Ειρήνη! ακούγεται πίσω της μια ανδρική φωνή, τόσο γνώριμη που της κόβει την ανάσα.
Η Ειρήνη σφίγγει τους ώμους της και, χωρίς να κοιτάξει πίσω, προσπαθεί να διασχίσει γρήγορα το πεζοδρόμιο της Πατησίων.
Ειρηνάκι, σταμάτα λιγάκι! Είσαι εσύ, δεν κάνω λάθος!
Η Ειρήνη επιταχύνει, μα μια γερή ανδρική παλάμη χωρίς ένταση, αλλά αποφασιστικά ακουμπά τον ώμο της.
Ειρηνάκι, τι έπαθες, κουφή έγινες; Εγώ είμαι, ο Νίκος.
Η Ειρήνη, μαζεύοντας το κουράγιο της, γυρίζει απότομα και ψιθυρίζει, μη πιστεύοντας στα μάτια της:
Θεέ μου… Νίκο… Νόμιζα πως μου φάνηκε η φωνή σου. Αλλά… Πώς γίνεται; Είναι αδύνατον…
Γιατί; Ο πρώην άντρας της, χαμογελά σχεδόν όπως όταν ήταν είκοσι. Δεν μπορώ να γυρίσω στην πατρίδα εγώ;
Και πού ήσουν; ρωτάει σαστισμένη η Ειρήνη. Μου είπαν πως… πως πέθανες.
Πέθανα; ο Νίκος παραμορφώνει το πρόσωπό του, ξαφνιασμένος. Εγώ;
Ναι. Μισό χρόνο αφότου χωρίσαμε κι έφυγες για Θεσσαλονίκη, ο φίλος σου, ο Γιάνναρος, μου είπε ότι…
Σταματά, μα τολμά να συνεχίσει:
Ότι τα παράτησες σε μια ξένη πόλη και πέθανες μόνος σου, σε ένα παγκάκι.
Ποιος σου είπε τέτοια;
Ο Γιάνναρος. Ο καλύτερός σου φίλος. Απ όταν έφυγες, άρχισε να με πολιορκεί, να μου κάνει τον ωραίο. Γρήγορα τον έκοψα, γι αυτό, μάλλον μου πέταξε τέτοιο.
Τι παλιάνθρωπος, γελάει ο Νίκος. Δεν ήξερα ότι το 'λεγε στα σοβαρά, όταν χαιρετηθήκαμε τελευταία φορά.
Τι εννοείς, πλάκα έκανε;
Ε, ένα βράδυ μου τα πέταξε. Είπε, να που άφησες την Ειρήνη, εγώ θα την φροντίσω. Πίστεψα πως αστειεύεται, αλλά δεν μου ξαναμίλησε, ούτε απάντησε στα μηνύματα που του έγραφα. Τότε δεν είχαμε facebook και viber, με το σταθερό και γράμματα επικοινωνούσαμε. Δεν ξέρω καν πού ζει τώρα, αν ζει.
Πέθανε, κάνει η Ειρήνη αδιάφορα. Εδώ και πέντε χρόνια περίπου.
Φαντάσου… το βλέμμα του σοβαρεύει. Πέθανε Κρίμα, μικρός ακόμη ήταν. Ε, ξαναχαμογελάει. Πόσα χρόνια έχουν περάσει που χωρίσαμε κι εσύ είσαι ολόιδια. Ομορφούλα πάντα.
Άσε μας, γελάει η Ειρήνη και κάνει μια χειρονομία. Μια καθημερινή γυναίκα είμαι.
Έμαθα πως ξαναπαντρεύτηκες, της λέει γλυκά, παρατηρώντας την με τρυφερότητα, σαν να μη χορταίνει να τη βλέπει. Και έκανες παιδιά, δύο σωστά;
Ναι, δύο. Η Ειρήνη κουμπώνει τη ζακέτα της. Μεγάλωσαν πια, έχουν χαράξει τη δική τους πορεία. Γιαγιά έγινα, διπλή.
Μπράβο! Ο άντρας πώς τα περνάει;
Τα περνάει καλά γελά ειρωνικά. Σε άλλη οικογένεια πια. Εγώ, τώρα, ελεύθερη.
Κοίτα να δεις… ο Νίκος γνέφει και εκείνος. Τι χαμένοι είμαστε τελικά εμείς οι άντρες! Ψάχνουμε πάντα αλλού, χωρίς να βλέπουμε τι έχουμε δίπλα μας.
Εσύ γιατί επέστρεψες; Για δουλειές ή έτσι;
Μόνιμα, Ειρηνάκι. Μόνιμα γύρισα. Βγάζει έναν πνιγμένο αναστεναγμό. Τη γυναίκα μου την έχασα πρόσφατα, είπα να γυρίσω σπίτι μου, στον τόπο μου. Ειλικρινά, δεν αντέχω εκεί. Οι γιατροί λένε, το κλίμα δεν μου κάνει, η ηλικία, ξέρεις Και η γυναίκα το ίδιο, ασθματική μάνα της ήταν. Την έλεγα να φύγουμε, αλλά τίποτα, εκείνη στάθηκε Θεσσαλονικιά με τα όλα της. Μη μπορώντας να ζήσει μια ημέρα χωρίς τη Θεσσαλονίκη. Άντεξε δεν άντεξε Έχεις δει πόσο άλλαξε η Αθήνα σε τριάντα χρόνια; Γύρω τριγύρω κοιτάω, να βρω σε ποια συνοικία να μείνω. Εσύ τι λες, πού να πιάσω σπίτι;
Πού μένεις τώρα; ρωτάει η Ειρήνη.
Σε ξενοδοχείο, πού αλλού;
Όχι σε συγγενείς δηλαδή;
Α, άσε μας τώρα! μούτρωσε ο Νίκος. Να γίνω βάρος; Ο καθένας έχει τη ζωή του, να πάω να μπω στη μέση; Δεν το μπορώ. Ντροπή είναι και για έναν άντρα.
Να μην έρθεις σε μένα να μείνεις; πετά η Ειρήνη σχεδόν μονορούφι, σκιάζεται από τα ίδια της τα λόγια και προσθέτει: Ενοικιαστής όμως!
Ο Νίκος γουρλώνει τα μάτια αμήχανα, μετά κατεβάζει το κεφάλι του βαρύς.
Ίσως να το ήθελα, Ειρηνάκι, αλλά ξέρεις Έχω τύψεις απέναντί σου.
Τύψεις; Σε τι πράγμα; παραξενεύεται η Ειρήνη.
Τις απλές, χαμογελά πικρά ο Νίκος. Σε άφησα τότε, πριν τριάντα χρόνια. Για πάντα θα νιώθω ενοχές.
Έλα τώρα! Η Ειρήνη του χαρίζει ένα ιδιαίτερο χαμόγελο. Εγώ σε έκανα να φύγεις, δικό μου ήταν το λάθος. Εκείνο το βράδυ σου είπα πράγματα… ο καθένας θα έφευγε.
Δεν θυμάμαι τίποτα για σένα, μόνο δικά μου λάθη θυμάμαι.
Τι θυμάσαι;
Θυμάμαι που βγήκε ο εγωισμός, μάζεψα άρον άρον δυο ρούχα σε μια βαλίτσα και εξαφανίστηκα. Μετά το μετάνιωσα αλλά ήταν πια αργά.
Κι εγώ χάρηκα που έφυγες, γελάει τώρα η Ειρήνη. Νόμιζα θα κάνω νέα αρχή Και έκανα μα αργότερα το μετάνιωσα.
Αλήθεια λες; Δεν κρατάς κακία λοιπόν;
Καμία απολύτως. Η Ειρήνη τον κοιτά γλυκά, νιώθοντας κάτι σαν γαλήνη να της γυρίζει την καρδιά νέα, σχεδόν κοριτσίστικη. Ξέρεις Νίκο, δεν άλλαξες καθόλου Ίσως μόνο τα μαλλιά σου, λίγο γκριζάρουν. Έλα στο σπίτι απόψε, έχει ελεύθερο δωμάτιο και για σένα. Τι τα θες τα φαγητά του ξενοδοχείου; Είσαικι ας ήσουν πρώηνκάπως δικός μου.
Μήπως γίνω βάρος;
Αν ήσουν βάρος, θα στο λεγα. Μόνη τα βράδια βαριέμαι, όσο κανείς άλλος. Πίστεψέ με.
Αν είναι έτσι λοιπόν ο Νίκος χαμογελά δειλά και ακουμπά το χέρι της. Πάμε στο ξενοδοχείο να πάρω τη βαλίτσα μου;
Την ίδια με τότε, που έφυγες;
Και οι δυο γελάνε μαζί, τραβούν τον δρόμο κάτω από τα φωτισμένα φώτα της πλατείας και περπατούν δίπλα δίπλα, σαν να μην χωρίστηκαν ποτέ.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




