– Σε προειδοποιώ για τελευταία φορά, αν δεν αλλάξεις την αίθουσα της δεξίωσης, δεν παντρεύομαι, – απομένουν μόνο δύο εβδομάδες ως τον γάμο, κρατά στα χέρια της τις προσκλήσεις και διστάζει να τις υπογράψει…
-Τι έπαθες πάλι, Αργυρώ; ρωτάει απογοητευμένος ο μνηστήρας της.
-Έχω ένα πολύ άσχημο προαίσθημα!
-Αυτό είναι φυσιολογικό, απαντάει ο Παναγιώτης με ένα χαμόγελο, – δεν παντρεύεται κανείς κάθε μέρα. Το άγχος θα περάσει, στο υπόσχομαι, όλα θα πάνε καλά!
-Πώς μπορείς να μου υπόσχεσαι κάτι που δε γνωρίζεις; Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συμφωνήσεις μαζί μου; Πώς θα ζήσουμε μαζί, όταν από την αρχή δεν κάνεις καμία υποχώρηση για μένα;
-Δεν είμαστε και πλούσιοι, καλή μου, για να σκορπάμε τα ευρώ έτσι, – μουρμούρισε ο Παναγιώτης, – έχω ήδη κλείσει την αίθουσα και το μενού, και έχω δώσει προκαταβολή. Αν ακυρώσουμε, δεν μας επιστρέφουν τα χρήματα.
-Αυτό δεν είναι το χειρότερο, πίστεψέ με αγάπη μου.
-Όχι, δεν μπορώ να πιστέψω σε τέτοιες ανοησίες. Είναι τουλάχιστον ανόητο. Και το πολύ πολύ να μείνουμε χωρίς ταξίδι του μέλιτος. Μπορείς επιτέλους να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει;
-Εντάξει, άκου τότε. Αλλά μη μου πεις μετά πως αυτά δεν συμβαίνουν. Το ότι δεν το πιστεύεις, δε σημαίνει πως δεν ισχύει.
-Σου το υπόσχομαι, λέει εκείνος καθησυχαστικά.
-Στη δουλειά μου μάς ήρθε πρόσφατα μια καινούργια, η Δανάη. Είναι πολύ κλειστή, ντύνεται πάντα με μαύρα, δεν μιλάει σε κανέναν. Κι ένα απόγευμα, ήρθε και μου λέει:
-„Χαιρετίσματα από τη γιαγιά Φωτεινή”.
-Τι είπες; απόρησα, γιατί η γιαγιά Φωτεινή έχει φύγει εδώ και τρία χρόνια.
-„Να σου πω τι θέλει να σε προειδοποιήσει;” ρώτησε, „αλλά μετά τη δουλειά, εντάξει;”
Συμφώνησα. Και να τι μου εκμυστηρεύτηκε.
-Ήταν πριν πολλά χρόνια. Μόλις είχαν χτίσει στη Θεσσαλονίκη ένα καινούριο κέντρο δεξιώσεων. Ο Στέλιος ήταν οδηγός στο εργοτάξιο, κέρδιζε καλά. Πρότεινε, λοιπόν, στη νύφη του, τη Μαριάννα, να κάνουν εκεί το γαμήλιο γλέντι. Ήταν από χωριό, η οικογένειά της φτωχή, ποτέ κανείς τους δεν είχε πατήσει σε τέτοιο μαγαζί. Ήθελε να τους εντυπωσιάσει και να περάσουν αξέχαστα.
Την ημέρα του γάμου, η Μαριάννα έλαμπε, της πήγαινε τόσο το λευκό νυφικό και το πέπλο. Κι ο γαμπρός σαν αληθινός κύριος. Μετά το μυστήριο, το κομβόι και το λεωφορείο με τους προσκεκλημένους ξεκίνησαν για την αίθουσα. Όλοι εντυπωσιάστηκαν από τη διακόσμηση. Μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα σούφρωσε τα χείλη και μουρμούρισε:
-„Γιατί αντί για ζωντανά, έχουν γεμίσει το γάμο με τεχνητά λουλούδια; Κακό σημάδι”
Κανείς δεν έδωσε σημασία. Τότε, σχεδόν όλα ήταν συνθετικά: υφάσματα, σερβίτσια, ακόμα και τα στολίδια. Η βιομηχανία άνθιζε στα ’50-’60, κι αυτό το περιστατικό έγινε λίγο αργότερα. Όμως οι καλεσμένοι έφεραν αληθινά λουλούδια και τα έβαλαν σε βάζα μπροστά στους νεόνυμφους.
Στο αποκορύφωμα του γλεντιού, σηκώθηκαν για το πρώτο τους μπλουζ. Όταν γύρισαν, η Μαριάννα πάγωσε. Η ανθοδέσμη από τριαντάφυλλα που είχαν αφήσει μπροστά της είχε μαραθεί εντελώς.
Οι σερβιτόροι πέταξαν τα λουλούδια, το γλέντι συνεχίστηκε. Λίγο μετά, η νύφη άρχισε να νιώθει αδιαθεσία και λιποθύμησε. Άνοιξαν τα παράθυρα, λέγοντας πως ήταν αποπνικτικά. Μα σύντομα αρρώστησε ξανά. Οι ψίθυροι άρχισαν.
-„Η νύφη είναι έγκυος, φαίνεται”
-„Αρκεί να μην είναι άρρωστη η εγκυμοσύνη τσάμπα πράγμα!” αστειεύονταν κάποιοι.
-„Εγώ είδα αίμα στο φόρεμά της”, είπε κάποιος στους γονείς της.
Όταν πλησίασαν να ελέγξουν, δεν φαινόταν τίποτα. Άρχισε να κυκλοφορεί και η φήμη πως κάποιος είδε μια μαυροφορεμένη γυναίκα στην πόρτα. Την έψαξαν, αλλά δεν βρήκαν κανέναν.
Η πρώτη νύχτα του γάμου εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Στο δωμάτιό τους, ένοιωθαν ότι κάποιος αόρατος ήταν εκεί μαζί τους. Άκουγαν θροΐσματα, βήματα, και στον Στέλιο φάνηκε σαν να τον παρακολουθεί κάποιος επίμονα.
Το πρωί είχαν γεμίσει ανησυχίες. Τότε, μήνα του μέλιτος ελάχιστοι έκαναν. Ευθύς μετά το γάμο, γύρισαν δουλειά. Πριν καν περάσει άλλη εβδομάδα, ο Στέλιος σκοτώθηκε σ’ ένα ατύχημα. Το αυτοκίνητό του εξετράπη στο αντίθετο ρεύμα χωρίς εξήγηση. Ο δρόμος καλός, ο καιρός το ίδιο, κι εκείνος πολύ έμπειρος οδηγός. Κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε.
Η Μαριάννα μαράζωσε, κι ύστερα από ένα χρόνο, χάθηκε χωρίς ίχνος. Την αναζήτησαν, μάταια.
-Καλή τρομαχτική ιστοριούλα, είπε ο Παναγιώτης, αλλά τι σχέση έχει με εμάς;
-Άμεση, είπε η Αργυρώ δακρυσμένη, – γιατί αυτός ο γάμος έγινε ακριβώς στο χώρο που κράτησες εσύ για εμάς.
-Δεν καταλαβαίνω ακόμα Και τι σημασία έχει τι συνέβη τότε στους άλλους; Όλοι τραγωδίες έχουμε ακούσει.
-Λένε πως το κέντρο αυτό χτίστηκε πάνω σε παλιό νεκροταφείο. Η αίθουσα που έκλεισες είναι ακριβώς εκεί που είχαν θάψει την νύφη που αυτοκτόνησε λίγες μέρες μετά το γάμο της. Επειδή έπιασε τον άντρα της να την απατά. Καταλαβαίνεις τώρα;
-Όχι! Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοιες δεισιδαιμονίες!
-Η πονεμένη της ψυχή εκδικείται, λένε. Τον γαμπρό τον παίρνει στην ίδια εβδομάδα, τη νύφη σ ένα χρόνο. Κάποτε θα ξανασυμβεί. Τι κι αν τώρα είναι η σειρά μας; Δεν είναι τυχαίο που η γιαγιά ήρθε στον ύπνο μου να με προειδοποιήσει!
-Εγώ δεν πιστεύω σε κατάρες, βαρέθηκε ο Παναγιώτης τα ξεσπάσματα της Αργυρώς. Δεν θες να με παντρευτείς, θα πάω να παντρευτώ την Ισμήνη! (Η Ισμήνη ήταν η φίλη της νύφης.) Υπόγραψε τις προσκλήσεις ήθα το κάνω!
Η Αργυρώ, ύστερα από λίγο, ακύρωσε τον γάμο. Τα λόγια του Παναγιώτη για την Ισμήνη την ενόχλησαν, τη στιγμάτισαν.
Κι αυτός το εννοούσε. Και η Ισμήνη βγήκε ψεύτρα φίλη, τον δέχτηκε. Ούτε βδομάδα δεν πέρασε, και η κατάρα έπιασε: ο Παναγιώτης σκοτώθηκε με τη μηχανή του, όταν έμειναν τα φρένα.
Η Αργυρώ φοβήθηκε πραγματικά για την Ισμήνη, μα δεν κατάφερνε να της το συγχωρήσει. Την επόμενη ήθελε να ρωτήσει τη Δανάη πώς μπορεί να βοηθήσει την παλιά της φίλη, τώρα που σε έναν χρόνο θα έρθει κι η δική της ώρα. Όμως, εκείνη είχε ήδη φύγει από τη δουλειά. Στη διεύθυνση που είχε δώσει, δεν έμενε κανένας.
Λέγεται πως ο πιο τρομακτικός γάμος στην πόλη έγινε στα 70s. Πουθενά δεν βρήκα αποδείξεις. Και τότε, τέτοια πράγματα κρατιούνταν κρυφά.
Αλλά οι ντόπιοι τα θυμούνται καλά Μέσα στη μοναξιά της, η Αργυρώ περνούσε μέρες μπροστά στη θολή αντανάκλαση του εαυτού της στο παράθυρο, ψάχνοντας φευγαλέες σκιές πίσω απ το τζάμι. Κρατούσε ακόμα μια τελευταία πρόσκληση χωρίς υπογραφή, κυκλωμένη απ το φόβο και την ενοχή. Άραγε ήταν όντως κατάρα ή μήπως επιλογές που ξεγλιστρούν σαν φαντάσματα από τα χέρια μας;
Ένα βράδυ, αργά, άκουσε ένα ήσυχο χτύπημα στην πόρτα. Τρόμαξεποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Ξεκλείδωσε διστακτικά, μα στο κατώφλι δεν ήταν κανένας ζωντανός· μόνο ένα άσπρο, ευωδιαστό μπουκέτο από αληθινά τριαντάφυλλα. Στο χαρτάκι είχε γραφτεί με κομψά γράμματα: «Να αγαπάς, ακόμα κι εκεί που φοβάσαι».
Τότε, σαν να άκουσε τη φωνή της γιαγιάς της, ήσυχη, να της ψιθυρίζει πως οι κατάρες σπάνε εκεί που ανθίζει η συγχώρεσηκυρίως για τον εαυτό μας. Έκλαψε σιωπηλά, άφησε την πρόσκληση δίπλα στ αγριολούλουδα του μπαλκονιού και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, βγήκε στο φως της ζωής που περίμενε υπομονετικά τη θάρρος της.
Κανένας δεν έμαθε για τη Δανάη, κανένας δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια για την προειδοποίηση. Μα στο μικρό διαμέρισμα της Αργυρώς, κάθε άνοιξη, όταν τα πρώτα λευκά τριαντάφυλλα άνθιζαν στο παράθυρο, οι γείτονες ορκίζονταν πως το σπίτι μοσχοβολούσε χαρά κι ελπίδακι ας έλεγαν κάποιοι πως ακούγονταν να γελούν μαζί, μια γιαγιά και μια εγγονή πίσω απ τις κουρτίνες.





