Οι γονείς μου
Η μαμά μου ήταν πάντα μια πραγματική καλλονή. Λέω «ήταν», γιατί πριν από έξι μήνες έφυγε από τη ζωή, μόλις δύο εβδομάδες μετά τον μπαμπά. Κι ας είχαν και οι δύο ξεπεράσει προ πολλού τα ογδόντα, εγώ νιώθω πως έζησαν λίγο. Γιατί ήταν οι δικοί μου γονείς, η δική μου μαμά και ο δικός μου μπαμπάς.
Η μαμά μου λοιπόν ήταν πανέμορφη. Το καταλάβαινα ακόμα κι εγώ που ήμουν ο γιος της, αλλά άντρας κιόλας. Και ο πατέρας μου δεν κουραζόταν να μου το υπενθυμίζει διαρκώς. Ακόμα και όταν η μαμά θύμωνε μαζί μου για τις στραβοτιμονιές στο σχολείο ή οτιδήποτε άλλο, εκείνος έμπαινε στο δωμάτιό μου, καθόταν δίπλα μου με ένα βαρύ αναστεναγμό, έβαζε τα χέρια του ανάμεσα στα γόναταόπως κι εγώκαι μετά από λίγη σιωπή, συνόψιζε το θέμα με μια πρόταση:
Ε, λοιπόν, γιε μου, μη θυμώνεις με τη μαμά μας… Ε, φώναξε, σε μάλωσε, κι εμείς δεν είμαστε αγγελούδια, αλλά εκείνη είναι… κορίτσι, η δικιά μας. Κι οι δυο μας τη χρειαζόμαστε σαν τον αέρα. Πήγαινε, ζήτα της συγγνώμη.
Κι εγώ; Έπαιρνα μια βαθειά ανάσα, έτοιμος να εκραγώ, τα μάτια να πετάνε φωτιές προς το μέρος του. Ο μπαμπάς όμως, λες και διάβαζε το μυαλό μου, σήκωνε το χέρι του, άνοιγε την παλάμη λες και θα μου έκλεινε το στόμα, και με ήρεμη αλλά αυστηρή φωνή μου έλεγε:
Και μην τολμήσεις ποτέ να πεις κακό λόγο για τη γυναίκα μου!..
Έτσι μαζευόμουν και δεν τολμούσα. Γιατί αγαπούσα πολύ τον πατέρα μου. Και τη μαμά μου. Πάρα πολύ κι εκείνη.
Το ήξερα αυτό γιατί μου είχαν διηγηθεί πώς παντρεύτηκαν. Ο πατέρας μου μυστικά από τη μαμά, κι εκείνη στα κρυφά από τον μπαμπά.
Η μαμά σπούδαζε ακόμη τότε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο πρώτο έτος. Ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον Μανώλη. Μια μέρα ο Μανώλης έφερε μαζί του έναν φίλο του, τον Σταύρο, ο οποίος μόλις είχε έρθει στην Αθήνα και δεν ήξερε τι να κάνει το βράδυ. Έτσι ο Μανώλης τον προσκάλεσε μαζί του στο ραντεβού με την κοπέλα του, με τη σχεδόν υποψήφια νύφη του.
Ο Μανώλης σύστησε τον Σταύρο στη μαμά μουτον μελλοντικό μου πατέρα, όπως ίσως ήδη μαντέψατε.
Οι τρεις τους πέρασαν όλο το βράδυ μαζί. Περπάτησαν στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ανέβηκαν στην ταράτσα ενός καφενείου για να δουν τζάμπα μια παράσταση που παιζόταν στο υπαίθριο θερινό σινεμά. Η ιδέα με την ταράτσα ήταν φυσικά του μπαμπά μου (ο Μανώλης ποτέ δεν θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο). Ο μπαμπάς ανέβασε τη μαμά μου στην ταράτσα γιατί ήταν ήδη γερός και αθλητικόςόχι σαν τον Μανώλη, που ούτε τον γνώρισα ποτέ, αλλά είχα πάντα την εντύπωση ότι ήταν αδύναμος και άβολος τύπος.
Όλο το βράδυ ο Μανώλης έλεγε αστεία, απήγγειλε ποιήματα, ζωγράφιζε με λόγια το μέλλον τους μετά το πανεπιστήμιο. Ο μπαμπάς άκουγε σιωπηλός, φυσούσε και ξεφυσούσε. Στο τέλος, καθώς χώριζαν, ο μπαμπάς πήρε τη μικρή ζεστή παλάμη της μαμάς μου στις δικές του τεράστιες χέρια και λέει:
Ελένη, αυτός δεν σου κάνει. Παντρέψου εμένα καλύτερα.
Η μαμά ταράχτηκε και για να κερδίσει χρόνο ρώτησε:
Πότε;
Ο πατέρας μου, απόλυτα συγκεντρωμένος (έτσι νομίζω), απάντησε χωρίς καθυστέρηση:
Αύριο
Και για να αποτελειώσει τη μαμά (και τον Μανώλη μαζί!), πρόσθεσε:
Θα κάνουμε έναν γιο. Και θα τον αγαπάμε τόσο πολύ και οι δύο, που θα αγαπιόμαστε κι εμείς ακόμη περισσότερο μεταξύ μας. Θα τον ονομάσουμε Νίκο, από τον Άγιο Νικόλαο
Εντάξει, είπε με μιας η μαμά. Έτσι λοιπόν παντρεύτηκαν εκείνη κι ο μπαμπάς.
Ο Μανώλης έγινε ο κουμπάρος του γάμου.
Μετά το πανεπιστήμιο, οι γονείς μου διορίστηκαν ως γεωλόγοι-τοπογράφοι στη Δυτική Μακεδονία. Εκεί, πάνω στα βουνά, βρήκαν το πρώτο τους σπίτιμια μικρή αποθήκη δίπλα στο κοινοτικό καφενείο, που ο διευθυντής του ορυχείου τους διέθεσε χαρίζοντάς τους μια νέα αρχή.
Μετά από εννιά μήνες, ήρθε στον κόσμο ο πολυπόθητος Νίκοςδηλαδή εγώ. Και με αγάπησαν κι οι δύο τόσο απέραντα όσο το είχαν υποσχεθεί.
Ο μπαμπάς πήρε από το στάβλο ένα γέρικο άλογο, την Αλεξάνδρα, για να μας φέρει, εμένα και τη μαμά, από το μαιευτήριο. Όταν φτάσαμε στην αποθήκη/σπίτι μας (όπως έλεγε ο μπαμπάς) στην είσοδο στεκόταν ο Μανώλης κρατώντας στην αγκαλιά του μια γαλβανιζέ μικρή μπανιέρα. Είχε χρησιμοποιήσει γνωριμίες για να τη βρει. Αυτή η μπανιέρα έγινε και η πρώτη μου μπανιέρα, και στην αρχή, όπως μου έλεγε η μαμά, κούνια. Έβαζε μέσα το μεγάλο φουσκωτό μαξιλάρι που της είχε δώσει προίκα η μητέρα της, το σκέπαζε με ένα σεντόνι και εκεί ξάπλωνα. Όταν ήρθε η ώρα για μπάνιο, το μαξιλάρι τοποθετούνταν στο κρεβάτι των γονιών μου κι εγώ απολάμβανα το μπάνιο μου. Ο πατέρας έσπευδε από τη δουλειά του για να μη χάσει τη στιγμήόχι του «κόκκινου αλόγου», αλλά του γιου του. Κρατούσε το κεφάλι μου (έτσι έλεγε η μαμά) κι εκείνη με φρόντιζε με άπειρη αγάπη.
Δεν έγινα τελικά άρχοντας, αλλά μάλλον έγινα ένας καλός γεωλόγος, όπως και οι γονείς μου.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως και η γυναίκα μου, η Δέσποινα, είναι γεωλόγος επίσης. Γνωριστήκαμε στη δουλειά. Η μαμά μου την αγάπησε αμέσως ιδιαίτερα. Το ίδιο κι ο μπαμπάς. Όταν μας επισκέπτονταν ή πηγαίναμε εμείς σ εκείνους, και βγαίναμε με τον πατέρα στο μπαλκόνι να καπνίσουμε, μου έλεγε:
Νίκο, ξέρεις, δύο φορές στάθηκα πολύ τυχερός στη ζωή μου: την πρώτη όταν γνώρισα τη μαμά μας, τη δεύτερη όταν εσύ παντρεύτηκες τη Δέσποινα. Την προσέχεις, ε; Είναι κι αυτή κορίτσι, σαν τη μαμά μας…
Ο πατέρας μου έφυγε απρόσμενα μια νύχτα. Η μαμά ξύπνησε αμέσως, σαν να το κατάλαβε.
Μετά το θάνατό του, άρχισε να γερνάει απότομα και να ξεχνάει πολλά. Ξέχασε ακόμη ότι ο μπαμπάς δεν ζει πια. Κι όταν τη φέραμε να μείνει μαζί μας, καθόταν στο παράθυρο και περίμενε να επιστρέψει από τη δουλειά του. Μέχρι την τελευταία της μέρα ετοίμαζε τις περίφημες τηγανητές μπιφτέκες της «όπως αρέσουν στον Σταυρή μας»…
Αυτό ήταν το σπίτι μας. Έτσι ζήσαμε. Η ιστορία των αγαπημένων μου γονιών, του πατέρα μου και της δικής μας Ελένης.





