωή. Μάλιστα, σκεφτόταν ήδη νέους δρόμους.
Μία εβδομάδα αργότερα, ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος, πατέρας του Βασίλη, ήρθε έξαλλος στην πόρτα:
– Τι γίνεται εδώ μέσα; Η μία φεύγει απ τον άντρα, ο άλλος φεύγει απ τη γυναίκα! Τι πάθατε όλοι; Επιστρέψτε επιτόπου στα σπίτια σας! Κι εσείς, κυρία Βέρα, σταματήστε να τους κακομαθαίνετε!
Η Δήμητρα κι ο Παύλος δεν πρόλαβαν να πουν κουβέντα. Η Βέρα, χέρια στη μέση, του απάντησε αγέρωχα:
– Εσύ ποιος είσαι να διδάσκεις τη ζωή σε μένα; Πρώτα μάθε τον γιο σου να φέρεται!
– Του μίλησα ήδη, απάντησε ήρεμα ο Γρηγόρης, Δεν θα το ξανακάνει.
– Άργησες να τον μάθεις. Έπρεπε να το είχες κάνει πριν…
– Γιατί προκαλείτε πρόβλημα και μας ντροπιάζετε στη κοινωνία; Ο Βασίλης αγαπάει την εγγονή σας, θα διορθωθεί. Μην μας κάνετε ρεζίλι, γιατί μπορώ κι εγώ να χαλάσω τη φήμη της Δήμητρας. Να πω πως ο γιος μου τη χώρισε γιατί είναι ελαφρύ κορίτσι, ή ακατάστατη, ή ότι άλλο
– Γρηγόρη, μην με απειλείς, είπε ήρεμα η Βέρα. Γιατί θα πω ότι όταν ήσουν μικρός κατουρήθηκες μπροστά σε όλη την τάξη. Τι λες, θα έχει ενδιαφέρον στα νέα: ότι ο γιος σου δεν αξίζει ούτε σαν άντρας ή πως εσύ, ο „σοβαρός άνθρωπος”, τα έκανες πάνω σου στο σχολείο;
Ο Γρηγόρης άσπρισε και ρώτησε αμήχανα:
– Μαδε θα το πείτε αυτό, έτσι;
Η Βέρα υπήρξε δασκάλα του στις μικρές τάξεις και όλοι θα την πίστευαν σ ό,τι κι αν έλεγε. Κι αν και αργότερα μπορούσε να το διαψεύσει, η φήμη θα έμενε για πάντα.
– Θα εξαρτηθεί από το πώς θα φερθείς, του απάντησε σοβαρά η Βέρα.
Ο Γρηγόρης για λίγο ένιωσε σαν μαθητής, αλλά συνήλθε και είπε έξυπνα:
– Κατανοητό.
– Όμορφα! είπε χαρούμενα η Βέρα. Από εσάς θέλω μια εκδρομή σε spa για μένα και τη Δήμητρα, να γιατρέψουμε το μυαλό μας! Και θα το παρουσιάσεις παντού πως η Δήμητρα με συνοδεύει για να με φροντίσει.
Ο Γρηγόρης το σκέφτηκε. Παρ ότι είχε ισχύ, μπροστά στη Βέρα ήταν πάντα η δασκάλα του. Και αν κάποιος ήξερε να πιάνει τους ανθρώπους ήταν αυτή είτε με το καλό, είτε με τον φόβοείτε με εκβιασμό.
– Θα σας κανονίσω spa και το καλύτερο, συμφώνησε. Ζητώ συγγνώμη κι από εσάς κι από τον γιο μου.
– Τι να κάνουμε, έτσι είναι. Πήγαινε να τον εκπαιδεύσεις καλύτερα. Και μια συμβουλή, Γρηγόρη: να ζεις με συνείδηση, όχι με βάση το τι λέει ο κόσμος. Αν είσαι δίκαιος, κανείς δε θα σε κατηγορήσει.
Ο Γρηγόρης έγνεψε σιωπηλά και έφυγε. Το spa το κανόνισε όντως. Δεν άλλαξε η εκτίμηση του για τη Βέρα συνέχισε να τη σέβεται βαθιά. Κι η Δήμητρα εξακολουθούσε να του είναι πολύ συμπαθής. Λυπόταν που ο γιος του δεν κατάφερε να κρατήσει το γάμο του.
Το διαζύγιο της Δήμητρας και του Βασίλη βγήκε ένα χρόνο αργότερα, όταν πλέον και οι δύο ήταν σε καινούργιες σχέσεις. Όλα έγιναν ήρεμα, χωρίς φωνές. Η Δήμητρα παντρεύτηκε ξανά και τώρα ζει ευτυχισμένη με τον άντρα της και τα δύο της παιδιά. Τη γιαγιά έκλεισε κοντά της, όπως εκείνη έκανε για εκείνη μικρή.
Ο Παύλος, ωστόσο, δεν χώρισε τελικά, αν και ακόμη μένει με τη μάνα του.

Oceń artykuł
Οικογενειακές Σχέσεις: – Γιαγιά, μπορώ να μείνω λίγο μαζί σου; – είπε με λυγμούς η Ντάσα. – Δεν αντέχω άλλο να ζω μαζί του. – Φυσικά, κορίτσι μου, μείνε όσο θέλεις, – απάντησε τρυφερά η Βέρα Ιγκορέβνα και αγκάλιασε τη μικρή της εγγονή. – Πάλι σε πληγώνει; – Με πληγώνει, – αναστέναξε η Ντάσα. – Η μαμά όμως δεν με αφήνει να τον χωρίσω, γιατί δεν θέλει να μαλώσει με τους γονείς του. Κι εγώ δεν έχω πια κουράγιο να αντέχω. Η Βέρα Ιγκορέβνα ποτέ δεν συμπάθησε τη νύφη της. Ψυχρή και υπολογίστρια, νοιαζόταν περισσότερο για το συμφέρον και τα φαινόμενα, παρά για τα αισθήματα—ειδικά των άλλων. Έβαλε την Ντάσα να παντρευτεί τον Κώστα μόνο και μόνο επειδή ο πατέρας του έχει ισχυρή θέση. – Σε χτυπάει ο Κώστας; – ρώτησε η Βέρα Ιγκορέβνα. – Με χτυπάει, – ξέσπασε η Ντάσα σε δάκρυα. – Οι γονείς σου το ξέρουν; – ρώτησε σοβαρά η Βέρα Ιγκορέβνα. – Το ξέρουν, – απάντησε η Ντάσα με δάκρυα. – Και δεν σε αφήνουν να τον αφήσεις; – απόρησε η γιαγιά. – Ναι, – είπε η Ντάσα. – Λένε πως αν φύγω θα τους ντροπιάσω στη γειτονιά, κι ότι φταίω εγώ, πρέπει να είμαι πιο υποχωρητική. Πώς να είμαι όμως, όταν αυτός είναι σκληρός και βάναυσος; Δεν αντέχω άλλο, γιαγιά μου… – Αφού δεν αντέχεις, μην ζεις μαζί του, – της χάιδεψε τα μαλλιά η γιαγιά. – Μείνε εδώ, κι εγώ θα μιλήσω με τη μητέρα και τον πατέρα σου. … [Η ιστορία συνεχίζεται με τις ελληνικές οικογενειακές αντιδράσεις, με έντονα συναισθήματα, φωνές και αντικρουόμενες αξίες, ενώ η Βέρα Ιγκορέβνα, με το στιβαρό και προστατευτικό της χαρακτήρα, στηρίζει την εγγονή της απέναντι στην πίεση της υπόλοιπης οικογένειας, τονίζοντας την αξία της αυτοεκτίμησης και της εσωτερικής δύναμης.] … Στο τέλος, η δύναμη και τα μαθήματα ζωής της γιαγιάς δικαιώνονται, η Ντάσα φτιάχνει μια νέα ζωή, και η κληρονομιά της σοφίας της Βέρας Ιγκορέβνα συνοδεύει τις επόμενες γενιές. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ – Όταν η Γιαγιά Στέκεται Ασπίδα: Η Ιστορία της Ντάσας, Οι Φωνές, τα Μυστικά και το Κυνήγι της Ευτυχίας σε μια Ελληνική Οικογένεια