Άκου να δεις, φίλε μου, θα σου πω μια ιστορία που δύσκολα τη βγάζεις από το μυαλό σου.
Η Ελένη, βλέπεις, δεν είχε σταθεί τυχερή στον έρωτα. Έφτασε τα τριάντα, ακόμη ανύπαντρη, κι ένιωθε να της φεύγει ο χρόνος από τα χέρια. Κάποια στιγμή αποφάσισε πως θα έπρεπε να βρει έναν άντρα, έστω και αργά. Όταν γνώρισε τον Παναγιώτη, δεν ήξερε από την αρχή πως ήταν παντρεμένος. Το έμαθε μετά, όταν αυτός είδε πως η Ελένη είχε αρχίσει να δένεται μαζί του και της τα ξεφούρνισε όλα. Εκείνη δεν τον κατηγόρησε καν. Το μόνο που έκανε ήταν να τα βάζει με τον εαυτό της για την αδυναμία της και για τις λάθος επιλογές. Ένιωθε λειψή, που δεν κατάφερε να βρει έγκαιρα κάποιον δικό της κι οι εποχές περνούσαν.
Κι όμως, δεν ήταν άσχημη κοπέλα η Ελένη μπορεί όχι εντυπωσιακή, αλλά γλυκιά, λίγο γεματούλα ίσως, κάτι που μάλλον την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη. Η σχέση με τον Παναγιώτη δεν οδηγούσε πουθενά. Δεν ήθελε να μείνει όμως αιώνια ερωμένη, ούτε και μπορούσε να τον αφήσει εύκολα. Φοβόταν τη μοναξιά ε, γνωστά πράγματα.
Μια μέρα, της έκανε ντου στο σπίτι ο ξάδερφός της, ο Στέλιος. Περνούσε από την Αθήνα για δουλειές κι είπε να σταματήσει να δει την ξαδέρφη του, γιατί είχαν να τα πουν και καιρό. Κάθισαν κουζίνα, έφαγαν, έπιασαν τις κουβέντες σαν μικρά παιδιά, να θυμηθούν τα παλιά και να τα πουν για τα καινούρια. Η Ελένη του άνοιξε την καρδιά της, του τα είπε όλα, δάκρυσε λίγο, εξομολογήσεις βαθιές.
Να σου και η γειτόνισσα, η κυρα-Σοφία, που μπήκε φουριόζα και την τράβηξε για να της δείξει τις καινούριες της αγορές. Η Ελένη έλειψε καμιά εικοσαριά λεπτά. Εκείνη ακριβώς την ώρα χτυπά το κουδούνι. Ο Στέλιος πάει να ανοίξει λέει, θα γύρισε η Ελένη, και δεν είχαν κλειδώσει άλλωστε. Στην πόρτα, ποιον να δει; Τον Παναγιώτη! Κατάλαβε αμέσως ο Στέλιος περί τίνος πρόκειται.
Ο Παναγιώτης, μόλις είδε τον Στέλιο δυο μέτρα παλικάρι με φόρμα και φανελάκι, να μασουλάει ένα σάντουιτς με σαλάμι σάστισε.
– Η Ελένη είναι μέσα; κατάφερε να ψελλίσει.
– Ναι, είναι στο μπάνιο, πετάχτηκε αμέσως ο Στέλιος.
– Συγγνώμη, εσείς ποιος είστε; τα χασε ο Παναγιώτης.
– Άντρας της είμαι, το λέει χαλαρά ο Στέλιος. Ελεύθερη συμβίωση ακόμα… Και εσύ τι θες εδώ; Μήπως είσαι ο παντρεμένος που μου λεγε η Ελένη; Άκου να δεις: αν σε ξαναπετύχω εδώ, θα δεις τι θα γίνει, άκουσες;
Ο Παναγιώτης, με το που γλίτωσε απ τα μπράτσα του Στέλιου, μπήκε στο ασανσέρ σαν κυνηγημένος.
Γυρίζει η Ελένη μετά από λίγο και της τα διηγείται όλα ο Στέλιος. Η Ελένη βάζει τα κλάματα.
– Τι έκανες ρε Στέλιο; Τώρα δεν πρόκειται να ξανάρθει… χάθηκα.
Κάθεται στον καναπέ, σκύβει το κεφάλι στα χέρια της.
– Και τι έγινε που δεν θα ξανάρθει; Καλύτερα! Να σου πω, έχω κάτι στο νου για σένα. Ένας χήρος στο χωριό μας χρυσοχέρης, καλός άνθρωπος, και όλες οι γυναίκες τον κυνηγάνε απ όταν έχασε τη γυναίκα του, αλλά αυτός δεν έχει δώσει δικαίωμα. Μόλις τελειώσω απ τη δουλειά, θα ρθω να σε πάρω, να πάμε μαζί στο χωριό να σε γνωρίσω. Έχουμε και τα γενέθλια της Λίτσας, της γυναίκας μου.
– Έλα ρε συ τώρα! Εγώ δεν μπορώ τέτοια πράγματα. Ούτε που τον ξέρω, και γιατί να πάω έτσι; Δεν ντρέπεσαι να με μπλέξεις;
– Ντροπή είναι να κοιμάσαι με παντρεμένο! Μη φοβάσαι, δε σε σπρώχνει κανείς να παντρευτείς αύριο. Έλα, πάμε θα περάσουμε και καλά στα γενέθλια.
Μετά από λίγες μέρες, βρίσκονται ο Στέλιος κι η Ελένη στο χωριό ένα μικρό μέρος κοντά στο Λουτράκι. Η Λίτσα, η γυναίκα του, έχει στρώσει τραπέζι στον κήπο, κάτω από τις λεμονιές. Βρέθηκαν φίλοι, συγγενείς, και φυσικά ο χήρος, ο Αλέξης. Οι υπόλοιποι ήξεραν ήδη την Ελένη, αλλά πρώτη φορά συναντούσε τον Αλέξη. Ήσυχος άνθρωπος, λίγα λόγια, πολύ διακριτικός ο καημένος μάλλον ακόμα πονούσε για τη γυναίκα του, σκέφτηκε η Ελένη.
Με το που γύρισε πίσω η Ελένη στο διαμέρισμα της στην Αθήνα, κράτησε μέσα της μια γλυκιά σκέψη για τον Αλέξη. Μετά από λίγες μέρες, Σάββατο πρωί, ακούει το κουδούνι. Ανοίγει, και στην πόρτα ω του θαύματος ο Αλέξης με μια σακούλα στο χέρι.
– Συγνώμη που ήρθα έτσι απροειδοποίητος, Ελένη Περνούσα απ τη λαϊκή να πάρω μερικά πράγματα, σκέφτηκα να περάσω κι από δω να σε χαιρετήσω τώρα που σε γνώρισα.
Η Ελένη κόμπλαρε μεν, αλλά τον έβαλε μέσα. Του βαλε τσάι, πιάσανε κουβέντα, για τον καιρό, για τις τιμές στην αγορά, χαλαρά. Εκείνος της έδωσε ένα μικρό μπουκέτο τουλίπες „για σένα”, της είπε. Και τα μάτια της Ελένης γυάλισαν από χαρά.
Όταν φεύγει ο Αλέξης, μαζεύει αργά το σακάκι του. Λίγο πριν βγει από την πόρτα, γυρίζει και της λέει:
– Ελένη, αν φύγω χωρίς να στο πω, θα το μετανιώνω. Όλη την εβδομάδα μόνο εσένα σκεφτόμουν. Σέχω πάρει με τα καλά μου. Τον Στέλιο ρώτησα για τη διεύθυνση σου.
Η Ελένη κοκκίνισε ολόκληρη.
– Μόλις γνωριστήκαμε, ψιθύρισε.
– Δεν πειράζει, αρκεί να μην είμαι αντιπαθητικός σε σένα. Να μιλάμε στον ενικό; Ξέρω δεν είμαι και κανένα κελεπούρι, έχω και μια κορούλα οχτώ χρονών, τώρα την έχει η μάνα μου.
Τα χέρια του έτρεμαν λίγο.
– Κόρη; Αυτό είναι ευλογία, είπε ονειροπόλα η Ελένη. Πάντα ήθελα μια μικρή.
Παίρνει θάρρος ο Αλέξης, της πιάνει τα χέρια, τη φέρνει κοντά του και της δίνει ένα φιλί.
Τα μάτια της Ελένης βουρκώνουν.
– Μήπως σ ενοχλώ; ρωτάει, διστακτικός.
– Κάθε άλλο, απαντάει εκείνη. Δεν περίμενα ποτέ να νιώσω έτσι. Είναι η πρώτη φορά που δεν νιώθω ότι παίρνω κάτι που ανήκει αλλού.
Από τότε, βλέπονταν κάθε Σαββατοκύριακο. Δύο μήνες αργότερα, τα βρήκαν και παντρεύτηκαν στο χωριό του Αλέξη. Η Ελένη έπιασε δουλειά σε ένα βρεφονηπιακό σταθμό, και σε έναν χρόνο τους χάρισε η ζωή ένα κοριτσάκι. Έτσι μεγάλωναν δυο θυγατέρες και η κάθε μια πήρε όλη τη στοργή που της αντιστοιχούσε. Ο Αλέξης κι η Ελένη όλο και πιο ευτυχισμένοι με τα χρόνια, σαν παλιό καλό κρασί που ωριμάζει.
Και στις γιορτές, ο Στέλιος να πετάει τη μπηχτή του:
– Ε, πώς σου φαίνεται ο άντρας που σου έβγαλα, κυρά-Ελένη μου; Κάθε χρόνο κι ομορφαίνεις! Εγώ ποτέ λάθος δεν σου πρότεινα να μ ακούς, ξαδέρφηΗ Ελένη γελούσε κάθε φορά, έκανε όμως πως τον μαλώνει:
Άλλη φορά να μη με κάνεις προξενιό, άκουσες; Μ έβαλες στη ζωή σου για πάντα!
Στο βάθος του κήπου, οι δυο μικρές έπαιζαν κρυφτό δίπλα στις λεμονιές, ενώ ο Αλέξης κρυφοκοιτούσε την Ελένη πίσω απ το πιάτο του, μ εκείνη τη ζεστή ματιά που δεν κουράστηκε ποτέ να της ρίχνει. Μια ριπή αέρα σήκωσε το τραπεζομάντηλο, κι όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Εκείνη τη στιγμή όλα έμοιαζαν στη θέση τους. Η Ελένη ήξερε: όσο δύσκολοι κι αν ήταν οι δρόμοι που διάλεξε, τελικά άξιζε να περιμένει το σωστό χέρι να τη σφίξει, το απαλό βλέμμα που θα καθησυχάσει κάθε της αμφιβολία.
Κι αν είχε αργήσει να βρει το λιμάνι της, του έδωσε αγάπη για δυο ζωές. Κάθε πρωί έλεγε «ευχαριστώ» στη νέα της οικογένεια και στις γκρίνιες και στα φιλιά και στις απρόσμενες επισκέψεις και στα μικρά θαύματα που λέγονται άνθρωποι.
Έτσι, υπό τις λεμονιές, με φίλους, τις κόρες τους και μια αγκαλιά γεμάτη τρυφερότητα, βρήκε τελικά τι θα πει να αγαπάς χωρίς ενοχές, χωρίς φόβο, χωρίς να ζητάς σ αντάλλαγμα τίποτα λιγότερο απ ό,τι είσαι.
Εκεί, λοιπόν, άφηνε κάθε μέρα την ψυχή της να ανθίζει. Και αυτή η γυναίκα, που κάποτε πίστεψε πως η ζωή προσπερνά τους διστακτικούς, χαμογελούσε τώρα πλατιά, γιατί είχε μάθει πια: τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις και το δικό της καλύτερο είπε να της μείνει για πάντα.





