Στη ζωή, όλα συμβαίνουν
Στο δικό μας παιδιατρικό ιατρείο εργαζόταν ο καρδιολόγος Δημήτρης Παναγιωτίδης ναι, το όνομά του ήταν πραγματικό και δεν χρειάζεται να το κρύψω. Όπως όλοι, τα καλοκαίρια έφευγε για ένα-δυο μήνες ως γιατρός σε κατασκήνωση για παιδιά να ελέγχει την κουζίνα, να ζυγίζει τους μικρούς, να τσεκάρει κομοδίνα, να βάζει ιώδιο στις γρατζουνιές αν δεν προέκυπτε κάτι σοβαρό, φτου φτου μακριά από εμάς.
Ήταν τότε γύρω στα 39, αθληταράς, μαλλιά γκριζομαύρα, ελαφρώς σπαστά, προφίλ κλασικό μεσογειακό, μάτια και φρύδια έντονα πολύ αγαπητός στις γυναίκες, τι να λέμε.
Μια φορά, μας εξομολογήθηκε το εξής:
Ήταν το 1987 χρόνια που είχε ξεσπάσει αγώνας κατά του αλκοόλ, και για μια παρεκτροπή έπαιζε μέχρι απόλυση από τη δουλειά, κι ας έχεις την καλύτερη θέση.
Ήταν η τελευταία βάρδια του καλοκαιριού στην κατασκήνωση, νύχτα Αυγούστου. Όλα όπως πάντα τα παιδιά άγρυπνα, πηγαινοέρχονταν σε διπλανά δωμάτια, έβαζαν οδοντόκρεμα και οινόπνευμα στους κοιμισμένους, οι ομαδάρχες τάχα τους κυνηγούσαν, αλλά και οι ίδιοι παραδοσιακά έπιναν κρασάκι ή ούζο όχι για μεθύσι, μην παρεξηγηθώ, αλλά έτσι, για το τυπικό της παρέας.
Κι εγώ, ως γιατρός, δεν είπα όχι Και τι έγινε δηλαδή; Η νύχτα κύλησε καλά, το πρωί τάξαμε τα παιδιά, τα βάλαμε στα λεωφορεία. Μιάμιση ώρα μετά φτάσαμε στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, και τα παιδιά παραδόθηκαν στους γονείς όλα τέλεια, κανένας δεν έλειπε.
Ένα καφεδάκι να μας συνεφέρει πριν πάμε σπίτια μας και ιδού: το τραπέζι με τα καλούδια στρωμένο, η βάρδια τέλειωσε, και εγώ με τη γυναίκα μου, τη Χριστίνα, ετοιμαζόμαστε να πετάξουμε στη Θεσσαλονίκη, στη μάνα μου, να χαρούμε λίγες βδομάδες φθινοπωρινών διακοπών α, τι ωραία που θα ήταν!
Και τότε, με πήρε από κάτω το κρασί, η άυπνη νύχτα, το λεωφορείο να με ταρακουνάει, ο αθηναϊκός ήλιος με τσουρούφλισε και έπεσα κάτω από κάτι θάμνους στην άκρη της πλατείας και έχασα τον κόσμο.
Όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι σκορπίστηκαν στα σπίτια τους, μόνο η νοσοκόμα, η Αντιγόνη, με εντόπισε. Προσπάθησε να με συνεφέρει, να με σηκώσει μάταια! Ήμουν γκολ, απλώς κοιμόμουν ευτυχισμένος σαν μικρό παιδί.
Η Αντιγόνη, καλή ψυχή, ήξερε ότι θα μπορούσα να βρεθώ από τη μια μέρα στην άλλη σε κανένα αστυνομικό τμήμα ή και χωρίς δουλειά τόση αυστηρότητα υπήρχε τότε. Δεν με παράτησε όμως.
Ευτυχώς έμενε λίγα τετράγωνα πιο πέρα, εκεί στην Πατησίων 84. Με κάποιον κόπο και τρίψιμο με σήκωσαν, κι εγώ, μισοκυβερνώντας τα πόδια μου, έφτασα μαζί της στο διαμέρισμά της, ένα τετράρι σε παλιά πολυκατοικία.
Ξύπνησα μετά από δύο ώρες, όχι γιατί είχα ξεμεθύσει, αλλά γιατί το κρασί ήθελε επιτέλους διέξοδο.
Πάω να σηκωθώ, γκρινιάζω κάτι, και η Αντιγόνη σχεδόν κάνει επίθεση, μου κλείνει το στόμα και ψιθυρίζει να μην κάνω φασαρία.
Τρέμω και προσπαθώ να καταλάβω ήθελα τουαλέτα όσο τίποτε άλλο! να σηκωθώ, εκείνη με κρατά και μου ψιθυρίζει.
Τα πράγματα είναι δύσκολα: οι γειτόνισσές της, όλες γιαγιάδες, θα της κάψουν τη φήμη αν δουν έναν άντρα στο δωμάτιό της. Έμενε μόνη, γυναίκα τίμια, και μια στραβή στιγμή μπορούσε να της καταστρέψει τη ζωή.
Τη συμπονώ, στ αλήθεια, αλλά κατανοείτε το πρόβλημά μου. Τα όρια είχαν φτάσει. Εκείνη έφερε έναν κουβά, με άφησε λίγο μόνο, ξαναμπήκε, πήρε τον κουβά και ησύχασα Ευτυχώς!
Και ξαφνικά συνειδητοποιώ τι ώρα είναι έπρεπε ήδη να είμαι σπίτι μου, να ετοιμάζω βαλίτσες! Η Χριστίνα, τα πεθερικά, οι συγγενείς, όλοι με περίμεναν και σίγουρα θα τηλεφωνούσαν ήδη στους συναδέλφους μου, σε λίγο σε νοσοκομεία θα καλούσαν!
Εξηγώ με νοήματα και ψιθυριστά την απελπισία μου στην Αντιγόνη. Λίγο τσακωθήκαμε, μα αυτή έχει το σχέδιο: η μία γειτόνισσα λείπει, θα βγάλει τη δεύτερη να πάρει ψωμί, την τρίτη θα «μπλέξει» στην κουζίνα, κι εγώ, αθόρυβα, στις μύτες, χωρίς παπούτσια, σαν σκιώδης φιγούρα, θα πρέπει να ανοίξω την εξώπορτα και να φύγω χωρίς να κάνω θόρυβο.
Η γειτόνισσα στην αγορά η άλλη στην κουζίνα
Η Αντιγόνη κάνει φασαρία με τον βραστήρα, καλύπτει τον ήχο
Εγώ, κρατώντας τα παπούτσια με τσιμπίδα στα δάχτυλα, περπατάω στις μύτες προς την πόρτα να, φτάνω, ανοίγω σιγά το μάνταλο
Τότε, ακριβώς πίσω μου, ακούγεται ένα φωνή γνώριμη, σχεδόν πανηγυρική: «Καλημέρα σας, κύριε Δημήτρη!»
Παπούτσια γδούποι κάτω, εγώ σύρθηκα μέχρι την πόρτα, βιάστηκα να τα φορέσω, και βγαίνοντας, χωρίς να κοιτάξω πίσω ψιθύρισα: «Καλημέρα σας, κυρία Ελένη!»
Τη φωνή της καλύτερης φίλης της πεθεράς μου την ήξερα απ έξω, όπως και ξέρω σε ποια χρώματα και με πόσα «επίθετα» θα περιέγραφε με γλαφυρότητα τα γεγονότα Ποιος να πιστέψει ότι εγώ με τα παπούτσια στα χέρια, σιωπηλός στις κάλτσες είμαι αθώος;
Μισή ώρα μετά έφτασα σπίτι. Η κυρα-Ελένη δεν είχε προλάβει να τηλεφωνήσει. Όλοι χαρούμενοι, ζωηροί: «Δημήτρη μου, σχεδόν σε χάσαμε, ανησυχήσαμε! Έλα, το ταξί περιμένει, για το αεροδρόμιο, να φύγουμε!»
Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στη μάνα. Από κάθε κουδούνισμα τηλεφώνου αναπηδούσα περιμένοντας την κλήση στη Χριστίνα από τη μαμά της δεν πήγα ούτε για βουτιά στη θάλασσα, από το φόβο να μην χάσω το τηλεφώνημα ύπνος μηδέν, όρεξη μηδέν
Μετά από τρεις-τέσσερις μέρες, η μάνα με στρίμωξε στην κουζίνα. Ξεφούρνισα όλη την ιστορία τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια.
«Ναι, γιε μου, σε πιστεύω, δεν το συζητώ, όπως λέει και το τραγούδι», μου είπε. «Δεν ξέρω αν θα σε πιστέψει κανείς άλλος. Εγώ θα παίρνω όλα τα τηλέφωνα για να ξεκουραστείς λίγες μέρες στο σπίτι, όταν επιστρέψεις, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει.»
Έφτασε το τέλος του μήνα και γυρίσαμε στο σπίτι. Η διάθεσή μου στα τάρταρα, περίμενα τα χειρότερα στο αεροδρόμιο. Όλοι είχαν φύγει, μόνο η Χριστίνα, η πεθερά και ο πεθερός μας περίμεναν. Χάρες, αγκαλιές, ψεύτικο ενδιαφέρον
«Τι έπαθες, Δημήτρη, γιατί είσαι τόσο χλωμός; Είσαι καλά;»
Τους κοίταζα και δεν πίστευα ότι τόσα χρόνια αγάπησα και σεβάστηκα τέτοιους διπρόσωπους ανθρώπους που απολάμβαναν τον βασανισμό μου.
Στο σπίτι, τραπέζι, φωνές, γέλια μα για την κυρα-Ελένη κουβέντα καμία. Ε, λέω, όποτε τους αρέσει να με ρίξουν, ας το κάνουν. Θα περιμένω.
Πέρασε μήνας, έχασα επτά κιλά, κοιμόμουν άσχημα, έπαθα αρρυθμία, στη δουλειά ήμουν ράκος, όλα λάθος. Ούτε το τσίπουρο με έπιανε πια, ούτε κρασί από ένα ποτήρι, και μετά δηλητήριο.
Ήρθαν οι γιορτές του Νοέμβρη. Τραπέζι, συγγενείς, φαγητά, κρασιά, φασαρία απέναντί μου η πεθερά.
Δεν άντεξα
Στηρίχθηκα στους αγκώνες και σχεδόν φώναξα: «Ε, μαμά, πώς πάει η φίλη σας η κυρα-Ελένη;»
Στην απάντησή της, γέλασα τόσο που σοκαρίστηκαν όλοι: ξέσπασα σε ασταμάτητα γέλια, χύθηκε το φαγητό, κατέρρευσα με τη καρέκλα στο πάτωμα, και γέλαγα υστερικά για πέντε λεπτά. Μ έριξαν νερό, ηρέμησα, ήπια ένα ποτηράκι, έφαγα με απόλαυση!
Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ γιατί αντέδρασα έτσι όταν η πεθερά μου, με ένα στενάχωρο ύφος απάντησε: «Αχ Δημήτρη μου, εκείνη τη μέρα που φύγατε για διακοπές, η κυρα-Ελένη έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό και έχασε τη λαλιά της».
Τι να πω; Από αυτή την ιστορία έμαθα πως, όσο κι αν φοβάσαι τις παρεξηγήσεις και τα κουτσομπολιά, τελικά το μόνο που έχει σημασία είναι να κρατάς τη δική σου ψυχραιμία και να χαμογελάς όταν όλα γύρω μοιάζουν χαοτικά. Άλλωστε, καμιά φορά η ίδια η ζωή σε δικαιώνει, με τους πιο απίθανους τρόπους.





